Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντιγόνη Ηλιάδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντιγόνη Ηλιάδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Πρόσκληση

Θέλω να βρεθούμε

για να μη ξεχάσω πως κάποτε υπήρξαμε

κάτω από τον ίδιο ουρανό

μάρτυρες σε αυτή τη μαζική λιγοθυμία

των δύο χιλιάδων κάτι χρόνων

στους ίδιους δρόμους της πόλης που στενάζει.

Θέλω να βρεθούμε στα στενά που φοβάμαι να διασχίσω

στα σπίτια από κάτω των εξαντλημένων γυναικών, των επαναλαμβανόμενων ανδρών,

μπροστά από πόρτες που δεν θα ανοίξουν ποτέ για να φανερωθούν

τα πρόσωπα των έμφυλων άφυλων με την υπόθεση –τι θα γινόταν αν- καρφωμένη στο κούτελο

τρέξε να βρεθούμε στο στενό με τους κινέζους που δουλεύουν για λευκούς

εκεί που μαζεύονται οι άραβες και μιλάνε πολύ και δεν καταλαβαίνουμε τι λένε

στα μαγικά σημεία που συχνάζουν

τα γατιά που έχουν βρει το νόημα της ζωής

και είναι πάντα ζεστά με τη γούνα τους μέσα στη γούνα τους

χωρίς οθόνες

όλα όμορφα πίσω από όμορφα ακόμα κι αν είναι άσχημα,

στις πίσω πόρτες ακριβών εστιατορίων

όπου οι σερβιτόρες κάνουν διάλειμμα για τσιγάρο

και τραγουδούν την έκπτωση σαν σειρήνες της νύχτας

να περάσουμε δρόμους και μνημεία νεκρά

να επισκεφτούμε την πόλη που μας ανοίγεται ξένη.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Στα πλακάκια βγαίνει το μαύρο του νέφους που συσσωρεύεται

στα πρόσωπά μας, μέσα στις λακκούβες μαζεύεται μαύρο σκοτάδι

και είναι ακόμα Γενάρης, τα βράδια φέρνουν το ένα μετά το άλλο

σαν να μην έχει συμβεί τίποτα

δεν τολμάει κανείς να ανατρέψει το σύμπαν

οι σταγόνες της βροχής είναι οι μόνες που γλιστράνε από τις ταράτσες

κι όλα αυτά που έχουν κάνει οι άνθρωποι τι θα απογίνουν;

Διαβάζω ένα βιβλίο κι άλλο ένα για να ξεχάσω πώς θα ήταν

εάν ο χρόνος παρατεινόταν σε εκείνα τα λεπτά που ακούμπησες

την πλάτη σου στον τοίχο απέναντί μου και το βλέμμα σου έμεινε στο δικό μου

και συνεννοηθήκαμε, μιλούσαμε χωρίς φωνές, χωρίς αγγίγματα, χωρίς πληροφορία

τα κόκαλά μας πλησιάζαν, μα ήταν σε απόσταση, ο χρόνος, ο χρόνος ήταν μικρός και μεγάλωσε

και οι σκέψεις μου ελπίζω να πέρασαν τον δρόμο με τα αυτοκίνητα που μας χώριζαν,

τους ανθρώπους που τρέχουν όλη μέρα στα μετρό και στους δρόμους, στα καυσαέρια, σε τόπους κι άλλους τόπους, χωρίς στοργή, έχουν ξεχάσει και συνεχίζουν να διαγράφουν,

και όλο πηγαίνουν πηγαίνουν να βρούνε τι -κανείς δεν ξέρει-

ανθρώπους που διστάζουν να αναλάβουν την αλήθεια

ανθρώπους σαν εμένα κι εσένα

και το τσάι μου έχει κρυώσει στο πάτωμα,

γιατί δεν έχω τραπέζι.

Θα ήθελα αυτή η εξομολόγηση να ήταν χαϊκού, αλλά δεν είναι.

Κλείνω εδώ.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Άραγε αυτοί οι κύκλοι γύρω από τον ήλιο

ξέρουν τι αλλαγή προκαλούν στα δάχτυλα που έχουν ξεχάσει να αγγίζουν;

Εκτός από τα λουλούδια

στο μπαλκόνι μου που δεν τολμούν να μεγαλώσουν

για αυτά υπάρχει το άπειρο μπροστά

ενώ για μένα στα μαλλιά μου μία λευκή τρίχα κι άλλη μία

ίσως κάπου εκεί

και επειδή είμαι μικρή ακόμα

μού λένε η ηλικία μου δεν μού φαίνεται

μα πονάνε τα πόδια μου και η μέση μου

και θα έρθω στο σύμπαν να το σπάσω

όπως με σπάει αυτό μέρα με τη μέρα

κι εκείνη τη στιγμή της διάλυσης

σε προσκαλώ, έλα πάμε μαζί.

