Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καρούζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καρούζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Παυσίπονον


Το βλέμμα φτάνει άνετα στη Λισαβώνα

έχω σχεδόν αποδημήσει στα εναύσματα

θα ‘θελα να σου επιστρέψω την αφή σου

χαρίζοντάς σου και τα δέκα μου δάχτυλα

μνημονεύουμε μυστήριο:

μνημονεύουμε ηλιθιότητα, μα εμένα

με φρουρεί συνέχεια η εναρθροσύνη

το τρίγωνο εμπαίζει κι αυτό τα ανύπαρκτα

ουράνια συνεχώς με τρία ύψη

δευτερεύοντες άγγελοι διαρκώς συστρέφονται

στον ύπνο πετυχαίνουμε το σοσιαλισμό μας.


Κουφάλογο – αυτή ‘ναι – η αδιόρατη καλοσύνη

χασμουρητό του έαρος μυωπική νοσταλγία.


Είμαι ακέραιος ωσάν του Άγιου Πάνθηρα τα σαγόνια

κοιτάζοντας απ’ τη γαλάζια κλειδαρότρυπα

τις λινές του Ιησού βλεφαρίδες που ο άνεμος

με τον αντίχειρα ξαναχαϊδεύει σήμερα

στα ανεπρόκοπα βράχια της χαμηλόφωνης Ιουδαίας.


Οσμίζομαι καταιγίδα στο έπακρο

μα η καρδιά μου απουσιάζει στ’ αγριολούλουδα.


Νίκος Καρούζος

Τρίτη 21 Μαρτίου 2023

Άτιτλο


Διερώτηση για μην κάθομαι άεργος

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα

τι είναι τα ποιήματα.

Είναι πληγώματα

είν’ ομοιώματα

φενάκη

φρεναπάτη;

Φρενάρισμα ίσως;

ταραχώδη κύματα;

τι είναι τα ποιήματα;

Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;

είναι σκαψίματα;

Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;

είναι γάζες επιδέσμοι

παρηγόρια ή διαλείμματα;

Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.

Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.


Νίκος Καρούζος

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα...

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.


Νίκος Καρούζος

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Θρίαμβος χρόνου


Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα
είσαι μια ζωντανή βαθειά
σελίδα σώματος
π' αστράφτει σε παρθενικότητα.
Ο χρόνος είν'ακόμη για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.

Νίκος Καρούζος

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

Η λιτάνευση


Όταν παρέτυχα στη νύχτα που έλεγαν
«ο άγιος θα περάσει απόψε»
δεν το πιστεύετε ίσως
αλλ’ όμως έτρεμαν
τα δάχτυλα της θάνατος
έκρουε τα φύλλα κι ακούονταν
φωνές ακίνητα
και εκκωφαντικά
τα νέα μου βήματα.
Οι άρρωστοι γέμιζαν το χώρο
με στεναγμούς, άλλοι
με υψωμένα μάτια στο ξεχείλισμα των άστρων
άλλοι μου φάνηκαν όρθιο χώμα.
Γυρεύοντας μοναχικός
«εν μέσω των κινδύνων αισθάνεσαι
την τελειότητα της στιγμής»
Θυμήθηκα τα λόγια του φίλου τις ταλαντεύσεις του φύλλου πριν λίγα λεπτά
καθώς
έπεφτε από χέρι αδιάφορο.
Με της βροχής την ευωδιά στο ελληνικό τοπίο
άνθη ο άνεμος κ’ οι ώρες
στο σώμα μου ή στα δέντρα τελειωμένες
αισθήσεις εδώ ψηλά προς τα ουράνια
μαύρες οπώρες οι πιστοί
πεσμένες και το μέλι σπάζοντας
τους φλοιούς έσμιγε χώμα και καρπό.
Είμαστε σαν την πανάρχαια ανακάλυψη της φωτιάς
ωφέλιμοι στο θεό
γιατί είμαστε
αναφαίρετοι καλόγεροι σ’ αυτή την ερημιά
νόμοι μέσα στο θάνατο —
η φωνή του ηλικιωμένου ακούστηκε στις αμυγδαλιές
κ’ ύστερα πάλι:
— Τα μαύρα σου μαλλιά πώς χάνονται
στα βροχερά δωμάτια.
Φως απ’ τις ασετυλίνες των στραγαλάδων
σε αρχέγονα ρούχα
μια γριά βυθισμένη που διάβαζε το συναξάρι
«εν μέσω των κινδύνων…» πλησίασα
γυρεύοντας μοναχικός
έφτυναν πασατέμπο οι ανυπόμονοι
μα δε θυμάμαι πια όταν κάποιος φώναξε:
— Επτά είναι οι φλόγες του στήθους.
Άνθρωπος ο ασυγχώρητος υπό το σεληνόφως
άνθρωπος ωσεί χόρτος υπό το σεληνόφως.

