Follow by Email

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021

Φτερά κομμένα


Είσαι τα πάντα ή το τίποτα ταυτόχρονα 

Απ’ το στομάχι έως το κεφάλι μπερδεμένα 

Αν αγαπήθηκες ποτέ είναι κατόρθωμα 

Πριν γίνεις χώμα για λουλούδια μαραμένα 

Παίρνω σοβαρά όσους μιλάνε χαμηλόφωνα, 

άμα φωνάξω σημαίνει θα πέσει αίμα 

Όσοι πετάξαμε και πέσαμε απότομα 

Άγγελοι θα μείνουμε στην γη, 

φτερά κομμένα 


Από τη μήτρα όταν βγήκα δεν θυμάμαι και πολλά 

Απλά μου είπαν ότι έκλαιγα και αυτά είναι αρκετά

 Με έπνιγαν σε καζάνι που το έλεγαν κολυμπήθρα 

Να ξεπλύνουν οι αμαρτωλοί αμαρτίες που δεν είχα 

Οι γύρω με ανάγκαζαν να ωριμάσω γρήγορα 

Σε όσα δεν βρίσκουν λύση τα βαφτίζουν προβλήματα 

Μου εξηγούσαν την ζωή πάνω στον πίνακα 

με γράμματα, με νούμερα, δεν κατάλαβα τίποτα 

Ο κόσμος άρχισε να γίνεται περίεργος 

Ο φόβος εξαπλώνεται μα πώς να μείνω ήρεμος; 

Όχι άλλη βία, στο μαξιλάρι ψέλλιζα,

φωνές από την κουζίνα και από το διπλανό διαμέρισμα 

Το κάθε δάκρυ έγινε πληγή στη μνήμη, 

σταγόνες κατακόκκινες σαν περπατώ αφήνει 

Δεν είναι δύσκολο σε κάποιον να με κρίνει 

Έχω επιλογές όμως για αυτές έχω ευθύνη 

Μου λένε πώς να φέρομαι, πώς να μιλώ ή να χαίρομαι 

Ορίζουνε το ανώμαλο και αν είμαι αυτό να ντρέπομαι 

Αυτό το σύστημα δεν σπάει και το σιχαίνομαι 

Η μέρα δεν αργεί να είναι παράνομο να σκέφτομαι 

Μου λένε "σκάσε η σιωπή είναι χρυσός", 

συνεχίζω να μιλώ, έτσι και αλλιώς είμαι φτωχός 

Αν οι λέξεις δεν αρκούν καταλήγουνε κραυγές 

Θα σου κάψουν την βιτρίνα, άμα προλαβαίνεις βγες 

Αντί για αέρα, αναπνέω την χολέρα 

Τα όνειρά μου όλα καταντήσανε καριέρα 

Τι κι αν δεν είμαι άγιος, μα νιώθω την φοβέρα 

Κρατάει κάθε μέρα, έως Κυριακή από Δευτέρα 


Προτείνουν φάρμακα να μην ακούν τη γκρίνια μου 

Η κάμερα ζουμάρει, καταγράφει την ασχήμια μου 

Αφού κουράστηκα, ξάπλωσα ανάσκελα 

ακόμα και από τον ήλιο γύρω γύρω στήναν κάγκελα 

Αν γίνω ήρωας δεν θα φοράω μπέρτα 

Τη σελήνη θα χαζεύω από ιπτάμενη κονσέρβα 

έως τότε σε ένα σπίτι υγρασία και κουβέρτα 

Πρωί θα ακούω κόρνες με καφέ και θα έχω νεύρα 

Το βράδυ θα γυρνάω σε κάτι στέκια 

Πάλι τα ποτά θα παίζουν ξύλο με τα κέφια 

Έφυγες αφήνοντας για πουρμπουάρ τα ντέρτια 

Ντουβάρια θα κερνώ με εμετό και άλλα τέτοια 


Για κάποιους είμαι σκουπιδάκι μες στο μάτι τους 

Που κάνουνε τα άγχη και το άχτι τους, ανάγκη τους 

Έτσι ξενέρωσα την πάρτη τους, στο πάρτι τους 

Το χάπι τους δεν χρύσωσα, το σκάτωσα για χάρη τους 

Και τι από όλα αυτά εν τέλει έχει νόημα; 

