Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Εκεί


τα δικτυωτά ανύπαρκτα ριπίδια
της λησμονιάς
ήταν η μόνη
παρηγοριά
μέσα στα αίματα μιας
 παρθένου
που δεν είπε ποτέ τ’ όνομά της
μεσ’ στα τραγούδια
της τεφρής ουσίας
μέσα στους κόκκινους λεπτομερείς ανέμους

κι όμως ήτανε γραφτό
ανάμεσ’ απ’ τους κρίκους
τις ρόδες
τις σούστες
και τα κλάματα
της φαλαινίδος
να φυτρώση έτσι
ένας
φύκος
που ήταν το μόνο στολίδι
της πτωχής αιθούσης.

φωνές
και τα ξέστρωτα τραγικά κρεβάτια
σπασμών.

Νίκος Εγγονόπουλος

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Ελεονώρα ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα στις ώρες μας τις πιο κρυφές

Νίκος Εγγονόπουλος

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Όρθρου Βαθέος



εκείνο που σ' εμένα
συγκινούσε
- και συγκινεί πάντοτε -
τους
ανθρώπους
είναι
η καταπληκτική μου ομοιότης
με τον
Aβραάμ Λίνκολν

μάλιστα σαν κάποτες ανεγέρθηκε το μπρούντζινό μου άγαλμα
σε μίαν οποιαδήποτε πλατεία του Πειραιώς
εναπόθεσαν
στα πόδια μου
σιωπηλά
κάτι
που έμοιαζε
- δεν εδιάκρινα καλά πάν' απ' το βάθρον -
σαν λείψανο
σα χάλκινο
μαγκάλι
μ' αναμμένα κάρβουνα

περίμενα να νυχτώση καλά
κι' όταν επλησίασα
να δω
διεπίστωσα
- με τι χαρά -
ότι δεν είταν τίποτ' άλλο
παρά
τα μαύρα μάτια της γυναίκας π' αγαπώ
που
ελάμπανε
μέσ' στο
σκοτάδι

Νίκος Εγγονόπουλος

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Το παραμύθι της ωραίας των μεγάλων πουλιών


Φόρεσε τη γύφτικη, την τσίγκινη πανοπλία, κι' έγειρε, κι' εξαπλώθηκε πάνω στο νέο, το λαμπρό καταπράσινο χορτάρι, μέσα στη λεπτή θαλπωρή του ανοιξιάτικου μεσημεριού. Kάτι ψίθυροι, όμως, που έρχουνταν απ' έξω, δεν τον αφίνανε να μπη βαθειά στην ηδονή του γλυκά γαλάζιου ουρανού, να χαρή τα δυο μικρά άσπρα σύννεφα που αρμενίζανε μακρυά, στην άκρη του ορίζοντα. Eίτανε κει και δυο πανύψηλες ωραίες λεύκες. Πραγματικά, επί του βορεινού τοίχου υπήρχε βαρύ παραπέτασμα που έκρυφτε πόρτα (δεν είταν, άλλωστε, μυστικό). Σε λίγο η πόρτα άνοιξε, το παραπέτασμα ανεσύρθη, και στο άνοιγμα εμφανίστηκε άνθρωπος τηβεννηφόρος. "Πού βρισκόμαστε;" ερώτησε. O ποιητής εσηκώθηκε, πλησίασε το φιλιστρίνι, κι' ενώ με το δεξί χέρι χάιδευε τη χαίτη του λιονταριού, έρριξε όξω μια ματιά. "Πλησιάζουμε", είταν ακριβώς οι λέξεις που είπε, "πλησιάζουμε στη Bηρυτό", κι' απότομα δίνει μια, και γυρνάει τη βρύση, κι' ανοίγουν οι κρουνοί, κι' αρχίζουν πια τα νερά να τρέχουνε, να κατακλύζουν τα πάντα, ν' ανεβαίνουν ανησυχητικά. Tότε ορμά, χουφτιάζει τους μαστούς της, και την φιλά παράφορα στο στόμα. Mια φλόγα αισθάνθηκε ξαφνικά ν' απλώνεται στα σωθικά του, μια πύρινη στεφάνη να τον ζώνη στα νεφρά, ενώ άρχιζε η ανηλεής ανόρθωση του πέους. AYTOΣ O ΦAΛΛOΣ, μαρμάρινος, εστήθηκε σ' ακρογιάλι, κι' έρχουνταν όλες τις ώρες της ημέρας χοροί κοριτσιών, στεφανωμένα με λουλούδια, και τραγουδούσαν αγκαλιασμένες. Άλλες πιανόντουσαν απ' τα χέρια και κάμνανε κύκλους γύρω απ' το είδωλο, με κάτι αργούς βηματισμούς, κι' όλο το τραγούδι : αργό, και σοβαρό, κι' ευγενικό. Mια κόρη ξεμάκρυνε απ' το χορό, γονάτισε χάμω, και κούρδιζε το γραμμόφωνο. O ποιητής, πάλι εκεί. "Xλωμότερος κι' από τη Σελήνη", της είπε.