Νίκος Καρούζος

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Πάσχα 1987



Λαμπρύνομαι ως άτομο μα όχι
            στην ολότητα· η λάμψη όμως
εκπηγάζει από κείνη των ψυχών
            τη σύναξη
που διαφεντεύει γαλαζοπράσινο.
Αποφεύγω τα μηνύματα
κι αποφεύγω τ᾽ αυτοκίνητα.
Είμαι διαβάτης· επιβάλλομαι
            στην κίνηση.

Νίκος Καρούζος

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Διάλογοι


ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

__ Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι΄ όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τούλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
__ Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή,
ο τρόμος εκπλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί,
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω, θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα …
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

__ Θάνατε, που περνάς σαν ρεύμα μες΄ απ΄ τις στιγμές,
κι΄ αν λέγεσαι Σήμερα
κι΄ αν Αύριο
κι΄ αν Χτες:
δεν αγνοούμε.
Της φύσεως την κυκλοθυμία,
τη φρίκη των αναμνήσεων
τη φρίκη του τι επράξαμε
και των προσώπων μας το κλαίον βάθος,
δεν αγνοούμε.
Μας μένει να συνεχιστεί αυτό το πράγμα,
χωρίς να θέλουμε,
χωρίς να μη θέλουμε.
Φωτοχυσία στο κενό τα όνειρά μας.
__ Με δειλινά δάκρυα
υποδέχομαι τα λόγια σου.
Το πνεύμα σου προεξοφλεί,
κινείται διαγωνίως.
Δεν είδες τα ωραία δίπλα σου
στο φοβερότερο πέσιμο;
Να γυρίζεις - αυτό είναι το θαύμα -,
με κουρελιασμένα μάτια,
με φλογωμένους κροτάφους απ΄ την πτώση,
να γυρίζεις
στην καλή πλευρά σου.
Πεσμένος αισθάνεσαι
την κόλαση που είν’ η αιτιότητα,
το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα,
τα βήματα χωρίς προοπτική.
Κι΄ όμως
στη χειμωνιάτική γωνία ο καστανάς
περιβάλλεται από σένα.
Κόψε ένα τραγούδι απ΄ τα΄ άνθη
με δάχτυλα νοσταλγικά.
Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

__ Νύχτα εξοντωτική,
το κυριακάτικο φως περιμένουμε.
Κι΄ αν είναι να μην έρθει
απαγχόνισέ μας απ΄ τα΄ άστρα,
να αιωρούμεθα προς δόξαν του μηδέν.
Καταβροχθίσαμε τον πόνο,
τι άλλο μας μένει,
μπορούμε να φύγουμε.
Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις.
Είναι μοιραίο
να
μη
διακρίνουμε τότε.
και θα χτυπούμε το στήθος στις ακρογιαλιές της φωνής μας
για ένα κύμα _
αν γυρίζουν πίσω τα κύματα,
για να μας πάνε, να μας πάνε …
Δε μας έδωσε σημεία το φως
και μάταια περιμένουμε.
Λύτρωσέ μας, νύχτα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

__ Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της
ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου
σ΄ αυτά τα έρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τα πουλιά.
Είπε μου αδελφέ,
μήπως όλο το ζήτημα
είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
Είμαι ήρεμος.
__ Προσμένω
μια βαθύτερη χαρά από σένα.
Φιλαμαρτήμων κήπος η καρδιά σου
έλα και φέρε τους καρπούς.
Ολόκληρος να ομολογήσεις.
Χωρίς την ομολογία τι κοστίζει η τέχνη;
( Ίσως, και τι η ψυχή … )
Ο δούλος του θεού
προς όλους τους ανθρώπους:

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

__ Η αγωνία μου υψώνεται
ως τα εδελβάϊς άνθη.
Δεν έχω την ετοιμασία μέσα μου
για κατορθώματα.
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Είναι αλήθεια
πως μας έστειλες το γυιό σου
ή μήπως εκλύεται η φαντασία μας έτσι;
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.
Θεέ μου, διδάσκεται ο Σαίξπηρ στον παράδεισο;
Και συ αδελφέ μου
άνοιξες την αυλαία
για να με δουν αιχμάλωτο.
Δεν είμαι έτοιμος.
__ Αποθέσαμε το μέλι στ χείλη μας.
Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ,
η φωτιά που μας καίει δεν είναι του κόσμου.
Έρχεται
με της Αποκαλύψεως τα λόγια …
Υιέ του Θεού ρίξε κι΄ άλλη φωτιά
για τη διεστραμμένη γενεά.
Ιησού Χριστέ,
ανάτειλε,
αυστηρός,
ανείπωτος,
υπέρτερος της πίστεως.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ

__ Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου.
Ποτίζω με δάκρυα τη γη
μετά τόσους καιρούς
ολοήμερα κ΄ εγώ.
Σήμερα το να είσαι άνθρωπος
ζυγίζεται με τα δάκρυα,
Ζητώ μια νέα γραφή για το μέσα κόσμο.
Πάσχω για ένα χαμόγελο του πλησίον
ελεύθερο από όλα τα αισθήματα.
Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου,
εκεί που το χαμόγελο πλέκεται
με το φως του ήλιου,
δίχως ρίζα πουθενά.
__ Κύριε, απ΄ τα μαύρα νέφη του χειμώνα
κι΄ απ΄ τις εικόνες των ναών,
απ΄ τα ολόχρυσα στάχυα των κάμπων
και απ΄ της θάλασσας το έρεβος,
από κάθε ομορφιά να εγερθείς
μ΄ ευθεία ορμή προς την καρδιά του,
γιατί μες΄ στη δική μου καρδιά
ποτέ δε θα σε συναντήσει.
Μην επικαλείσαι τον πόνο, αδελφέ μου,
όταν δεν έχεις μυστήριο στη θέληση.
Δείξε μου το μέσα πράγμα.
Δεν είναι να τεντώσουμ΄ ένα τόξο στη ζωή,
δεν είναι να μιλήσουμε σε γλώσσα πολέμου.
Έχασες το παιχνίδι του πόνου
αν μείνεις
μες΄ στων δισταγμών τα παγερά φώτα.
Ωστόσο, κράτησε στην ψυχή σου την αγάπη.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ

__ Δεν έχω πια λύση καμιά.
Και κουβεντιάζω με τους δρόμους
σε γλώσσα που κ΄ εγώ δεν ξέρω.
Όμως, η περιέργεια με κρατά στη φοβερή γιορτή,
μεγάλη περιέργεια, ομολογουμένως,
να δω πως δεν υπάρχει λύση ως το τέλος.
Για την αγάπή κ.τ.λ.
έχω
συμφωνήσει.
Δεν μπορώ
να βάλω την πίστη ανάμεσα
στον πόνο και στην αιωνιότητα.
Τρίβονται τα όνειρά μου
σαν φύλλα του φθινοπώρου
που πέφτουν αθώα
και τα πατούμε.
__ Τα όνειρα,
βλαστοί στο στήθος,
κλήματα μες΄ στην καρδιά.
τα όνειρα …
Διαιώνια εκδικούνται το χώμα
σκοτώνοντας εμάς.
Οι νέες δροσοσταλίδες κάθισαν στα φύλλα,
χύθηκε το αίμα του θεού.
Οι νέες αισθήσεις δόθηκαν.
Μη στέκεις στο προαύλιο του ναού
με μάτια μόνο.
Άτονα τα χέρια σου τώρα,
υψώνονται, υψώνονται αύριο,
μονάχα μην πέσεις όταν το φως
ανάμικτο με άπιαστη φωνή
και λυπημένη
σε σταματήσει:
« Γιατί με πολεμάς ; »
( η ερώτηση διαρκεί )


Νίκος Καρούζος

Τί εἶπα κάποτε σ᾿ ἕναν ἱπτάμενο


Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...

