Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστροφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

Επιστροφή


«… qui ne pouvait pas

croire à la fin du voyage»

J. Supervielle


Το τέλος ενός ταξιδιού μοιάζει πάντοτε με προδοσία

Μοιάζει με τις φυλακισμένες αναμνήσεις

Πως ήμασταν κάποτε νέοι

Και πιάναμε το σφυγμό της γης


Και γέρναμε απρόσεχτα στα κάγκελα της νύχτας

Μια σύντομη εναλλαγή

Κάθε φορά και νέες γνωριμίες

Ξεχνιούνται γρήγορα σαν τις παλιές κινηματογραφικές ταινίες

Τα ξενοδοχεία σού γνέφουν ερεθιστικά

Και φωτίζονται τη νύχτα με υποσχέσεις

Ανηφορίζεις την ανησυχία σου

Και φτάνεις στα τελευταία περίπου σπίτια μιας επαρχιακής πολιτείας

Εκεί ανάβεις την προσδοκία σου

Και ταλαντεύεσαι ανάμεσα στις τρεις αδερφές

Τρεις αδερφές τριπλή χαρά συλλαβίζεις με θλίψη

Σου εξηγούν πως το χιόνι θα στρώσει

Μα οι ματιές αφήνουν αυλάκια πύρινα το κατόπι τους

Νιώθεις απύθμενα ρίγη καθώς το τζάκι γελάει

Σκέφτεσαι την αυγή θα ‘σαι φευγάτος

Κάθε άνθρωπος έστω και ο πιο άσημος θα προδοθεί κάποια μέρα

Πολύ πριν απ’ το σπασμό

Ύστερα από την προσφορά του κυκλάμινου

Κάποιος φίλος ψιθύριζε κλεφτά

Πως κάποτε ένα σούρουπο

Έκλαψε ασυλλόγιστα μες στο μουσείο

Μπροστά στον πίνακα ενός ανώνυμου του 14ου αιώνα

Δεν ξαφνιαστήκαμε

Θρηνήσαμε κι εμείς χειρότερα

Για ακατάληπτα σχήματα

Για μουσικές αγίνωτες

Για έρωτες που εκπληρώθηκαν και για έρωτες που δεν θα ξαναρθούν

Ένα ταξίδι τελείωσε

Τώρα

Στην κορφή του ήρεμου βουνού

Σταυρώθηκαν οι τριάντα μας πόθοι

Κι ολονυχτίς υφαίνουμε τον σάλαγο της φλύαρής μας μνήμης


Κλείτος Κύρου

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

Επιστροφή

Ήρθε από κει που δεν υπάρχει ήχος
μέσα απ’ την ψυχρότητα των χρωμάτων
Φορά την κάπα των βοσκών
πιάνει τον ήχο των νερών
τις στάλες στα παράθυρα και τον ιδρώτα στο γένι
Φωλιάζει στα όμορφα χαμόγελα
Κουβαλά στο κεφάλι κούφιο ξύλο
και μιαν αχτίδα σεληνόφως
Βάζει προσκέφαλο το άλμα των βατράχων
και δεν κοιμάται ποτέ
Κρεμάει για φυλαχτό στο κεφαλάρι
τραγίσιο κέρατο αιχμηρό

Λέει
Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά
Τα σκυλιά συνεισφέρουν στην ομίχλη όταν ανασαίνουν
Τα μάτια γίνονται αστέρια σε νερολακκούβες.

Από τη συλλογή Τα ορεινά,
Χρήστος Κολτσίδας

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Επιστροφή


Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,
μηδέ η ριπή μ' εχτύπησε του ωκεάνιου ανέμου.
Σκλάβο πουλί, τ' ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.

Μα πάντα, ω φύση, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή
λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,
και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,
το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!

Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,
με το χρυσίο χαμόγελο του μαραμένου βρύου,
μ' ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,
που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.

Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,
ω φύση, θα 'ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.
Θα' ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα 'ναι πάντα ονειρευτή
η ώρα με τ' αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!

Κώστας Καρυωτάκης