(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)
Νίκος Εγγονόπουλος

Μπαλλάντα της ψηλής σκάλας

      Σε κάθε πόλη, συνήθιζε να λέη ο ποι-
                     τής Aπολλιναίρ, υπάρχουν, οπωσδήποτε,
                     και μερικοί αθάνατοι. Δυνατόν να είσαστε
                     σεις, κύριε, μεταξύ αυτών, ή, ακόμα,
                     κι' εσείς, κύριε. Δεν ξέρω. Πάντως για
                     ένα είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω : ότι
                     υπάρχουν. Δεν αποκλείεται ελάχιστοι.
                     Όμως υ π ά ρ χ ο υ ν.

ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε
σε μια ψηλή σκάλα
- αυτόπτες μάρτυρες το λεν -
ίσως να ζωγραφίση μιαν επιγραφή
ίσως ακόμη για να συμπληρώση
το πάνω μέρος
μιας συνθέσεώς του ηρωικής

αλητόπαιδες
- αλητόπαιδες που με τον καιρό
(ως είναι φυσικό)
ανδρωθήκανε και γεράσαν
(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)
κι' επεθάναν
ευυπόληπτοι και
"φιλήσυχοι αστοί" -
αλητόπαιδες - ξαναλέω -
για να παίξουνε και να γελάσουν
ετραβήξανε
την σκάλα την ψηλή

κι' ως γκρεμοτσακιζόντανε
έντρομος
ο Θεόφιλος από τα ύψη
επρόσμεν' ελεεινός σακάτης
θέλεις κι' ακόμη
λιώμα
στο χώμα
να βρεθή

αλλ' - ω του θαύματος ! -
προσεγειώθη
απόλυτα σώος κι' αβλαβής
(πάντως κάτι σαν νάπαθε το ένα του πόδι:
χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)

μα ναι σας λέω
ακέργιος
απ' την κορφή ώς τα νύχια
από την πτώση
μόνο που τα σεμνά φορέματά του
είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο
το πρόσωπό του
σαν τη Σελήνη - είτανε λεν χλωμός -
σαν τη Σελήνη φωτεινό
- αυτά τα δυο αστέρια
είθισται να συνυπάρχουν
στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής -

και αν κατόπι επήγε να κρυφτή στη Mυτιλήνη
είχ' έμπει στην αθανασία πια:
επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια

α θ ά ν α τ ο ς
- πιθανόν μαζύ με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του
Γεώργιο ντε Kήρυκο
και με τον Mπεναρόγια -
ανάμεσα σε τόσους
και τόσους
και τόσους Bολιώτες
που εζήσανε και πριν
και κατά τη διάρκεια
κι ύστερα
από του
τραβήγματος της ψηλής της σκάλας
τον καιρό



(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)
Νίκος Εγγονόπουλος

Όρθρου βαθέος

εκείνο που σ' εμένα
συγκινούσε
- και συγκινεί πάντοτε -
τους
ανθρώπους
είναι
η καταπληκτική μου ομοιότης
με τον
Aβραάμ Λίνκολν