[Χορταριασμένα Χάσματα, 1974]
Νίκος Καρούζος

Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας



Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομήλι στὸν καλύτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βράδια νὰ γυρέψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος
κι ὅπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ εὐωδιάζουν τὰ σπλάγχνα κι ἁρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αἴσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ἕνα τίποτα ἕνα χορτάρι φέρνοντας ὅλη τὴν εἰρήνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα ἡ μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπόδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀέρα
ψηλὰ στὸ δέντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιόμενο πέρα στὴ δύση.
Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.

Νίκος Καρούζος

Ρωγμές


Πάλι στοὺς δρόμους ὁποὺ ζήσαμε τὴν προσωπίδα
κόκκινη μὲ σταλαγματιὲς χρυσοῦ
τέτοια περιπέτεια τέτοια ὡραία ἐλπίδα
μέσ᾿ στὶς συνέχειες τῶν ὀνείρων ἔχω τὸν ἀμνὸ
δὲν πιστεύω στὰ ποτάμια ὁλοένα τρέχουν
δὲν πιστεύω στὰ φύλλα ὁλοένα πέφτουν
εἶναι θεία ἔνδον αἰθάλη π᾿ ἀλλάζει τὶς ὁράσεις
κι ὁ θάνατος βαθαίνει τὴν τέφρα.

Νίκος Καρούζος

Αἴφνης



Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.

Νίκος Καρούζος

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Ορατότητα


Σηκώθηκε η νύχτα της ερήμου
τέτοια ώρα
πριν ακόμη βγάλω τα ρούχα μου για ύπνο.
Μυστηριώδης απόλαυση: λιτότητα του χρόνου
δίχως πόνο
ουδέ σκιά χαράς.
Το μυαλό μου ακμαίο φύλλωμα διασχίζεται.
Ο σκελετός καποιανού ερημίτη
προσπέρασε την εικόνα του
τη φεγγερή του σάρκα
ρίχνοντας χάμω το νευρικό σύστημα
και μίλησε.
Η άχνα της αναπνοής
έβγαινε μεσ’ απ’ τα ξεβιδωμένα δόντια.
Ιδού ο χαιρόμενος ανεπίληπτα.
Ιδού ο σκορπίος ο μελισταγής.
Η λάμψη απ’ τα κόκαλα έβγαινε αμνώδης.

Νίκος Καρούζος

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Εἰκόνα



Πῶς δοκιμάζουν τὰ ὄργανα οἱ μουσικοὶ πρὶν ἀπὸ ἔναρξη συναυλίας
ἔτσι κι ἐγὼ τώρα χειριζόμενος λέξεις

εὐαισθητισμὸς εὐαισθησία αἰσθητισμὸς
εὐαισθησία καὶ αἰσθητῆς τὸ εὐαίσθητον
εὐαισθησιακὸς εὐαισθησιάζομαι εὐαισθησιασμὸς
εὖ καὶ αἰσθητικὸς καὶ αἰσθησιακὸς
αἰσθαντικὸς ἴσως
αἰσθ-ἴσως αἰσθαν-ἴσως
αἰσθ-ἀδελφέ μου καὶ Ἐσθὴρ ἀπ᾿ τὴ Βίβλο

ἀρχίζει μὲ χειροκροτήματα τὸ ποίημα.

