Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dylan Thomas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2022

Σε μία γαμήλια επέτειο

Το στερέωμα έγινε κομμάτια

Αυτή η κουρελιασμένη επέτειος

Δύο ανθρώπων

Οι οποίοι αρμονικά πορεύτηκαν για τρία χρόνια

Στων αμοιβαίων υποσχέσεών τους

Τους μακρινούς περιπάτους

 

Τώρα ο έρωτάς τους κείτεται χαμένος

Κι ο Έρωτας κι οι υποτακτικοί του

Βρυχώνται αλυσοδεμένοι

Από κάθε σύννεφο φορτωμένο με αλήθεια

Ή παγίδες

Ο θάνατος ξεσπάει στο σπιτικό τους


Εξαιρετικά αργά

μέσα σε μια βροχή από λάθη

Γίνονται ένα αυτοί  των οποίων

Ο έρωτας διαμελίστηκε

Μέσα στην καρδιά τους εξατμίζονται τα ανοίγματα

Και οι διέξοδοι καίγονται μέσα στο μυαλό τους.


Dylan Thomas

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Πριν χτυπήσω


Πριν χτυπήσω και ανοίξει η σάρκα,
Με χέρια ρευστά στη μήτρα παισμένος,
Εγώ που ήμουν ασχημάτιστος σαν το νερό
Που σχημάτισε τον Ιορδάνη πλάι στο σπίτι μου
Υπήρξα αδελφός της θυγατέρας της Μνεθά
Κι αδελφή του υιοθετημένου σκουληκιού.
Εγώ που ήμουν αδιάφορος σ’ Άνοιξη και Καλοκαίρι,
Που δεν ήξερα τον ήλιο και τη σελήνη με τ’ όνομά τους,
Ενω ήμουν ακόμη μια λιωμένη μορφή,
Τα μολύβδινα αστέρια, το βροχερό σφυρί
Στριφογυρισμένο απ΄τον πατέρα μου στο θόλο του.
Ήξερα το μήνυμα του Χειμώνα,
Το φερμένο χαλάζι, το παιδικό χιόνι
Κι ο άνεμος ήταν μνηστήρας της αδελφής μουֹ
Άνεμος μέσα μου ορθωμένος, η χθόνια δροσιάֹ
Οι φλέβες μου ξεχύθηκαν με τους αγέριδες της ανατολήςֹ
Ανεπίτευκτος ήξερα τη νύχτα και τη μέρα.
Έτσι ανεπίτευκτος ακόμη και υπέφεραֹ
Ο τροχός των ονείρων τα κρινένια κόκκαλά μου
Έστριψε σ’ ένα ζωντανό μηδενικό.
Και σάρκα ψαλιδίστηκε να διασχίσει τις γραμμές
Κρεμάλες στο συκώτι
Και βάτα τα κουλουριασμένα συλλογικά.
Το λαρύγγι μου ήξερε τη δίψα πριν τη δομή
Του δέρματος και των φλεβών γύρω στην πηγή
Που λέξεις και νερό κάνουν ένα μίγμα
Ασφαλές ώσπου το αίμα να τρέξει γεμάτοֹ
Η καρδιά μου ήξερε την αγάπη, η κοιλιά μου την πείναֹ
Μύρισα το σκουλήκι στην κένωσή του.
Κι ο χρόνος έχυσε τη θνητή μου πλάση
Να συμπαρασυρθώ ή να πνιγώ στις θάλασσες
Φιλιωμένος πια με την αρμυρή περιπέτεια
Φουσκονεριών που δεν άγγιξαν ποτέ τις ακτές.
Εγώ που ήμουν πλούσιος φτιάχτηκα ο πλουσιότερος
Ρουφώντας το κρασί των ημερών.
Εγώ γεννημένος απο σάρκα και φάσμα δεν ήμουν
Μήτε φάσμα, μήτε άνθρωπος, μα φάντασμα θνητό.
Και τσακίστηκα απ’ την φτερούγα του θανάτου.
Ήμουν θνητός ως τη στερνή
Μεγάλη ανάσα που έφερε στον πατέρα μου
Το μύνημα του ψυχορραγούντος Χριστού του.
Εσύ που γονατίζεις σε σταυρό και βωμό,
Θυμήσου με και σπλαχνίσου τον,
Αυτόν που έκανε τη σάρκα και τα κόκκαλά μου πανοπλία
Και διπλοσταύρωσε της μάνας μου τη μήτρα.

(μετάφραση Γ. Μπλανάς)
Dylan Thomas

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

(μετάφραση Γ. Μπλανάς)
Dylan Thomas

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα


Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.

Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται  σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.

Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας.