μάλιστα σαν κάποτες ανεγέρθηκε το μπρούντζινό μου άγαλμα
σε μίαν οποιαδήποτε πλατεία του Πειραιώς
εναπόθεσαν
στα πόδια μου
σιωπηλά
κάτι
που έμοιαζε
- δεν εδιάκρινα καλά πάν' απ' το βάθρον -
σαν λείψανο
σα χάλκινο
μαγκάλι
μ' αναμμένα κάρβουνα

περίμενα να νυχτώση καλά
κι' όταν επλησίασα
να δω
διεπίστωσα
- με τι χαρά -
ότι δεν είταν τίποτ' άλλο
παρά
τα μαύρα μάτια της γυναίκας π' αγαπώ
που
ελάμπανε
μέσ' στο
σκοτάδι



(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)
Νίκος Εγγονόπουλος

Καφενεία και κομήτες ύστερα από τα μεσάνυχτα


οι ταξιδιώτες ήρθαν κι έφυγαν
κεκηρυγμένοι εχθροί της ίδιας λησμονιάς και του ίδιου πάθους
υλοτόμοι πάντα του ίδιου πόθου
και μπροστά τους ν’ απλώνωνται όσο παίρνει το μάτι κι η καρδιά
τα ίδια μαύρα κουρελιασμένα σύννεφα
να μπλέχουν στα κατάρτια τους
να σκουριάζουνε τις άγκυρές τους
ναν τους σφυράν κρυφά μέσα στ’ αυτί με τη μπουρού
την ίδια οδύνη

λες ένα κίτρινο χρυσό
λαμπερό
να βάψη αυτό το μαύρο αισχρό και θλιβερό τοπίο
που το τρυπούν σκληρά
τα νυσταγμένα φώτα των ηλεκτρικών λαμπτήρων
τα νυσταγμένα φώτα μιας αξιοδάκρυτης ―ιδανικής― πορνείας
και της ψωριάρικιας γκαμήλας το νυσταλέο «che vuoi?»

λες;

σκέψου πως είν’ αδύνατο
πως είναι κι απολύτως περιττό να ξεφωνίσης και να πης
όλη τούτη τη φλόγα
όπου τρώει τα σωθικά σου
και την κρατάς
ε, συ!
τόσο καλά
τόσο σφιχτά
τόσο βαθειά φυλακισμένη
μέσα σου

οι ταξιδιώτες λες εφύγαν ήρθανε
ελύσανε τα μάγια
λύσανε τις πριμάτσες
που τους κρατούσανε δεμένους στο μουράγιο
δεν είταν
ένας χορός ευγενικά θλιμμένος
όλες τούτες οι εξάρσεις των νοσταλγών
που σβει το κύμα
ως δαγκάνει λυσσαγμένο
των πεύκων των αναμαλλιάρικων το δίχτυ;
των πεύκων που εμεταμφιέστηκαν μόνο γι’ απόψε
μόνο
για να γενούν κομμήτες;

ένα πουλί θαλασσινό τανύζει
τα φτερά του
λέει:
«εσύ ’σαι
ο νέος προφήτης
μέσα στην τάφρο των δικών σου λιονταριών»


(από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977)
Νίκος Εγγονόπουλος

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μαθητευόμενος της οδύνης

Ξεκίνησε αυγή
χαράματα
να κλέψει τ’ άστρα
ξεκίνησε
νύχτα
και σκότωσε
όλα τα όνειρα
αυτό το άγαλμα
και μπλέκονταν ως βάδιζε
τα γυμνά πόδια του
στους βάτους
και μάτωναν στ’ αγκάθια

και τα ευγενικά ευλογημένα χέρια του
ίδια πουλιά της Άνοιξης χάιδευαν
τα γεράνια π'ονομάτιζε μια νύχτα αγάπης
και του παρθενικού ονειροκρίτη της
τις βαθιές πόρπες

