Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Έρωτος Άκουσμα


Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σ’ έπλασεν· αυτά
πρώτα· κι έπειτα τ’ άλλα —πιο μικρά— που στην ζωή σου
επέρασες κι απόλαυσες, τ’ αληθινότερα κι απτά.—
Aπό τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Κ. Π. Καβάφης

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Το κεφάλι του ποιητή



Έκοψα το κεφάλι μου
το ’βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
το ’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

Μίλτος Σαχτούρης

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Γεύση θανάτου


Να μελετάς το θάνατο μες στα βιβλία,
είναι μια άσκηση σπουδής σε σεμινάριο.
Να μετράς τα χτυπήματά του στους κροτάφους των ανθρώπων,
άλλο δεν κάνεις παρά μια πράξη αριθμητικής.
Ο θάνατος δεν υπάρχει μήτε στους πολέμους,
μήτε στο δηλητήριο, μήτε στα στιλέτα.
Μήτε στους βραδινούς θαλάμους των νοσοκομείων.
Υπάρχει μες στην αναμμένη θρυαλλίδα,
που στα δικά σου μονάχα μυστικά κανάλια,
μ' αργό βήμα προχωρεί, απ' την πρώτη εκείνη μέρα.
Αν να αισθανθείς μπορέσεις τούτο το περπάτημα,
θάχεις τη χάρη της μόνης γεύσης του θανάτου.
Αλλά την έκρηξη δε θα την αισθανθείς.
Γιατί θάβλεπες τότε, αυτό που λένε θάνατο
να φορεί το δικό σου πρόσωπο στο πρόσωπό του.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966)
Γιώργος Βαφόπουλος

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Σ ’ ακούω να έρχεσαι


Φέρνεις τη μνήμη των άδειων ήμερων
μαλλιά πού δε δόθηκαν σέ προσφορά
χέρι πού δεν καταχτήθηκε
Μορφή θαμπή
τα μάτια μου βουρκώνουν
στο λαιμό μου χωνεύονται λυγμοί
πού δεν πήρανε σώμα
Τώρα βυθίζεσαι σέ κάθε μου ρωγμή

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Το τραγούδι του Κόρακα για τον Ελέφαντα-Τοτέμ



Μια φορά κι έναν καιρό
Ο Θεός έφτιαξε τον Ελέφαντα.
Τότε ήταν μικρός και ντελικάτος
Καθόλου παράξενος,
Ούτε μελαγχολικός

Οι Υαινες τραγουδούσαν στα χαμόκλαδα: Είσαι όμορφος-
Φανέρωναν τα καψαλισμένα κεφάλια τους με τις σαρδόνιες εκφράσεις
Σαν μισοσαπισμένες πληγές ακρωτηριασμών-
Φθονούμε τη χάρη σου
Χόρευαν μες την αγκαθωτή βλάστηση
Ω πάρε μας μαζί σου στη Χώρα της Γαλήνης
Ω άχρονα μάτια αθωότητας και καλοσύνης
Βγάλε μας απ' τα καμίνια
Και τις φωτιές των καπνισμένων προσώπων μας
Μέσα σε αυτά τα κολαστήρια σπαρταράμε
Αποκλεισμένοι πίσω από τις μπάρες των δοντιών μας
Σε ακατάπαυστη μάχη μ' έναν θάνατο
Μεγάλο όσο η Γη
Και με τη δύναμη της Γης.

Κι έτσι οι Υαινες έτρεχαν πίσω από την ουρά του Ελέφαντα
Σαν ευκίνητη λαστιχένια μπάλα
Περιδιάβαινε χαρούμενα μέσα στην ξεγνοιασιά του
Μα δεν ήταν Θεός, όχι δεν ήταν δική του δουλειά
Να συνετίσει τους καταραμένους.
Με μένος, με τρέλα τότε, έβαλαν φωτιά στα ρύγχη τους
Ξέσχισαν τα σπλάχνα του
Τον μοίρασαν ανάμεσα σε κάθε Κόλασή τους
Για να κλάψουν πάνω από τα κομμάτια του
Φλογισμένα, καταφαγωμένα
Μέσα σε παρελάσεις κολασμένων γέλιων.