Νίκος Καρούζος

Γυναῖκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας


Εἶσαι μία ἤπειρος τοῦ στήθους ἀπ᾿ τὸ βάθη τῶν φυλῶν
εἴσαοι πλανόδιο σὰν τὸ φεγγάρι
ὁ πόνος εἶναι πλόκαμος κ᾿ ἡ ἀγάπη σου ὑδράργυρος
γυναίκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας.
Ὅταν ἀφήνεις ἕνα βλέμμα στὶς κοιλάδες νὰ ὡριμάζει
καθὼς οἱ ἄνεμοι τὸ ταξιδεύουν ὡς τὰ ὕψη
νέμεσαι κλαδιὰ καὶ χύνεις δηλητήρια μέσ᾿ στὸ φεγγάρι.
Μόνη σὰ φόνος κατοικεῖς τὴ συνείδηση
συνωμοτώντας ἀντίκρυ στὶς θεότητες τῶν πουλιῶν
ἐσὺ μὲ μαῦρα ποταμικὰ μαλλιὰ
ἐσὺ πάλι καὶ πάλι μὲ σκοτεινὰ μάτια.
Λέω στὸν ἥλιο νὰ σταθεῖ χωρὶς τὴν ἀγαθότητα
σχίζοντας τὸ μεγάλο χρῶμα τοῦ ὀνείρου
στὸν ἥλιο νὰ σὲ πολεμήσει μὲ βοερὸ θειάφι
καὶ νὰ γκρεμίσει ὅλη τη θύμηση ποὺ μὲ παιδεύει.
Νὰ οἱ καιροὶ στὰ βήματά σου μ᾿ ἔφεραν
οἱ φυτικοὶ δεινόσαυροι τὰ οὐράνια πλάτη
μιὰ δέσμη χαλαρὴ τοῦ αἵματος ἕτοιμη νὰ σκορπίσει
τότε ποὺ φώναζα δίχως ἀπόκριση: Θέλω νὰ γίνω γαλάζιος.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ θάνατο
μὲ πορφυρὲς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὰ μέλη
ρώτησα μὰ δὲν ἔμαθα ποὺ βρῆκες τὸ σκοτάδι
σὲ μυστικὰ ρυάκια κλειδώνεις τὸν ἦχο σου
μόνη μὲ τὴν ἐκρηκτικὴ φωνὴ τῆς σιωπῆς.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ μακρινὸ χάραμα
σώματα πέρασες ἀκόμη ταξιδεύεις.
Ἐγὼ δὲν ἔζησα κ᾿ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἀττικῆς εἶν᾿ ὅλο τὸ ταξίδι μου
Σὲ τόσους καημοὺς τραγουδώντας
δὲν ξέρω τ᾿ ὅπλο τῆς λησμονιᾶς.

Νίκος Καρούζος

Μὲ λίγο καστανόχωμα


Θὰ βελτίωνα κυανὲς τῶν μίσχων ἀνατάσεις
μὰ ὅμως τὸ μυαλό μου σὲ κατάρρευση
θλιβερὲς κλωστὲς
κι ἀθρόιστα ξέφτια
- κόσμος πολὺς ἀπόξω περιμένει
κ᾿ ἐγὼ δὲν ἔχω κἂν οὔτε φράση
κι ἂν ἤθελα κάτι: νὰ πάγαινα στὸν ἀνοιχτό μου
τάφο περπατώντας
νὰ πήδαγα μέσα τὴν ὥρα τὴν ἔσχατη
καὶ τὰ φτυάρια στὰ γρήγορα νὰ μὲ κουκούλωναν ἕως
τὴν ἀπώλεια τῆς εἰκόνας μου.

25 Ἰουνίου 1990

Νίκος Καρούζος

Ὁ δεύτερος θάνατος


Homo erectus ἀπόμακρη ἀφετηρία τῆς Ἰλιάδας
δὲν ἤτανε καλύτερα νὰ ῥεμβάσεις μὲ τὰ τέσσερα;
Δὲ σοῦ ῾φτανε τὸ ἀηδόνι νὰ ἐκκλησιάζεται
στοὺς ἀφροδίσιους κλάδους τῶν δέντρων;
Τί διάολο τὴν ἤθελες τὴν ἔκλυτη ᾨδὴ τοῦ ποιητῆ
στὰ σωθικά του τὰ πικρὰ τὰ αἱματοτσακισμένα;
Τώρα τὴ χάνεις δυὸ φορὲς τὴν ὀμορφιὰ
σ᾿ ἕνα φριχτὸ ξερίζωμα οὐρλιάζοντας ζωὴ καὶ τέχνη
Ἂχ μάνα μου τί κατρακύλισμα στὸ μεγαλεῖο...
Θά ῾τανε ἡ ἄγρια στύση στοχάζομαι
ποὺ σοῦ ῾δωσε ὦ homo erectus τὴν αἴσθηση
νὰ σηκωθεῖς ὁλόρθιος σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο.

Νίκος Καρούζος

Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ


Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ -
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.

Νίκος Καρούζος

Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα



Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια
στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.

Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλῆκι.

Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.
Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα...

Νίκος Καρούζος

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Διάλογος πρῶτος


Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.
Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση
γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει
χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.
Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη
νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μία μουσικὴ
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δὲν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σῴζων ἑαυτὸν σωθήτω.
Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα
στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ
μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

Νίκος Καρούζος

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Αἴφνης

Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.
Νίκος Καρούζος