και των βυζιών της
τις κραυγές τις κόκκινες
και τους κρυφούς θυσάνους

Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Το καράβι του δάσους

Ξέρω ότι
αν είχα
μια φορεσιά
ένα φράκο
χρώματος πράσινο ανοιχτό
με μεγάλα κόκκινα σκοτεινά λουλούδια
Αν στη θέση της
αόρατης
αιολικής άρπας που μου χρησιμεύει
για κεφάλι
είχα μια τετράγωνη πλάκα
πράσινο σαπούνι

Έτσι που ν’ ακουμπά
απαλά
η μια της άκρη
ανάμεσα στους δυο μου ώμους

Αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής

Ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
σαν ήμουνα παιδί
κοιτάζοντας ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών

Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Κλέλια I

ή μάλλον το ειδύλλιο της λιμνοθάλασσας

Μὴν κλαὶς, μὴν κλαὶς καλὴ
τὶς μέρες ποὺ πέρασαν:
εἴτανε νὰ τὸ ξέρης δῶρο τῶν θεῶν

Η γῆ σιγᾶ καὶ πρὶν ἀκόμη ὁ ἥλιος
ποὺ τόσο ἀγαπᾶμε σβήση
καὶ δὲν σκοπεύει πιὰ γιὰ μᾶς νὰ ξαναβγῆ
θὲ νὰ σὲ πάρω
γιὰ νὰ προχωρήσουμε
ἀπ’ τὸ λεπτὸ χεράκι

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ μνημεῖο ἐκεῖ πέρα
θ’ ἀνοίξουμε τὴν πόρτα καὶ θὰ μποῦμε:
ἐκεῖ θὲ νὰ σὲ πάρω ἀγκαλιὰ
κι’ ἀγκαλιασμένοι ἔτσι μιὰ γιὰ πάντα
θὰ χαθοῦμε
μεσ’ στῆς Δευτέρας Παρουσίας
τὰ πολύχρωμα γυαλιὰ

Νίκος Εγγονόπουλος

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Μπολιβάρ, κράζω το όνομά σου

Αν η νύχτα αργεί να περάσει
παρηγόρια μας στέλνει τις παλιές της σελήνες
κι αν στου κάμπου τα πλάτη, φαντασμάτων σκοτάδια
λυσικόμους παρθένες μ’ αλυσίδες φορτώνουν.

Ήρθ’ η ώρα της νίκης,
ήρθ’ η ώρα θριάμβου,
Μπολιβάρ!

Εις τα σκέλεθρα τ’ άδεια στρατηγών πολεμάρχων
τρικαντά θα φορέσουν που ποτίστηκαν μ’ αίμα
και το κόκκινο χρώμα που’ χαν πριν τη θυσία
θα σκεπάσει μ’ αχτίδες της σημαίας το θάμπος.

Μπολιβάρ!  Μπολιβάρ! Μπολιβάρ! Μπολιβάρ!

Νίκος Εγγονόπουλος

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Πολυξένη

Bρυκόλακες αλαλάζοντες και σιδηροπαγείς αύραι μού έφεραν χτες, περί το μεσονύκτιον, μεσουρανούντος του ηλίου της δικαιοσύνης, το μήνυμα του Nτάντε Γκαμπριέλ Pοσσέτη, του Isidore Ducasse και του Παναγή του Kουταλιανού. H πίκρα μου στάθηκε μεγάλη ! Mέχρι της στιγμής εκείνης επίστευα εις τα προφητικά οράματα των τορναδόρων, πρόσμενα τους χρησμούς των αλλοφρόνων ιππέων, προσδοκούσα τας μεταφυσικάς επεμβάσεις των αγαλμάτων. Mε γαλήνευε η ιδέα του πτώματός μου. H μόνη μου χαρά ήτανε οι πλόκαμοι των μαλλιών της. Έσκυβα ευλαβικά και φιλούσα την άκρια των δακτύλων της. Παιδί ακόμα, στην δύσιν του ηλίου, έτρεχα ωσάν τρελός να προφτάσω να κλέψω, πριν νυχτώση, τα λησμονημένα σκιάχτρα μέσ’ απ’ τα χωράφια. Kαι όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ’ απ’ τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. Kι’ όταν έσκυψα να δω μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη, δεν είδ’ άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια : το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης.

Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Περί ύψους

Certes, I'artiste désire s'élever, ... mais I'homme doit rester obscur. Paul Cezanne

Ὁ Ἰταλὸς πυροτεχνουργὸς ἔχει ἐγκαταστήσει τὸ λιτὸ κι’ ἀπέριττο, τὸ φτωχικὸ ἐργαστήριό του, ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ἀττικοῦ λόφου. Ἐκεῖ ἀσχολεῖται νυχθημερὸν μὲ τὰ ἄπειρα πειράματά του καὶ μὲ τὴν παρασκευὴ τῶν διάφορων προϊόντων τοῦ ἐπιτηδεύματός του: βαρελότα, χαλκούνια, καὶ ἄλλα «μαϊτάπια». Γιατί αὐτὸς εἶναι ποὺ προμηθεύει τοὺς πανηγυριστὰς τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ κι’αὐτὸς εἶναι, πάλι, πού, τὶς νύχτες τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων, διακοσμεῖ τοὺς οὐρανούς μας μὲ λογῆς λογῆς φανταχτερὰ λουλούδια, μ’ ἐκθαμβωτικὰ πλουμιὰ καὶ μὲ ταχύτατες ρουκέττες ποὺ καταλήγουν σὲ μυριόχρωμη βροχὴ ἀπὸ σπίθες. Σπανίως ἐγκαταλείπει τὸ ἔργον, ὅμως, τὰ βράδια, ἐνίοτε, περιφέρει τὴ σακατεμένη κι ἀλαμπουρνέζικη σιλουέττα του, ἀπὸ καπηλειὸ σὲ καπηλειό, χρησιμοποιώντας, κατὰ προτίμηση, τὰ σκοτεινότερα στενά τῆς ἀγορᾶς. Τὸ ἐπάγγελμά του εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνο: πυρῖτις, κι’ ἒσθ’ ὅτε δυναμῖτις, εἶναι ἡ πρώτη ὕλη τῶν ἐργοχείρων του. Ἡ παραμικρὴ ἀπροσεξία ἀρκεῖ κι’ἐπέρχεται ἡ τρομερὰ καταστροφή: μέσα σὲ ἐκκωφαντικὸ κρότο τινάζονται στὸ καθαρὸ πρωινὸ καὶ τὸ ἐργαστῆρι κι’ ὁ πυροτεχνουργὸς μαζύ, καὶ βλέπομε νὰ στριφογυρνοῦν ψηλὰ στὸν ἀέρα, ὧρες, κι’ ὁ Ἰταλὸς καὶ τὰ σανίδια τῆς μπαράγκας καὶ πηχτὰ σύγνεφα σκόνης, ἐνῷ μιὰν ἔντονη μυρωδιὰ μπαρούτης ἁπλώνεται παντοῦ.

Ὅμως ποτὲ δὲν ἐπέρχεται τὸ μοιραῖον, γιατί ὑπάρχει κάτι. Ἕνα μυστικό. Κι’ αὐτὸ τὸ μυστικὸ εἶναι ἁπλούστατα ἡ σύζυγος ποὺ γρηγορεῖ. Πράγματι, ἡ γυναῖκα του, δική μας: εὐλαβικὴ κι όρθόδοξος χριστιανή, ξημεροβραδιάζεται στὶς ἐκκλησιές, καὶ κάνει βαθειὲς μετάνοιες, κι ὅλο προσεύχεται γιὰ δαύτονε. Κι ἔτσι τόνε κρατᾶ στὴ ζωή.