Στην Ανάσταση των Νεκρών
Ο Ελέφαντας συνάρμολόγησε τον εαυτό του προσεκτικά
Θανατηφόρα πέλματα και αδιαπέραστο κορμί και πανίσχυρα κόκκαλα
Και εντελώς αλλαγμένα μυαλά
Πίσω από γερασμένα μάτια, γεμάτα πονηριά και σοφία.

Ετσι μέσα στο πορτοκαλί λυκόφως και τις γαλάζιες σκιές
Της μέλλουσας ζωής, ανεμπόδιστος και τεράστιος,
Ο Ελέφαντας βαδίζει τον δρόμο του, μια κινούμενη έκτη αίσθηση
Και αντίθετα και παράλληλα
Οι άγρυπνες Υαινες προχωρούν
Κατα μήκος του αδειανού ορίζοντα τρέμοντας σαν πυρακτωμένες λαμαρίνες
Τρέχουν μαστιγωμένες
Τα ντροπιασμένα τους λάβαρα διπλωμένα σφιχτά
Κάτω απ' τα σωθικά τους.
Μπουκωμένες με σάπιο γέλιο
Κηλιδωμένες απ' το μαύρο υγρό που αναβλύζει
Και τραγουδούν: "Δική μας είναι η χώρα
Των ηδονών και όμορφο
Το σαπρό στόμα της λεοπάρδαλης
Και τα μνήματα του πυρετού
Γιατί μόνον αυτά μας ανήκουν-"
Και ξερνούν το γέλιο τους.

Και ο Ελέφαντας τραγουδάει βαθιά μες στον λαβύρινθο του δάσους
Για ένα αστέρι αείζωης και ανώδυνης γαλήνης
Αλλά κανένας αστρονόμος δεν μπορεί να το βρει.

(από τη συλλογή "Crow", 1971)
Ted Hughes

Η σκέψη-αλεπού



Φαντάζομαι το δάσος αυτής της μεταμεσονύκτιας στιγμής:
Κάτι άλλο ακόμα είναι ζωντανό
Εκτός από τη μοναξιά του ρολογιού
Κι αυτή τη λευκή σελίδα όπου κινούνται τα δάχτυλά μου.

Εξω από το παράθυρο κανένα αστέρι:
Κάτι πιο κοντινό
Αν και βαθύτερα χωμένο στο σκοτάδι
Εισβάλλει στη μοναξιά:

Ψυχρή, με την απαλότητα του νυχτερινού χιονιού
Η μύτη μιας αλεπούς αγγίζει φύλλα και κλαδιά
Δυο μάτια υπηρετούν την κίνηση, που τώρα
Και πάλι τώρα, και τώρα, και τώρα

Αποθέτει καθαρά ίχνη πάνω στο χιόνι
Ανάμεσα στα δέντρα, και επιφυλακτικά μια αδύναμη
Σκιά αργοπορεί δίπλα σε κούτσουρα και κουφάλες
Ενα σώμα ξεπροβάλλει θαρρετά

Μέσα από ξέφωτα, το μάτι
Ενα πράσινο που βαθαίνει και ανοίγει,
Με ευφυία, με συγκέντρωση,
Εντρυφεί στις δικές του υποθέσεις

Μέχρι, που με μια έξαφνη οξεία καυτή οσμή αλεπούς
Εισέρχεται στη σκοτεινή οπή του εγκεφάλου.
Το παράθυρο ακόμα δίχως άστρα το ρολόι χτυπά,
Η σελίδα τυπώνεται.

