Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Αυτό να πεις


Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι

για μερικούς οι φωνακλάδες

και γι’ άλλους πολυεδρικοί

σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας

και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους

απ’ τα δένδρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια

κρούσματα κι επεισόδια με τα φωνήεντα.

Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ

σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,

μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,

εσύ, εγώ

μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.

Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,

σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,

μην ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους

κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο

πίσω από ’να δίτροχο

εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.

Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα

πες για το τίποτα στο έτσι,

ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη

ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο

γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.

Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός

σαράντα οργιές του βάθους που κύλαγε ίσα πάνου

μόνο σα ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.

Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε

και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί

οι φωνακλάδες

οι διεφθαρμένοι.


*Από τη συλλογή “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978)


Έκτωρ Κακναβάτος

Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Λαχταρώ

 


Και θέλω να παίζουμε κρυφτό και να σου δίνω τα ρούχα μου

και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου

και να κάθομαι στα σκαλιά ενώ εσύ κάνεις ντουζ

και να σου τρίβω το σβέρκο

και να σου φιλάω τα πόδια και να σε κρατάω απ’ το χέρι

και να βγαίνουμε για φαγητό

και να μη με νοιάζει που τρως το δικό μου

και να σε συναντώ στου Ρούντυ και να μιλάμε για τον καιρό

και να πληκτρολογώ τα γράμματά σου

και να κουβαλάω τα πράγματά σου

και να γελάω με την παράνοιά σου

και να σου δίνω κασέτες που δεν τις ακούς

και να βλέπουμε σπουδαίες ταινίες και να βλέπουμε άθλιες ταινίες

και να γκρινιάζουμε για το ραδιόφωνο

και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι

και να σηκώνομαι για να σου φέρνω καφέ

και κουλούρια και κρουασάν

και να πηγαίνουμε στου Φλόρεντ

και να πίνουμε καφέ τα μεσάνυχτα

και να μου κλέβεις τα τσιγάρα

και ποτέ να μην μπορώ να βρω ένα σπίρτο

και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ

και να σε πηγαίνω στον οφθαλμίατρο

και να μη γελάω με τα αστεία σου

και να σε θέλω το πρωί μα να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα

και να φιλάω την πλάτη σου και να χαϊδεύω το δέρμα σου

και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου,

τα μάτια σου, τα χείλη σου,

ο λαιμός σου, το στήθος σου, ο κώλος σου

και να περιμένω στα σκαλιά καπνίζοντας

μέχρι να γυρίσει σπίτι ο γείτονάς σου

και να περιμένω στα σκαλιά καπνίζοντας

μέχρι εσύ να γυρίσεις σπίτι

και να ανησυχώ όταν αργείς

και να ξαφνιάζομαι όταν έρχεσαι νωρίς

και να σου δίνω ηλιοτρόπια

και να πηγαίνω στο πάρτι σου

και να χορεύω μέχρι τελικής πτώσης

και να μετανιώνω όταν κάνω λάθος

και να χαίρομαι όταν με συγχωρείς

και να κοιτάω τις φωτογραφίες σου

και να εύχομαι να σε ήξερα από πάντα

και ν’ ακούω τη φωνή σου στα αυτιά μου

και να νιώθω το δέρμα σου στο δέρμα μου

και να τρομάζω όταν θυμώνεις

και το ένα σου μάτι έχει γίνει κόκκινο

και το άλλο γαλάζιο και η χωρίστρα σου στα αριστερά

και το πρόσωπο σου σαν Κινέζου

και να σου λέω ότι είσαι πανέμορφος

και να σε αγκαλιάζω όταν αγχώνεσαι

και να σε κρατάω όταν πονάς

και να σε θέλω όταν σε μυρίζω

και να σε προσβάλλω όταν σε αγγίζω

και να κλαψουρίζω όταν είμαι δίπλα σου

και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι

και να μου τρέχουν τα σάλια στο στήθος σου

και να σε πνίγω τη νύχτα

και να κρυώνω όταν παίρνεις την κουβέρτα

και να ζεσταίνομαι όταν δεν την παίρνεις

και να λιώνω όταν χαμογελάς

και να διαλύομαι όταν γελάς

και να μην καταλαβαίνω γιατί νομίζεις ότι σε απορρίπτω

όταν δε σε απορρίπτω

και να αναρωτιέμαι πως σου πέρασε απ’ το μυαλό

ότι θα μπορούσα

ποτέ να σ’ απορρίψω

και να αναρωτιέμαι ποιος είσαι

αλλά να σε δέχομαι ούτως ή άλλως

και να σου λέω για το μαγεμένο ξωτικό του δάσους

που διέσχισε πετώντας τον ωκεανό επειδή σε αγαπούσε

και να σου γράφω ποιήματα

και να αναρωτιέμαι γιατί δε με πιστεύεις

και να αισθάνομαι κάτι τόσο βαθύ

που να μη βρίσκω λόγια να το περιγράψω

και να θέλω να σου αγοράσω ένα γατάκι

το οποίο θα ζηλεύω επειδή θα το προσέχεις περισσότερο από μένα

και να σε κρατάω στο κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις

και να κλαίω σα μικρό παιδί όταν τελικά το κάνεις

και να διώχνω τις κατσαρίδες

και να σου αγοράζω δώρα που δε θέλεις

και να τα παίρνω πάλι πίσω

και να σου ζητάω να με παντρευτείς

και να λες πάλι όχι

αλλά να συνεχίζω να στο ζητάω

επειδή αν και νομίζεις ότι δεν το εννοώ

πάντα το εννοούσα από την πρώτη φορά που στο ζήτησα

και να περιπλανιέμαι στην πόλη

με τη σκέψη πως είναι άδεια χωρίς εσένα

και να θέλω ό,τι θέλεις

και να νομίζω ότι χάνω τον εαυτό μου

αλλά να ξέρω πως είμαι ασφαλής μαζί σου

και να σου λέω  για τη χειρότερη πλευρά μου

και να προσπαθώ να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου

επειδή δεν αξίζεις τίποτα λιγότερο

και να απαντάω στις ερωτήσεις σου

όταν θα προτιμούσα να μην το κάνω

και να σου λέω την αλήθεια

όταν στην πραγματικότητα δεν το θέλω

και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής

επειδή ξέρω ότι το προτιμάς

και να νομίζω ότι όλα έχουν τελειώσει

αλλά να κρατιέμαι για δέκα λεπτά ακόμα

πριν με πετάξεις έξω από τη ζωή σου και ξεχάσω ποια είμαι

και να προσπαθώ να σε πλησιάσω

επειδή είναι όμορφα να σε μαθαίνω και αξίζει τον κόπο

και να σου μιλάω κακά γερμανικά και εβραϊκά χειρότερα

και να σου κάνω έρωτα στις τρεις το πρωί

και κάπως

με κάποιο τρόπο

να σου εκφράζω έστω και λίγο

τον ακάθεκτο

τον ακατάλυτο

τον ακατάσβεστο

τον μεταρσιωτικό

τον ψυχαναλυτικό

τον άνευ όρων

τον τα πάντα πληρούντα

τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,

ερωτά μου για σένα.


Sarah Kane

Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Έρωτες

 


Ι


Σ’ αγκαλιές τα σώματα ζητούν,

να ξεκουραστούν μαθημένα,

η θλίψη κι η ασκήμια να τυραννούν.


Ανάπαυση μέτρια,

περίσκεπτη εμπιστοσύνη,

μετρημένη παράδοση του σώματος,

σχεδόν υπόκριση ερωτική

ατελής ομιλία, η απαγορευμένη.


Στρέφονται από δω κι από κει

τυράννια και συστροφή, τα σώματα,

συμπλοκή άχαρη, καμιά παρηγορία.


Τα σώματα μένουν φτωχά,

άκαμπτα και κουρασμένα.

Τα παιδεύει της ηδονής εκμηδένιση.


ΙΙ


Σκέφτομαι τις πόρνες με τα σώματα πεθαμένα,

–απ’ την κούραση κιόλας απ’ την ανάγκη–

που πρέπει ακόμα να ζήσουν.

Σκέφτομαι τις πόρνες, που φιλούν τα στόματα,

όταν, από καιρό, έχουν πεθάνει τα δικά των σώματα,

φιλούν τα χαλασμένα στόματα, σπασμένα, γεροντικά,

χαλαρά, σιχαμερά, που δεν έχουν

ομιλία καμιά, ήχον φωνής να ταιριάζει,

την φοβερήν ώρα, όταν πλαγιάζει

το ένα σώμα στ’ άλλο κοντά.


Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951)

Ζωή Καρέλλη


Τρίτη 29 Μαρτίου 2022

Μαρία


Στ' άσπρα σεντόνια

όταν με ρίχνεις

και το κορμί μου γεμίζεις μελανιές

στο νου μου έρχεται 

η άσχημη Μαρία

που ακόμη τους ώμους της δαγκώνει

για να μου δείξει ότι αγαπιέται. 


Από τη συλλογή, "Σκόνη σε γυαλιά ηλίου"

Ολυμπία Σταύρου

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Απλά το είπε


Τη μέρα εκείνη χιόνιζε

κι αυτή η χάρτινη σακούλα

χόρευε στον αέρα γύρω μου

δεκαπέντε λεπτά·

εκείνη την ημέρα κατάλαβα

πως πίσω από τα πράματα

υπάρχει μια ολόκληρη ζωή.

Ναι, καμιά φορά

υπάρχει τόση ομορφιά στον κόσμο

που δεν μπορώ να την αντέξω, είπε.

Τρελάθηκες, του είπα

τι ομορφιά κι αηδίες

αυτή η χάρτινη σακούλα

χόρευε πάνω από ένα ψόφιο πουλί

κάποιος την είχε πετάξει

και το πουλί μαζί.

Βλέπεις εσύ τίποτα όμορφο;

ναι, είπε, έτσι απλά το είπε

βλέπω

υπάρχει ένας τρόπος να πλαγιάζεις ψόφιος.


Μαρία Λαϊνά

Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Παρά ένα δώδεκα μαγικά παραμύθια


ΙΙ

Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, κρυώνω. Ήτανε, πράγματι, χειμώνας.

Το τζάμι τη λυπήθηκε, της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο.

Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, πού ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.

Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τι ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου; Είναι βροχή δωματίου.


Λεκτικά τοπία, 1983

Αργύρης Χιόνης