Μάλιστα, κάτω στὴν χαράδρα ποὺ περιβάλλει τὸν ἀττικὸ λοφίσκο, ἐκεῖ, ἡ μαύρη, ἔχει σπείρει τὸν κόσμο μ’ ἀναρίθμητα προσκυνητάρια, τὰ περισσότερα μαρμάρινα, ἄλλα ταπεινότερα, ὅμως ὅλα μὲ εἰκόνα Θεοτόκου ἢ ἄλλου ἁγίου, κι ὅλα μὲ μιὰ θυρίδα, γιὰ τὰ λεφτά. Κάθε τόσο συλλέγει ὑπομονετικὰ τὰ χρήματα, καὶ τὸ μεγαλύτερο μὲν μέρος διαθέτει γι’ ἀγαθοεργοὺς σκοπούς, ἐνίσχυση ἀπόρων, ἀνακούφιση ἀσθενῶν, ἀποπεράτωση ἐκκλησιῶν, κι’ ἕνα ἄλλο μέρος τὸ φυλᾶ προσεκτικά, καθὼς σκοπεύει μ’ αὐτό, ἐν καιρῷ, ν’ἀνεγείρη ἐκκλησία τιμωμένη μὲ τ’ ὄνομα τῆς Ἁγίας ΑΙκατερίνης.
(Πιὸ πέρα, στὴ χαράδρα, κάποιος ἔχει ἐγκαταστήσει κυψέλες, μελισσιῶν, σ’ ἕνα χωράφι, καί, πιὸ πέρα ἀκόμη, μέσα σὲ περιβόλι, εἶναι τὰ ἐρείπια μισοχτισμένου ἀρχοντικοῦ).

Αὐτὴ ἡ ἱστορία τοῦ Ἰταλοῦ εἶναι κι’ ἡ ἱστορία ἡ δικιά μας, Ἑλένη. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ πυροτεχνουργός; Τὰ ποιήματά μου δὲν εἶναι Πασχαλινὰ χαλκούνια, κι’ οἱ πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινὰ ὑπέρλαμπρα μετέωρα τοῦ Ἀττικοῦ οὐρανοῦ; Κι’ ὅμως, ἐὰν ἀκόμη δὲν μὲ κατασπαράξανε ἀλύπητα, νὰ πετάξουνε τὶς σάρκες μου στὰ σκυλιά, αὐτὸ δὲν τὸ χρωστάω σ’ ἐσένα, στὴ μεγάλη στοργή σου καὶ στὴν ἀγάπη σου; Τὸ ξέρω, μή μοῦ τὸ κρύφτεις, τὸ ξέρω σοῦ λέω: προσεύχεσαι γιὰ μένα!

Μάζευε τὰ λεφτὰ τῶν προσκυνηταρίων μας καὶ σκόρπαε, μὲ τ’ ἅγια λευκά σου χέρια, τὸ καλὸ παντοῦ. Ὅμως κράτα ἕνα μέρος, νὰ συγκεντρώσωμε, κι’ἐμεῖς, λίγο λίγο ἕνα ποσό, γιὰ ν’ ἀνεγείρουμε μιὰν ἐκκλησιὰ ἀφιερωμένη στὴν Βασίλισσα ποὺ εἶχε τ’ὄνομά σου. Ἐκεῖ μέσα, σ’ αὐτὴν τὴν ἐκκλησία θὲ νὰ σὲ παντρευτῶ. Γιατί εἶσαι ὡραῖα, ἔχεις τὴν πιὸ εὐγενικὴ κι’ ὑπερήφανη ψυχή, καὶ σ’ ἀγαπῶ παράφορα.

Νίκος Εγγονόπουλος

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής


«… πολύ σιωπηλά είναι όλα, κι η σιωπή είναι
καλή μονάχα σαν κλείνει μέσα της χαρά.
Αλλιώς τη φοβάμαι…» Λη

τα σπέρματα
των λυκανθρώπων
κουράζουν
τα πηδάλια
του ορίζοντος
ριχτούν
αναμμένες φλογέρες
μέσα
στα ματωμένα φουστάνια
που κρέμονται

στα πυκνά κλαριά
των δέντρων
πνίγουν κοράκια
μεσ’ στους καθρέφτες
ζητούν
τη δικαιοσύνη
και τον οίκτο
των
παιδιών

εγώ
όμως
βάζω κόκκινα λουλούδια
μεσ’ στα μαλλιά της
ορθώνομαι
ολόγυμνος
μέσα σε κήπους
πορφυρούς
χάνομαι
μέσα σε
σκοτεινές σπηλιές
που κρυφτούν
βαθιά
ραφτομηχανές
και ψάρια
κίτρινα
που μιλούν
σα λουλούδια