Τα έχεις μάθει όλα; Σίγουρα;

Ερωτήματα κολλάνε πάνω στη φασαρία που συνεχίζει δια παντός,

χωρίς σταματημό.

Έχεις ξεσκαρτάρει όλα τα όνειρά σου

τις σκέψεις που κάνεις λίγο πριν γίνει ο καφές

σαν τις κυρίες που στέκονται και καπνίζουν στην άκρη του παραθύρου

ενώ κοιτάζουν το θέαμα,

τα φθινοπωρινά σου δάκρυα που λιγόστεψαν

γιατί δεν είχες να φας

τις χειμωνιάτικες ψύχρες που ξεκινάνε από μέσα

και σε τρώνε από έξω

και τους καλοκαιρινούς έρωτες που ξέχασες πια τι έλεγαν

κι αν είχαν κάτι να πούνε ποτέ.

Παίζουν δυνατά τα κομμάτια που άκουσες από τα αυτοκίνητα που περνούσαν

και σού έστριβαν το στομάχι με αναμνήσεις

για όλα αυτά που ποτέ μα ποτέ δεν τόλμησες.

Η καταραμένη βοή, αυτός θόρυβο της παύσης.

Όσες φορές και να κοιτάξω το ταβάνι, εκείνο με κοιτάει πίσω.

Με έχουν κουράσει αυτές οι μέρες, θέλω να σε δω

πριν φύγω ξαπλωμένη πάνω σε ένα στρώμα χιλιοχρησιμοποιημένο

θέλω να σε δω πριν κλείσουν τα φώτα στον διάδρομο

πριν χτυπήσει το κουδούνι για να είναι κανείς

πριν με πάρουν τηλέφωνο για να μού πούνε τίποτα

πριν πετάξει το σμήνος των πουλιών και έρθει το άλλο για την άνοιξη

γιατί είναι ακόμα Γενάρης και πώς θα περάσει;

Εκείνος ο σκίουρος που περνούσε από λεύκα σε λεύκα

σε εκείνες τις διακοπές που σφύριζε ο άνεμος πάνω στα φύλλα

και έλαμπε το κρεμαστό μου στις γραμμές του ήλιου

όσο γύριζα σαν μικρός πλανήτης να τον κοιτάξω

δεν ήξερε από φτώχεια και ήταν η πρώτη φορά που είδα ένα πλάσμα ελεύθερο

μετά έκανα την καμπούρα του διαβάσματος

για τη διατήρηση της αιώνιας αμηχανίας

ο πατέρας μου δεν το έβρισκε φυσιολογικό

και το σταμάτησα

ήθελα σαν τον σκίουρο να τελειώνω, να κοντεύω, να φτάνω. Πού;

Και οι μήνες περνάνε σαν αγκάθια που τα κατάπιε το δέρμα.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Τα κύτταρά μου κάνουν συνεχώς στροφές και σε ψάχνουν

το χέρι μου χαϊδεύει τη σκόνη στον αέρα και φτιάχνει μορφές.

-Τα άλλα σώματα λένε ψέματα, μήπως λέει και το δικό μου;-

Ράβονται και ξαναράβονται οι φαντασιώσεις στη μνήμη

οι άνθρωποι μοιάζουν όλο και πιο πολύ με τον θεό

όταν ξεριζώνουν τις καρδιές τους

τις μέρες που πατάνε τις άλλες μέρες

και λιώνουν σαν ξερά φύλλα σε μία απότιστη γλάστρα.

Μέσα στα κουτιά χώνονται οι καινούργιες ζωές

κτίζουν γωνίες από χαρτιά με αξία ανεξέλεγκτη,

τα πλούσια δωμάτια εγκυμονούν το τέλος του κόσμου

μικροί πολιτικοί μας δαγκώνουν τις φλέβες και τα πόδια,

φαντάσματα τα χρέη μας στάζουν στις βρύσες τα βράδια,

ο μεγαλύτερός μας εφιάλτης γεμίζει το σούρουπο ποτήρια

-κι εμείς;

Μένουμε αγάλματα μπροστά στον καθρέφτη.

Αξίζει κάτι; Έλα να δραπετεύσουμε.

Οι τηλεοπτικές μεταφορές μοιάζουν όλο και πιο πολύ με εμάς,

σκιές που γελάμε κρυφά για να μην ακούσουν οι μανάδες μας,

οι έγνοιες και οι λύπες μας.