Dylan Thomas

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Εκεί που κάποτε τα ύδατα του προσώπου σου

Εκεί που κάποτε τα ύδατα του προσώπου σου
Στις έλικές μου ελίσσονταν,
το άνυδρό σου πνεύμα πνέει,
Γλαρώνει το μάτι του ο νεκρός
Εκεί που κάποτε την κόμη τους οι τρίτωνες
Μεσ' απ' τους πάγους σου σφεντόνιζαν,
Άνεμος άνυδρος οδεύει
Μεσ' απ' αλάτι και ρίζα κι αυγό ψαριού.

Εκεί που κάποτε οι πράσινές σου αρθρώσεις
Τις αρμογές των βύθιζαν
στο πλέγμα της φουσκονεριάς,
Ο πράσινος πορεύεται διαλύτης,
Ψαλίδι λιπασμένο,
μαχαίρι έτοιμο στο πλάι,
Να κόψει σύρριζα κανάλια
κι υγρούς καρπούς να κόψει.

Αόρατες οι ρυθμικές φουσκονεριές σου
Σ' ερωτικές ξεσπάζουν κλίνες,
Ξεραίνεται το φύκι της αγάπης.
Γύρω τριγύρω στα λιθάρια σου σκιές
Παιδιών πορεύονται που μεσ' απ' τα κενά τους
Στη δελφινάρια θάλασσα προσπέφτουν.

Στεγνά σα τάφοι τα βαμμένα βλέφαρά σου,
Όσο η σοφή μαγεία γλυστρά
σε γη κι ουράνια,
Δεν θα κλείσουν,
Κοράλια η κλίνη σου γεμάτη θα 'ναι,
Ερπετά οι φουσκονεριές σου,
ώσπου οι θαλάσσιες πίστεις μας να σβήσουν.

Dylan Thomas

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Υπήρξε Καιρός


Υπήρξε καιρός
που χορευτές με το ξεφάντωμά τους
Σε χαρωπές παιδιάστικες συνάξεις
Τα βάσανά τους αλαφρώναν;

Υπήρξε καιρός
που μπορούσαν να κλάψουν με βιβλία.
Όμως ο χρόνος
έβαλε το σαράκι του στο πέρασμά τους.

Τώρα ειν' αβέβαιοι
κάτω από την αψίδα τ' ουρανού.
·Ο, τι για πάντα άγνωστο θα μείνει
Είναι το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή.

Κάτω απ' τα ουράνια σημεία,
ο δίχως άκρα
Έχει τ' αγνότερα χέρια
και σαν τ' άκαρδο στοιχειό
Απλήγωτο στη μοναξιά του,
ο τυφλός καλύτερα βλέπει.

Dylan Thomas

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα νεύρα του

Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα νεύρα του
Που κυβερνούν από καρπό σε ώμο
Ξεσκεπάζει το κεφάλι που σαν κοιμισμένο στοιχειό
Στηρίζει το θνητό μου κυβερνήτη
Την περήφανη ράχη που ξεπετιέται
Όλο στροφές και συστροφές.
Κι αυτά τα δύστυχα νεύρα
Κουβάρι ν’ ανεβαίνουν στο κρανίο
Πόνος στο ερωτοστέρητο χαρτί
Παραδίδω στην αγάπη με τις άναρχες καλικατζούρες μου
Που αρθρώνουν όλη την πείνα του έρωτα
Και μιλούν για την αρρώστια του κενού στη σελίδα.
Ο ήρωάς μου γυμνώνει τα πλευρά μου
Και βλέπει την καρδιά του
Να πατά γυμνή σαν Αφροδίτη
Της σάρκας την ακτή
Και να πνέει την αιματόχρωμη πτυχή της
Μανδύας τη νεφρική μου υπόσχεση
Υπόσχεται μια θέρμη μυστική.
Κρατά το νήμα του νευρικού κιβωτίου του
Επαινώντας την πλάνη τη θνητή
Γέννησης και θανάτου απάτες αναίσχυντων κλεφτών
Και τον άνακτα της πείνας
Τραβά την αλυσίδα κινείται η δεξαμενή.

Dylan Thomas

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλλάσειֹ η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλλάσειֹ αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.
Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.
‘Ενα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φωςֹ η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη.
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό τουֹ και μισό στάζει
Αργά σ’ έναν άνεμο υπνωμένο.
Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασίαֹ ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.
Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλλάσειֹ κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.

Dylan Thomas

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά

Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.
Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος.

Dylan Thomas

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

Η ορμή που μέσα από τον ανθηρό δίαυλο πορεύει το λουλούδι

Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.
Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.
Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.
Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.
Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

Dylan Thomas