Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

VI



 Την καταδίκη μου ζητώ
την ενοχή μου θέλω ν’ αποδείξω
μα όλα τα δικαστήρια με αποπέμπουν δεν αναγνωρίζουν το έγκλη-
μα της ύπαρξης

Κι όμως η ύπαρξη είναι φονικό
χρόνος αιμόφυρτος μ’ εξηνταδυό σφυριές που σέρνεται στις φλέβες
μας
σπαράγματα του αχανούς που έγιναν οι τρώγλες του «δικού» μας
δήθεν χώρου
σκηνώματα πεφιλημένων που περιβληθήκαμε για σώματά μας
επαναλήψεις ξένων πεπρωμένων
κι όλα όσα ονομάζουμε «σταθμούς της ζωής»
όπου δεν ανταμώνουμε ποτέ μόνο χωρίζουμε
διασχίζοντας και διαμελίζοντας ο ένας τον άλλον
καθώς καθένας μας πορεύεται πάντα για αλλού

"Εκ Περάτων",
Βύρων Λεοντάρης 

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Έτσι που τραύλισα


Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη
Ανάσα και χειρονομία καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε
Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί
Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει

Βύρων Λεοντάρης


Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Είμαι φτωχός

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες

Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Βύρων Λεοντάρης

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

V


Λοιπόν, μπροστά μας έχουμε θανάτους
πέσαμε σε κακούς καιρούς και μέρες οργισμένες
χάνουμε τους δικούς μας και μας χάνουν
τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος
Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙
σκοπός που εκπληρώνεται ή (το ίδιο) ματαιώνεται
σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του
Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας
(πως γίνεται να ’χει συνέχεια το τέλος;)
Αλλιώς, καταπώς φαίνεται, το τέλος έχει μόνο αρχή
και πώς να το περάσουμε μη φτάνοντας ποτέ και πουθενά
Ήξεραν οι παληοί και προνοούσαν
να ’ναι ελαφρό το χώμα τους
φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι
συγύριζαν το μέσα τους , στόλιζαν τις ψυχές τους
ήξεραν να μοιρολογούν
εξοικειώνονταν με τους νεκρούς τα ’λεγαν μεταξύ τους
στ’ όνειρό τους
κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου
κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι
Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκκαλα
της μάνας μας...
Έχουμε αποκοπεί από τους πεθαμένους
δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας
δεν ξέρουμε να κλάψουμε
πώς να φερθούμε μπρος στο θάνατο και τι να πούμε
Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας
άδεια χελωνοκαύκαλα

(Από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά», εκδ. ΕΡΑΣΜΟΣ, 1996)
Βύρων Λεοντάρης

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

ΙΙΙ

Κλαις
δίχως όμως να σ’ αγγίζει τίποτε
-περίπαθη βροχή πάνω από αισθηματικά τοπία
πεφτάστερα του Αυγούστου αλεξίπτωτα παρθενικών ευχών...-
αλλά να δούμε, όταν πονέσεις, τι θα κάνεις Ουρανέ
πώς θα δαγκώνεσαι και θα σφαδάζεις μεσ' στη λάσπη σου
και φρενιασμένοι οι αστερισμοί σου θα τσακίζονται στα ηώα κάγκελα
πώς θα ξεσκίζεται το δέρμα σου και θα μαδάς σε σάπια φύλλα
μαύρα και σάπια φύλλα
μαύρα και σάπια λόγια
όπως μαδάει και τούτη η ποίηση
τώρα που απόμεινα εγώ κι εγώ
κι ο πόνος που με ματαιώνει

Βύρων Λεοντάρης

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Νυχτερινά

V

Πονώ γιατί πέρασε μέσ' απ' την καρδιά μου
ένα μεγάλο αγκάθι
σπρωγμένο με τόση άνεση από δάχτυλα
που αγάπησα δίχως ελπίδα δίχως σύνεση
και τώρα πια δεν έχω λόγια να σκεπάσω τούτη την πληγή
φωνές για να την κρύψω.
Γιατί, δε θέλω, δεν μπορώ, δεν καταδέχομαι,
όσα έζησα
τώρα μονάχα ποίηση να 'ναι.

Από τη συλλογή, Η ομίχλη του μεσημεριού (1959)
Βύρων Λεοντάρης