Γνωριστήκαμε μόνο με τα ρούχα και με λόγια που κάνουν πως ξέρουν τι λένε

ντρεπόμαστε και αυτό το συναίσθημα είναι το μόνο που καταγράφεται στη σάρκα.

Φτιάχνουμε σίδερα και σοβάδες για να κρατάνε τη γη να μην πέσει

κι ω τι κρίμα, δεν αναπνέουμε από ευγένεια

όσο η νιότη μας στριμώχνεται σε δωμάτια που δεν μας χωράνε.

Οι φίλες μου δεν μιλάνε για αυτά που πονάνε.

Θέλω να βρεθούμε έξω από τους θόλους,

μακριά από κριτικές επιτροπές και κρατικές απάτες,

μακριά από αυτά που μας ποδοπάτησαν με φροντίδα,

να μυρίζουμε απλώς λίγο δάσος και λίγη αγάπη.

Ποιος είναι ο τρόπος που τελειώνει;

Οι δολοφόνοι δεν λέγονται δολοφόνοι,

οι διαφορετικοί πεθαίνουν πιο γρήγορα,

κάποιοι ζωντανοί είναι πιο σημαντικοί από άλλους,

τα σώματα που έφτιαξαν για εμάς δεν είναι δικά μας,

κι όταν σού λένε ότι δεν είσαι καλός στο σχολείο

οι ήπειροι γράφουν την εκδίκησή τους.

Κάθε φορά που ένας πατέρας δεν λέει ότι αγαπάει το παιδί του

ένα αστέρι εκρήγνυται.

Τα εγκόσμια λάμπουν συνεχώς μεγαλύτερα

δεν ξέρουν τι θα πει φτώχεια και συνήθεια

κλείνουν την ερημιά σε γιγάντια βάζα που κτίζουν τον φόβο

για τη ματαιότητα και μας κρατάνε με μία απορία

απέναντι στον κίνδυνο.

Μην ξεχαστούμε μέσα στον ύπνο μας

κι έρθει και μας πνίξει το χάος.

Δαγκώνει δεν δαγκώνει;

Ξανά τα χέρια στις τσέπες και όχι πολλές κινήσεις

η θερμοκρασία είναι ακόμα χαμηλή,

είναι ακόμα Φεβρουάριος,

τα πουλιά έχουν αποδημήσει ήδη

το τσάι κρυώνει σε ένα λεπτό, ενώ χρειάζεται τέσσερα για να γίνει

και είναι στα τελευταία τέσσερα λεπτά που κάνεις ακριβώς τις ίδιες κινήσεις.

Η φιγούρα σου διαγράφεται πάνω στα άλλα πρόσωπα που προσπερνάς.

Αν ακουμπήσεις τον ώμο μου, κάνε μία ευχή

και πες μου τι θα γίνει.


Αντιγόνη Ηλιάδη


Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2023

Παθαίνουμε χρόνο

Παθαίνουμε χρόνο μη κλαις

δεν προλαβαίνουμε

μουλιάζουμε στις μικρές τις στιγμές

πολιτείες από ατσάλι και σίδερο

θα βρεθούμε ξανά μη μου λες

μη σε χάσω με χάσεις

ειπωθεί το ανείπωτο

κλείνω τα μάτια κρατάω

φοράω ασπίδες 

υπόγεια κυκλώματα

twin peaks σημύδες

στο βάθος χωρίς 

μοιράζω εσένα μοιράζω το αίμα μου

μία ιστορία φτιαγμένη με κέρμα

πάνω απ’το έρμα εσύ είσαι το κέντρο μου

θες να με δέσεις και να με φιμώσεις

δεν κάνω νάζια

είμαι παράσιτο κοιμάμαι μόνη μου

τρέφομαι με ενοχές και χαλάζια


Αντιγόνη Ηλιάδη


Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

Η γενιά μου

 Η γενιά μου στάζει ιδρώτα παλεύοντας με την αϋπνία πριν καν γεννηθεί

κυνηγάει το επίδομα θέρμανσης, ρεύματος, στέγασης, νερού, ύπαρξης κι ανάσας καίει τα μάτια της στις οθόνες και στα διαφημιστικά ρούχων

και εντολών διαδικασίας κι επιτέλεσης

ψάχνει να βρει στα σόσιαλ μίντια τρόπους διαφυγής

κρεμάει το απεγνωσμένο σώμα της στους δρόμους

σέρνεται διαλυμένη σε χώρους εργασίας, πίεσης και στρες

κάνει σχέσεις χωρίς να εμπιστεύεται κανέναν

έχει μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, στέκεται άνετα μέσα στα σκοτάδια,

