Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα V. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα V. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

V


Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος
Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά
Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι
Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκκαλα
της μάνας μας...
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

(Από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά», εκδ. ΕΡΑΣΜΟΣ, 1996)
Βύρων Λεοντάρης

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

V

Ποιος απαντάει; ποιος όρθιος μπρος στην πόρτα
Θα χτυπήσει; Κι εμείς από μέσα να μην ακούμε
Να μη βλέπουμε απ’ το ανοιχτό παράθυρο

Ανοιχτά παράθυρα δεν υπάρχουν
Τον πιο πολύ καιρό είμαστε κλεισμένοι κάπου
Κι αν υπάρχει αγάπη και τόσα που ομορφαίνουνε τον κόσμο
Είναι γιατί μπορούν να μπουν σ’ ένα σπίτι από τις χαραμάδες του
Κι αν ‘ρθουν δροσιστικά παρήγορα πλάι στο κορμί μας

Η σιωπή μου είναι το ζεστό σου κέλυφος
Ας μπορούσε η φωνή μου να μην είναι το ανάπηρο απ’ τη μοίρα παιδί σου
Που σαν απομεσήμερο πυρό σε ρωτάει
Ας μπορούσε σ’ όλη μου τη ζωή να μη σε ρωτώ, θα ‘ταν
καλύτερα
Να σάλευμα μέσα μου εφτά κοπάδια έντομα
Μη βρίσκεις τα’ αυτιά μου και τις κόγχες μου
Θα ‘ταν καλύτερα η ψυχή μου γυμνή
Δεμένη σ’ ένα ξύλο να μαστιγώνεται από δήμιου ρωμαλέους
Παρά να ‘ναι η φωνή μου παραμορφωμένη
Που σ’ όλη τη ζωή της σε ρωτάει

Τι σε ρωτώ όλα τα’ απογεύματα; τι περιμένω ν’ απαντήσουν
Τα δέντρα της νύχτας που και το μεσημέρι είναι σκοτεινά
Φορτωμένα το βαρύ τους φεγγάρι; τις ρίζες όμως τις αγαπώ
Όταν ο ουρανός τις ξεριζώνει κι έχουν στο φως σχήματα ανθρώπων
Προσευχομένων ή δολοφονημένων ή ζώων που τα ‘κοψε το τραίνο
Τις αγαπώ τις ρίζες που ιδρώνουν μες στη γη
Ν’ ακολουθούνε τι σιγή τους.

Δ.Π.Παπαδίτσας