κι ίσως
εγώ να είμαι πια
αυτός ο λυκάνθρωπος

των αστραπών
αυτός που λεν
σα βραδιάζει
ο «άνθρωπος παρένθεσις»
μες στις φυσούνες
της πλεκτάνης
στα
σάβανα
της πορείας
εν ώρα
νυκτός
όταν
πεθαίνει
ένα πουλί
σα θειαφοκέρι

κι έτσι πέφτουν
σταλαματιά, σταλαματιά
στους κρόταφους
των απεγνωσμένων
κλειδοκυμβάλων
τα ζευγάρια
των απογοητευμένων
κι ένα
βαρύ σύννεφο
από μακριά
ξανθά μαλλιά
με μάτια φαιά
πετάει αθόρυβα
μες σε
στενόμακρα υπόγεια
οπ’ ανθούν μόνο
λιμάνια

και
γυπαετοί

κι είναι η σιωπή
φωτιά
μιαν ανεμόσκλα
που τοποθετούν
προσεκτικά
στα χείλια
κι ένα άσπρο
άλογο
που είναι
ένα δέντρο
κοντά στη θάλασσα
κι ένα κόκκινο
άλογο
σαν
σημαία

και τρέχω
πάνω στα νερά
ακούραστα
με το λυρικό
ποδήλατο
με την περικεφαλαία
της αγάπης

κι όταν φτάσω
στο τελευταίο
σκαλί
της σκοτεινής
αυτής σκάλας

κι ανοίξω
την πόρτα
του δωματίου
τότες μόνε αντιλαμβάνομαι
πως το δωμάτιο
ήταν
είναι
ένας μεγάλος κήπος
γιομάτος μουσική
και
ζωγραφιές

ένα δωμάτιο
γεμάτο σεντόνια
ριχμένα
μέσα στον κήπο

σεντόνια
π’ άλλα ανεμίζανε
σα σημαίες
κι ωσάν
υελοπίνακες
κι άλλα ήτανε
ριχμένα κάτω
σαν καθρέφτες
κι άλλα
μιλούσαν
λέξεις άναρθρες
σαν καπνοδόχες
κι άλλα στρωμένα
σε κρεβάτια
σαν κομήτες

άλλα έμοιαζαν
κανάτια
άλλα ήτανε
σαν προβοσκίδες
κι άλλα
έντυναν
με δροσιά
και τραγικές κραυγές
γυναίκες ολόγυμνες
κι ωραίες

έτσι
που πρέπει
ίσως ναν κι ανάγκη απόλυτη
να παραβάλω
την όλη
κατάσταση
μ’ ένα γυαλί
που όταν
βάζεις
το μάτι
βλέπεις
ένα βαθύ
πηγάδι
και στο
βάθος
ένα
πουλί

Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Η ύδρα των πουλιών

Μακρινές συναυλίες, οπάλινες σπίθες του πρώτου σπιτιού μας μες στη λαύρα του θέρους,
στης Γης του Πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια,
Θ’ ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ’ αχιβάδες και κάστρα
που βουβά παραστέκουν σ’ όσ’ αγγίζουν οι Μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες
αυλακώνουν μ’ αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες,
Θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι,
μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα και πόθο που λες πάει να σβήσει κι αποτόμως γυρεύει
ν’ ανεβεί πιο ψηλά, να γκρεμίσει, να σπάσει, παραθύρια ν’ ανοίξει, να φωνάξω, να κλάψει,
να ρημάξω, ν’ αράξει, να σκιστεί, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά,
περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ’ αρβανίτικο χώμα,
Κι όπου φτάσει, αν φτάσει, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η Πυθία σε ανύδρους εκτάσεις,
τροπικούς και πηγάδια θα διαβεί, ως να φέξει η αυγή η πλανεύτρα μ’ άυλων Κούρδων κραιπάλη,
Ν’ αγοράσει κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη,
Στη μορφή μου να δέσει τη μορφή των πουλιών.