ψάχνει στην πόλη να βρει απαντήσεις σε ερωτήσεις που έχουν πια περάσει

νεκροί γύρω της άγγελοι από μακρινούς τόπους μέσα σε πλατείες κι ερήμους

μέσα σε μουσικές από αυτοκίνητα, σειρήνες, τρένα, κόρνες, λεωφορεία

και την άσφαλτο που καίγεται, τον πακιστανό που κουβαλάει το καρότσι με τα χαρτόκουτα στις τέσσερις το πρωί και τα σπινθηροβόλα μάτια του άστεγου που κατουράει στο πλάι του δρόμου δίπλα στο πολυτελές ξενοδοχείο

τελειωμένη από τα πανεπιστήμια που γεμίσαν φρουρούς του πολέμου,

φτύνει τον κόρφο της με τσάκρα και ωτοασπίδες για τις ουτοπίες, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον

είχε κάποτε όνειρα που πριν ακόμα τα ονειρευτεί ήταν ήδη καταραμένα

όνειρα να κάνει έρωτα ελεύθερα, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, χωρίς περιορισμούς και ανατροπές και κατακλυσμούς και βιασμούς και νεροποντές, όνειρα, όνειρα

που τώρα ανταλλάσσει με ναρκωτικά,

υποψιάζεται ότι θα πεινάσει με στερημένη φαντασία από τα δέκα της χρόνια,

κουβαλάει εφιάλτες στην πλάτη σαν τον Σίσυφο από την Ομόνοια ως την Πλατεία Αμερικής,

πηδάει χωρίς αλεξίπτωτα από ταράτσες, ψάχνει τον χαμένο της χρόνο, τη χαμένη της νιότη στις πονεμένες πλάτες της, λίγο μετά αφού τελειώσει τα τριάντα χωρίς να έχει φτάσει στον αρχηγό της πίστας

σφραγίζει τους χειμώνες που στερήθηκε τη ζέστη και ανοίγει τα καλοκαίρια από τη Μάρνη ως την Αγία Παρασκευή, ζητιανεύει λίγη ηρεμία να κλέψει από τον θόρυβο με το στόμα στραβωμένο από τις εκρήξεις πείνας για κάτι άλλο μέσα στο στομάχι

και το φως της νύχτας που βγαίνει από τα τούνελς κάτω από τις γέφυρες δεν φτάνει να αλλάξει τη μυρωδιά του αλκοόλ έξω από φθηνά μαγαζιά που ατμίζουν σταθερούς ρυθμικούς τόνους

τικ τακ τικ τακ και είναι πρωί τικ τακ τικ τακ δεν το πρόλαβε έγινε μεσημέρι τικ τακ τικ τακ τι είναι το μεσημέρι τικ τακ τικ τακ νύχτωσε κι έγινε απόγευμα και ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα σαν την άμμο στα χέρια σε μία παραλία που μόνο θα ονειρευτεί

ψάχνει τρόπο να σταματήσει να μιλάει για δύο χιλιάδες θάνατο, βρίσκει μνήμες παιδικής ηλικίας, πλάκες για πόλεμο και πεζοδρόμια που την αντέχουν, αφήνει όνειρα έξω από τους σταθμούς του μετρό, ουρλιάζει για τους φυλακισμένους και σηκώνει κάγκελα

ανάβει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο στις υπερθερμασμένες αποβάθρες του μετρό και δεν ξέρει πού πάει, κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό της, τρώει σούπα μού είπες σού είπα ξεχνάει τι της γίνεται και κάθε μέρα ξαναγεννιέται από το μηδέν μα είναι η ίδια και είναι σαν ρώσικη κούκλα που ξετρυπάει την καρδιά της για να μη την προλάβουν άλλοι

τρελή από φόβο και από πάθος για τη ζωή μα καταπιεσμένη ως την αυγή που δεν τη βλέπει ποτέ μέσα σε υπόγεια και τρύπες με καπνό και υγρασία, μυαλά που μειώνονται επίτηδες ένα προς μόνο για τρέλα μιλάει

στα ομιλούντα κεφάλια που μιλάνε για τον θεό κακαρίζουν σαν παλαβά με φυλλάδια φυτρωμένα στους κόρφους τους για το πώς πρέπει να ζει τη ζωή τη στιγμή που ο θεός δεν δονείται πια παρά μόνο σε γιγάντιες οθόνες νέον με διαφημίσεις για κάποιο προϊόν που όλοι ψωνίζουν μα κανένας δεν χρησιμοποιεί