Έτσι και αλλιώς μετράει το πρώτο επιφώνημα 

Παράσιτο στη γη και η ζωή μου ένα στοίχημα 

Σαν έρωτας πρώτης ματιάς στην εθνική δυστύχημα 


Είσαι τα πάντα ή το τίποτα ταυτόχρονα 

Απ' το στομάχι έως το κεφάλι μπερδεμένα 

Αν αγαπήθηκες ποτέ είναι κατόρθωμα 

Πριν γίνεις χώμα για λουλούδια μαραμένα 

Παίρνω σοβαρά όσους μιλάνε χαμηλόφωνα, 

άμα φωνάξω σημαίνει θα πέσει αίμα 

Όσοι πετάξαμε και πέσαμε απότομα

Άγγελοι θα μείνουμε στην γη, φτερά κομμένα


Σαρδάμ

Η ελευθερία μου


Η ελευθερία μου είναι στις σόλες

των αλήτικων παπουτσιών μου.

Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.

Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.

Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας

Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε

την ώρα που απαυτωνόσαστε

την ώρα που κάνετε το χρέος σας

στα παιδιά σας, στο σωματείο σας

την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα

πως τρώτε αυγολέμονο

και τρώτε σκατά

μπορώ και περπατάω,

με τα αλήτικα παπούτσια μου

πάνω από τις στέγες σας

-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη

την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-

δεν πιάνετε το κανάλι μου

μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος

ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι

αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας

δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας

η ελευθερία σας

είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου

θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε

και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας «θαύμα, θαύμα»

αυτά τα παπούτσια

ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται

όταν εγώ καθαρίσω από εδώ

θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,

όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.

Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας

θα έρθει η ώρα

που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο

«συνοδοιπόροι» και «αποστάτες»

να βάψετε τα δικά σας

μα η μπογιά

δεν θα πιάνει

ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε

τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.


Κατερίνα Γώγου

Πληρωμή

 


Στη μέση του μεσημεριού

η δίψα σου·

στης δίψας σου τη μέση

ένα πηγάδι

δίχως νερό,

γιομάτο σαύρες

και ψοφίμια.

Κι έσκυψες

πάνω σαπ’ το πηγάδι

κι έκλαψες

κι εκείνο σου ’πε,

«ευχαριστώ για τη δροσιά».


Αργύρης Χιόνης

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021

ταντρικά


I

τόσο πολύ

τους στρέιτ άντρες

αγαπώ

όταν χρησιμοποιούν

επίθετα

για να χαρακτηρίσουν

τα όρια που με το κόπο

και τραύματα

αποκτήσαμε

αποκαλώντας μας

δογματικές, υστερικές, 

κακομαθημένες, αγάμητες, 

και τόσα άλλα

ώστε θέλω

με την κατάνα

να πάρω τα κεφάλια τους

και να τα στολίσω

πάνω από το κρεββάτι μου

μαζί να μείνουμε

για πάντα


II

 οι στρέιτ φίλοι μου

δεν με καλούν

όταν συναντούν

τους στρέιτ φίλους τους

έτσι, λένε, με προστατεύουν

από την καφρίλα

αλλά δεν καταλαβαίνω

αν μαζί μου είναι

πως είναι και μαζί τους


ΙΙΙ

ο φίλος του άντρα 

στον οποίο

επιτέθηκα -λεκτικά

όταν με παρενόχλησε -λεκτικά

είπε πως 

___θα τον αγριέψω

     πάλι, με το σορτσάκι μου

δεν το κατάλαβε

αλλά χρησιμοποίησε

το κατάλληλο

ρήμα

-


πάρος, αύγουστος είκοσιείκοσι

Μκχ

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021

Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας

 Δεν θα ’μαστε ποτέ

αυτό που είμαστε στιγμιαία

αλλ’ είναι θρίαμβος

αυτή η σταθερή απώλεια.