(από τη συλλογή "Hawk in the rain", 1957)
Ted Hughes 

Κάβουρες-φαντάσματα



Καθώς πέφτει η νύχτα και σκουραίνει η θάλασσα,
Ενα βάθος σκοτεινό πυκνώνει, συναθροιζόμενο από τους πόντους και τις υποβρύχιες χώρες,
Μέχρι την άκρη της θάλασσας. Στην αρχή
Μοιάζει ν' αποκαλύπτει βράχια, σκίζοντας τη χλομάδα τους.
Σταδιακά εξουθενώνει τα έργα της παλίρροιας,
Η δύναμή του διαρρέει από απαστράπτοντα κουβούκλια κι έρχονται οι κάβουρες
Κάβουρες γίγαντες, κάτω από επίπεδα καύκαλα, ατενίζουν την ενδοχώρα
Ενα χαράκωμα γεμάτο κράνη.
Φαντάσματα, είναι κάβουρες-φαντάσματα.
Αναδύονται
Ενα αόρατο ξερατό του θαλάσσιου ψύχους
Πάνω από τον άνθρωπο που περιπλανιέται στην αμμουδιά.
Ξεχύνονται στη στεριά, μέσα στο μενεξεδί καπνό που αναθρώσκει
Από τα δάση και τις πολιτείες μας- ένα συμπαγές κύμα
Από ψηλές, εκπληκτικές οπτασίες
Που γλιστρούν σαν δονήσεις μέσα στο νερό.
Οι τοίχοι, τα κορμιά μας, δεν είναι εμπόδια γι' αυτούς.
Η πείνα τους φωλιάζει αλλού.
Δεν μπορούμε να τους δούμε ούτε να τους αγνοήσουμε.
Τα κινούμενα στόματα, τα μάτια τους
Με ένα αργό ορυκτό μένος
Διαρρηγνύουν την ανυπαρξία μας όταν ξαπλώνουμε στα κρεβάτια μας,
Ή καθόμαστε σ' ένα δωμάτιο. Ισως ταράζουν τα όνειρά μας.
Ή πεταγόμαστε απότομα απ' τον ύπνο ανάμεσα στα υπάρχοντά μας
Με κομμένη την ανάσα, λουσμένοι στον ιδρώτα, με μυαλό μπερδεμένο, τυφλό
Στο φως του λαμπτήρα. Κάποτε, για μερικές στιγμές, μ' ένα γλίστρημα  
Παρακολουθούμε
Εναν όγκο σιωπής
Να στοιβάζεται ανάμεσά μας. Οι κάβουρες αυτοί κατέχουν τον κόσμο.
Ολη τη νύχτα, ολόγυρά μας και μέσα από εμάς,
Καταδιώκουν ο ένας τον άλλο, γατζώνονται ο ένας στον άλλο
Καβαλούν ο ένας τον άλλο, ξεσχίζουν ο ένας τον άλλο,
Ολοκληρωτικά εξαντλούν ο ένας τον άλλο.
Είναι η δύναμη του κόσμου τούτου.
Εμείς είμαστε τα βακτήριά τους,.
Πεθαίνουμε τη ζωή τους και ζούμε τον θάνατό τους.
Την αυγή, αποτραβιούνται αργά πίσω από την άκρη της θάλασσας.
Είναι ο σάλος της ιστορίας, ο σπασμός
Στις ρίζες του αίματος, στους κύκλους της ταύτισης.
Γι' αυτούς, οι ρημαγμένες χώρες μας είναι άδεια πεδία μάχης
Ολη την ημέρα ανασυγκροτούνται κάτω από τη θάλασσα.
Το τραγούδι τους, μια απαλή αύρα σπάει πάνω στα βράχια ενός ακρωτηρίου,
Οπου μόνο κάβουρες μπορούν ν' ακούσουν.

Είναι τα μοναδικά παιχνίδια του Θεού.

(από τη συλλογή "Wodwo", 1967)
Ted Hughes