περνάνε οι βεντάλιες, τα κοσμήματα, τα χαρτομάντιλα, τα χαρτάκια, τα φιλτράκια, τα αρωματικά στικς, τα κερασάκια σε τούρτες ανθρώπινες από άλλο κόσμο με βλέμμα κούρασης και θλίψης χαμογελάνε σε σύννεφα που κινούνται σε ρούχα οργανωμένα σε χρόνους ανοργάνωτους ενώ

μιλάει με γκρίκλις, χορεύει σε ρυθμούς άγνωστους βγαλμένους από τις ρίζες, τις φύτρες και το άνοιγμα των νυχιών της σε στάση άμυνα-επίθεση-άμυνα, περνάνε μπατσικά τα αγοράζει, τους ανταλλάσσει, τα μυαλά της χάνει ενόσω

μία μεταφυσική χροιά υπάρχει στα νεκρά βλέμματα ανάμεσα στις συζητήσεις για το τίποτα, στον θόρυβο κάποιων παιδιών που ήταν αυτή και είναι ακόμα εκεί που για κάποιο λόγο όλοι βλέπουν φαντάσματα από την Κίνα και είναι σαν ρομπότ που απενεργοποιήθηκαν λίγο πριν απορροφηθούν τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους από τις υπερφωτισμένες οθόνες

και βρέχει, είναι όξινα και η βροχή σκαλίζει τις λακκούβες της ενήλικης ακμής στο πρόσωπο

σκλάβα της συνήθειας και του σεξ χωρίς ανταπόκριση περιφέρεται ακατάπαυστα μέσα στην υγρασία και στο καυσαέριο και αναπνέει το σκοτάδι, μελετάει για τι και πώς ο κόσμος θα καταστραφεί όχι σε είκοσι χρόνια μα σε ένα δευτερόλεπτο

τινάζει ένα κομμάτι της, πλήθος υπερενέργειας, τις βιταμίνες του, τα μούσκουλα, τα κολγκέιτ πλαστά χαμόγελα, τους ιδανικούς σκελετούς του, τα μακροχρόνια κέρδη του, τα στιλπνά καθαρά μαλλιά του, τα υγιή ζώα και πρωινά του και τα καλοκαμωμένα νύχια του, ενώ κρύβει μέσα στην κινόα και στο αβοκάντο τα αντικαταθλιπτικά του

και τσιρίζουν περιπολικά όχι για τη γυναίκα που σκοτώθηκε, μα για τον μετανάστη που άραζε σε μία γωνία και περίμενε τον φίλο του

από τα υπόγεια γκαρίζουν άνθρωποι στοιβαγμένοι χωρίς χαρτιά και ζόμπι περιφέρονται στον δρόμο και τους κυνηγάνε να τους φάνε, με μηχανάκια και ταξί που αναμασούνε τη χαρά από τα δημόσια μέρη της συνήθειας

κερνάει θρησκοληπτικές αγάπες στα κέντρα τέχνης μεθυσμένη, η γενιά μου, στο πάτωμα μίας σχολής για πισινούς και προφήτες που δεν ξέρουν από μουσική και μαγειρική και κάνουν στροφές  γύρω από τον εαυτό τους φασκιωμένοι με το εγώ τους και την ασυναρτησία τους

στα λεωφορεία τους έχουν ζώα σκοτωμένα που μυρίζουν στις σακούλες τους, σκυλιά με κομμένη την ουρά, που φοράνε τα ρολόγια τους ανάποδα, τρέχουν να προλάβαινουν ούτε κι αυτοί δεν ξέρουν τι, μαθαίνουν άλλες γλώσσες, βρίζουν και μιλάνε πρόστυχα, κόβουν τις φλέβες τους στα ψέματα για να το κάνουν τατουάζ

γενιά εξορισμένη από σπίτια που ανεβάζουν τα νοίκια οι νοικοκύρηδες άνθρωποι με τις λιωμένες ψυχές στα χέρια, ανήθικοι σε έναν κόσμο ηθικό για τα μάτια του μόνο, ακούνε τις γυναίκες που δολοφονούνται από τους άνδρες τους στα διπλανά δωμάτια

την ανέγερση στρατιών πάμφωτου και αιώνιου πολέμου του Χρόνου που τελειώνει συνεχώς και ξαναρχίζει στα δελτία ειδήσεων που γεράσανε, στις τράπεζες που δεν καίγονται ποτέ γιατί είναι η απόλυτη πραγματικότητα, στις γέφυρες από όπου δεν θα πέσει κανείς, γιατί πρέπει να κάνουμε ησυχία, όλοι κοιμούνται,