Σώζεται μόνο

η σιωπή του φύλλου

σκουραίνει το σώμα

μαζί με τη μέρα

ως της νύχτας την απρόσμενη

λάμψη του μαύρου.

Θραύσματα ζωής

αντικαταστούν τα χρώματα

στις μικρές απεικονίσεις

του ονείρου,

αμυχές

τις σκιές φωτός

στο προσωρινό δέρμα.

Τυφλή στο τόσο μαύρο

ζήταγα θεό

και μου ’διναν ένα μονάχα

δάχτυλο για να τριφτώ·

θριαμβεύω τώρα

στα πιο κρυφά μέρη

που συλλαμβάνεται

η ιδέα: εδώ

μαθαίνω επιτέλους

πως θα φύγω πρώτη.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Ποιητικό υστερόγραφο

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια

να ‘ναι ωραία

αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.

Η πείρα είναι τώρα

το μόνο σώμα των ποιημάτων

κι όσο η πείρα πλουταίνει

τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.

Πονάν τα γόνατά μου

και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,

μόνο τις έμπειρες πληγές μου

μπορώ να της χαρίσω.

Τα επίθετα μαράθηκαν

μόνο με τις φαντασιώσεις μου

μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.

Όμως πάντα θα την υπηρετώ

όσο βέβαια εκείνη με θέλει

γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ

τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Ολίγον προ


Κι ως να βουλιάξει ολόσωμος μέσα στη λάσπη

ήρθαν οι φίλοι στο προσκέφαλό του

τραβώντας ένα ένα τα λεπτά σχοινάκια

μήπως και τον γυρίσουν πίσω.

Αυτός μεγάλωνε με παφλασμούς

Έτριζε στα οστά, οι κλώνοι έλαμπαν.

Κι από τα μάτια του κυλούσαν

μήλα της κυπάρισσου

όλα τα εφήμερα και αγαπημένα.


Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2021

Χορικό



[…] Αν μιλούσε η σιωπή,

αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνε όλα τα δέντρα του κόσμου


Από τα Ποιήματα,

Νικηφόρος Βρεττάκος 

Η ξερή σιωπή

 

Εδώ δεν υπάρχουν δέντρα ή νερά,

ούτε καρδιές που να διψούν μαρτύριο.

Μονάχα χρώματα φωτιάς,

μονάχα κεραυνοί

και η ξερή σιωπή ανάμεσά μας.

Και οι σάλπιγγες φτάσαν στα στόματα.

Οι σάλπιγγες σκληρές στους τέσσερις

ορίζοντες.


Γιώργος Ιωάννου

Αφύσικη άνθηση


Ήθελε να φωνάξει – δεν άντεχε πια. Κανείς δεν ήταν ν’ακούσει,

κανείς δεν ήθελε ν’ακούσει. Φοβόταν και ο ίδιος τη φωνή του,

την έπνιγε μέσα του. Η σιωπή του εκρηγνύονταν. Κομμάτια απ’ το σώμα του

τινάζονταν στον αέρα. Αυτός τα μάζευε με πολλή προσοχή, εντελώς αθόρυβα,

τα’ βαζε πάλι στη θέση τους να κλείσει τις οπές. Κι αν έβρισκε τυχαία

μια παπαρούνα, ένα κίτρινο κρινάκι, τα μάζευε κι εκείνα, τα τοποθετούσε

στο σώμα του, σαν δικά του κομμάτια – έτσι διάτρητος, παράξενα ανθισμένος.


Γιάννης Ρίτσος