Νίκος Εγγονόπουλος

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Τα βάσανα της αγάπης


        Du musst das Leben nicht verstehen,
                         dann wird es werden wie ein Fest.
                                    R.M. RILKE

καθώς ανέμισαν
τα μαλλάκια της
έτσι μπροστά στα μάτια
μου
λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα
και για πρώτη φορά
την είδα
- και την επρόσεξα -
την ωραία
νεαρή
κόρη

με συνεκίνησε
η αρμονία
των κινήσεών της
η ραδινότης των μελών
του κορμιού της
η γοητεία του βλέμματός
της
η απαλή στρογγυλάδα
των μαστών της
η όλη χάρη τέλος
που ανεδίδετο
από το
κομψό
ολόδροσο
πλάσμα

κι' αμέσως σκέφτηκα
- και "φιλοσόφησα" -
ο νους μου πήγε
στον αγαθό εκείνον
που μπορεί κάποτε
- μα είμαι βέβαιος -
να υποφέρη
μαρτυρικά
να δυστυχήση
σα θα φαντάζεται
πως έχει σκέψη
κι' έχει ψυχή
το τρυφερό
το αιθέριο
το
πλασματάκι

και να ματώνη η καρδιά του
ν' απελπίζεται
ως θ' αποδίδη
έστω και
κόκκο νου
στ' ολότελα
άδειο
μικρό
κρανίο



(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)
Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Συννεφάκι από βενζίνη


μέσα στο δάσος
εκεί όπου ανάμεσα απ' τα πυκνά κλαριά
φτάνει λίγο φως
απ' τον βαρύ ουρανό
κοντά στο χώμα
που το σκεπάζει
παχύ στρώμα
σάπια φύλλα
σε μια κλάρα χαμηλή
κάθεται ένα πουλί


ένα πουλί
πολύ
περίεργο:
σα μαδημένο
σα σκεφτικό

ένα παλιό πουλί

τι να σκέπτεται άραγες
αυτό το πουλί
το παλιό
στο σκοτάδι;

αχ! τίποτα
δε σκέπτεται απολύτως τίποτα!

απλούστατα
συνέλαβε δι' αυτήν
ένοχον
πάθος

(από το Mην Oμιλείτε εις τον οδηγόν, Kύκλος 1938) 
Νίκος Εγγονόπουλος

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Ο εραστής

Mιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας
λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και ήτανε,
άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.


(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)
Νίκος Εγγονόπουλος

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο


"Mit der Dummheit kämpfen Götter selbst vergebens."
 Friedrich Schiller (1759–1805)

Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία;
Όχι-όχι-μιαν απέραντη ηθικολογία
δεν θα βοηθήσει να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο

Να ελπίζεις-να ελπίζεις πάντα-πως ανάμεσα εις τους
ανθρώπους.
-που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία»-
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους

που τους διέπει καλοσύνη-πόθος ευγένειας-ηρεμία.

Ίσως όχι πολλές-ίσως να σ’ άτυχος : καμία-
τότες εσύ προσπάθησε να γενείς καλύτερος
εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία

Άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζωνται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου-τώρα πια-με τι γλυκειά γαλήνη
προσμένεις να ρθ’ η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο του
θάνατου κρεβάτι.

Νίκος Εγγονόπουλος

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Στην κοιλάδα με τους ροδώνες

Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία;
Όχι-όχι-μιαν απέραντη ηθικολογία
δεν θα βοηθήσει να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο
Να ελπίζης-να ελπίζης πάντα-πως ανάμεσα εις τους
ανθρώπους
-που τους ρημάζει η τρομερή “ευκολία”-
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλωσύνη-πόθος ευγένειας-ηρεμία
Ίσως όχι πολλες-ίσως να σ’άτυχος: καμμιά-
Τότες εσύ προσπάθησε να γενής καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να έρθη κάποια σχετική ισορροπία
Άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζωνται πως κάνουν κάτι
Συ σκέψου-τώρα πια-με τι γλυκειά γαλήνη
προσμένεις να’ρθη ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο του
θανάτου κρεββάτι

 Νίκος Εγγονόπουλος