πίνει μπίρες στο τελευταίο μαγαζί, σπάει ποτήρια και τρώει πίτες από το βρώμικο πάτωμα που το έχουν ακούσει χιλιάδες και ονειρεύεται μέσα από σάπια ρετρό ηλεκτρονική μουσική και σειρήνες

ξεχνάει τα ανοιχτά παράθυρα δίχως δροσιά στο δωματιάκι στη Βικτώρια, τη χτυπάει μόνο το ρεύμα μα δεν έχει να το πληρώσει

περιφέρεται και τραγουδάει στη λεωφόρο εκείνη γεμάτη αφροέλληνες και κινέζους

δίνει το φιλί της αγρύπνιας σε παράδεισο και κόλαση, άγρυπνη πίσω από ένα ψιλικατζίδικο γεμάτο λευκά λαμπάκια, ενσάρκωση μίας γριάς γυναίκας που κάνει καφέ στο μπρίκι στα εβδομήντα και αντί για ζάχαρη αφήνει στην κούπα της δάκρυα

στα εικοσιπέντε της σχίζει τον λαιμό της σε μία φοιτητική γκαρσονιέρα στη θεσσαλονίκη, την ξυλοκοπάνε μέχρι θανάτου λόγω παραξενιάς μέρα μεσημέρι και τραβάνε με τα κινητά τους το θέαμα και οι μέρες περνάνε με φωτογραφίες στις εφαρμογές

η μία γυναίκα πέφτει μετά την άλλη σε σπίτια που δεν ανοίγουν ποτέ παραέξω, τα εγκλήματα καθαρίζονται με ακριβά καθαριστικά κι αυτές βυθίζονται στη μοναξιά, χάνονται στα σκατά που έχουν γεμίσει ποτάμια ολόκληρα γύρω με ιερά γέλια να πέφτουν από ένα αόρατο κοινό που έχει ξεχάσει να νιώσει κάτι άλλο πέρα από το πετσί του που κι αυτό πέφτει σαν ψεύτικο κάθε αλλαγή εποχής φοράει μάσκα και κοστούμι ενοχής

και τα χρόνια δεν γυρίζουν χωρίς καύσιμα για να πάει μπροστά μεθυσμένη από το όλο και την ολοσχερή πραγματικότητα περιμένει τη σωτηρία από έξω

πιστεύει μόνο σε καθημερινές αναρτήσεις, η γενιά μου, και άστατες συζητήσεις παρακαλάει για λοβοτομή και θεραπεία, κάνει γιόγκα για να αυτοπροκαλέσει ιδιάζουσα αμνησία

διαμαρτύρεται σε ένα πινγκ πονγκ του παραλόγου που στάζει αίματα από τις ρόδες του και πηγαίνει από την Ευρώπη ως την Ανατολή και πάλι πίσω μπρος με το μπαλάκι βαρύ σαν τον πλανήτη που κοντεύει να σκάσει μεσάνυχτα στα εντόσθια μίας γάτας που σέρνει από το μπαλκόνι, ώσπου να την πατήσει ο κάγκουρας που τρέχει με εκατόν εβδομήντα στην Ιερά Οδό για να βρει το τελευταίο κομμάτι ζωής που έχει χάσει

ονειρεύεται τη γύμνια της ντυμένη με υποκρισία και το κεφάλι της ελεύθερο πρησμένο από την ατέλειωτη πληροφορία που αναπαράγεται και δεν χωνεύεται ποτέ ούτε τις νύχτες ούτε μετά τον θάνατο

τρώει άλλα χίλια χρόνια για προϊόν πρωινό


Οπότε, θέλω να σου πω κι ας είσαι κι άνδρας,

η γενιά μου είναι τρελή από τρελούς και τρελότερους

παράξενη, στη σκιά μίας μητέρας που υπέφερε

έχει σκοτώσει και σκοτώνεται

γελάει χωρίς χιούμορ

και γράφει απαισιότητες που εξαφανίζονται σε μία μέρα, η γενιά μου,

είναι σε σοβαρή κατάσταση με κρανίο που της το τρώνε συνεχώς τα σκουλήκια

πίνει τσιγάρα στριμμένα με σκόνη μητρικού γάλακτος και νυχτερίδας

πετάει το σώμα της στα γυμναστήρια ή στα νοσοκομεία για να της το φτιάξουν

ενώ χάνεται στην άβυσσο που δεν θα μάθει ποτέ τι είναι

γιατί ο θεός είναι νεκρός, προτιμάει να κλείνει τον εαυτό της σε δανεικά σπίτια

φουσκώνει τον αέρα της με κενά κι άλλα κενά όπου κενό κι αυτή

αφήνεται σε μία επανάσταση που μόνιμα εκκρεμεί και είναι στο παραλίγο

βήχει όλο το βράδυ δίπλα σε ένα μισοφαγωμένο τοίχο, κάτω από έναν μουχλιασμένο φωταγωγό, ακούει τις φωνές των γειτόνων, δεν ζει είναι σαν να έζησε, κάνει κάθε μέρα το ίδιο, επανάληψη στην επανάληψη, στην επανάληψη κι αυτό το σώμα είναι σε κώμα και δεν θα ξυπνήσει παρά μόνο με μία βόμβα στα πόδια που τρέχουν και τρέχουν μα δεν είναι ελεύθερα

δεν ξεφεύγουν ποτέ κι αυτή η πίστα είναι σαν να μην έχει αρχηγό, κι αυτά τα σκυλιά είναι μόνιμα με αφεντικό και δεν θα ξεφύγουν ποτέ από τους ιαχούς των ψυχών που εκτελούν κάθε μέρα, δεν θα ξεφύγουν ποτέ από τα αναπάντητα μηνύματα και τηλέφωνα, από τα μεταχειρισμένα έπιπλα, τα τσαλακωμένα σημειώματα στα σκουπίδια, τις κλαμένες παραισθήσεις και φαντασιώσεις,

δεν είναι ασφαλής, δεν είναι ασφαλής αυτή η γενιά, σαν χαλασμένη σούπα που την πετάξανε στην τουαλέτα και τώρα μένει μόνο να της πατήσουν το καζανάκι

διαλύεται, ξεφεύγει, πάει πού αλλού στη θάλασσα, γίνεται ένα με την υπόλοιπη ψευδαίσθηση, αφήνει τη σάρκα της στη χημεία και μελετάει τα ατελείωτα χρονοχτυπήματα πάνω στα ιδρωμένα της ρούχα, πάνω στα σφαγιασμένα της ποιήματα που ξεχύνονται στους δρόμους σαν ορεκτικά για τους επισήμους

ξαπλώνει να ηρεμήσει σε μαξιλάρια από άχυρο βγαλμένα από ένα παραμύθι πλατφόρμας στην άκρη του σύμπαντος, γιατί έχουν προγραμματίσει πότε θα της πάρουν ακριβώς το κεφάλι και για πόσα πριν καν γεννηθεί

γιατί αυτή τη γενιά, τη δική μου γενιά

την ξεπούλησαν φθηνά πολύ

και της αρέσει να καταστρέφει τον εαυτό της και τους άλλους

στο όνομα μία ευγενικής αγίας εκδίκησης που δεν σχεδιάζει καν να πάρει

από τον σατιρικό θεό της ύπαρξής της.


Αντιγόνη Ηλιάδη

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Καντιανή μεθοδολογία



Ο τρίτος νόμος του Καντ λέει ότι πρέπει να είμαστε μαζί. Το σκουπιδιάρικο περνάει και καλείται να μαζέψει πέντε μεσήλικες κυρίες που χορεύουν ποντιακά στην Ίωνος Δραγούμη. Ο κυρ Μιχάλης ντουμανιάζει και σκέφτεται τις πουτάνες που σκότωσε με το πριόνι για τα ξύλα της σόμπας. Ένα περιπολικό λέει το ανάποδο σ’ αγαπώ στις τσιγγάνες και μετά το βλέπουμε να καίγεται. Είναι το πιο ωραίο εύφλεκτο υλικό κι όλοι το ξέρουμε. Οι ματάδες κάνουν τσεκ ιν στο άι φον και μία τύπισσα με στραφταλιζέ γατάκι μαλώνει με τον φόρμες για τον φαλλοκρατισμό του και του λέει παιδί μου δεν αλλάζεις σε κάνανε φαλοκράτη εσένα. Το πρώτο έργο του δεύτερου μέρους συμφωνική ορχήστρα του Ντεμπισί. Μπροστά στο Κίνισι Παλλάς περνάνε οι Πακιστανοί με κλειστά μάτια και οι τρύπιοι μιλάνε για τις ενέργειες και τα τσάκρα. Το σούρουπο το κρεβάτι του ψιλικατζή γίνεται ανοιχτό στα κόκαλα του Μαζόχ με μια μυρωδιά από φασολάκια της γειτόνισσας από τον φωταγωγό. Σάρκα του πατρός και της μητρός ιλί ιλί λαμά σαβαχθανί. Επόμενη στάση δημοτικό πολυϊατρείο και βαρέθηκα αυτό το λεωφορείο. Πνίγομαι. Ο ανάπηρος είναι ενενήντα τοις εκατό, άλλωστε όλες δεν είμαστε ένα ποσοστό και μία μουσουλμάνα θα μου δώσει τα λεφτά για το εισιτήριο του λεωφορείο. Το μισό σκοτάδι του κόσμου έρχεται από την ύπαρξη του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Ο τρίτος νόμος του Καντ λέει ότι πρέπει να είμαστε μαζί.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Νύχτα μεγάρων κεφαλιών


ποίηση αποπροσανατολισμού
κουλογραμμένη
σε έναν άκυρο που δεν θυμάμαι ποιος
αγκάλιαζε τον πιανίστα

I.
τι είναι αυτό
κάπου το έχω ξαναδεί
 δεν ρωτάω για το μουσικό όργανο
που το έχω ξαναδεί
είναι μία διαφήμιση
όπου ένας τύπος τραγουδάει
στο αεροδρόμιο
δεν ξέρω αν
η κυρία μαρίτσα θα πεθάνει
του είπε κάποιος
να βγάλει βόλτα τον γέρο
στα ενενηντατέσσερα
έξω από το δημοτικό
για να κολλήσει τη νόσο
των πτηνών και να πεθάνει



ΙΙ.
έλα να πλήξουμε
μια ώρα αρχύτερα
στα φώτα του μεγάρου
με τα χρώματα των οσίων δρόμων
βλέπουμε ώμους
κλείνουμε τις μύτες μας
πέφτουν χασκόγελα
από το ταβάνι
στη μέση του πουθενά
κι όταν είναι
να πληρώσουμε το εισιτήριο
κανείς δεν λαλάει
κι όλες περιμένουν στα πεζούλια
δεν ξέρουν τι
δεν αναρωτιούνται
γιατί


ΙΙΙ.
πάντα
να λέτε ευχαριστώ
να είστε ευγενικοί
μην παρεξηγηθούμε
στη μύγα κολλάει
το σίδερο
κι ο τύπος που σε παίρνει από πίσω
και σε τρομάζει πριν πας σπίτι
θα γίνουμε φίλοι ποτέ

πάντα να λέτε ευχαριστώ
να προωθούμε την οικογένεια
δεν είμαι όμορφη
παρακαλώ
να μην το ξαναπείτε
ευχαριστώ
προτιμώ να ανήκω
στην συνομοταξία των άσχημων
των πολύ άσχημων




IV.
έσυρες την πινακίδα
στο στέκι των ψαράδων
με τις πλαστικές άσπρες
δίπλα στο μέγαρο
οι πλαστικές άσπρες καρέκλες
αδερφή του πεντζίκη
το πακέτο των τσιγάρων
σβήσε τα φώτα της μεγάλης σκάλας
στην πόλη των τρελών
κανείς δεν κοιμάται
όλοι έχουν ραντεβού
παιδιά σας ευχαριστώ από καρδιάς
τα σέβη μου πολύ παιδιά
μη με πατέ ποτέ στο κέντρο
ποτέ
σε ένα λεπτό



V.
δεν πλήττω
δεν πλήττω
δεν πλήττω
το σαξόφωνο
το σαξόφωνο
το σαξόφωνο
με επηρεάζει
με διστάζει
με κράζει
τι είναι αυτό μέσα μου
που με ατιμάζει

VI.
τι κανς μιχαλιό
συ δν σαι
πουρθες απτοχουριο
μαριπρουχθές τημάνα σου
ίδα κιαποειδα
τηνκαμεν
μπρους σενατοίχου
όχιτουλη ναπροσκυνά



VIII.
η ζωή μου
βούτυρο σοφττ
νέο βιτάμ σοφτ
η γεύση στο ψωμί
η ώρα γυρίζει
και η ζωή συνεχίζει
νιώθω όμως μια σιγουριά
μια σιγουριά
όχι δύο
μια
μια
μια σου λέω είναι


Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

ΙV

παρακαλώ, περιμένετε
να σας εξομολογηθώ
αυτό είναι ένα
ένα απλό χαρακίρι
αίσθηση
ηθική
θάνατος ησυχίας
παντός καιρού

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Φύτρα Ι


χωρίς χώμα
χωρίς ρίζες
χωρίς κλαδιά
χωρίς λίπασμα
χωρίς ήλιο
χωρίς χλωρίδα

μόνο μια φύτρα

αχ
αυτή
η μοναξιά