Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anne Sexton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anne Sexton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Ιουνίου 2017

Τα βομβαρδιστικά


Είμαστε η Αμερική.
Είμαστε αυτοί που γεμίζουν τα φέρετρα.
Είμαστε οι μπακάληδες του θανάτου.
Τους συσκευάζουμε σε καφάσια σαν κουνουπίδια.

Η βόμβα ανοίγει σαν κουτί παπουτσιών.
Και το παιδί ;
Το παιδί δεν χασμουριέται βέβαια.
Κι η γυναίκα ;
Η γυναίκα λούζει την καρδιά της.
Της την έχουν ξεκολλήσει
Και σαν μια τελευταία πράξη
Την ξεπλένει στο ποτάμι.
Αυτό είναι το παζάρι του θανάτου.

Αμερική,
Που είναι τα δικαιολογητικά σου ;

Anne Sexton

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Η εθισμένη



Υπνέμπορος,
Θανατέμπορος,
με κάψουλες στις παλάμες μου κάθε νύχτα
οχτώ την φορά απ’ τα γλυκά μου φαρμακευτικά μπουκαλάκια
κάνω τους διακανονισμούς για ένα τόσο δα μικρό ταξίδι.
Είμαι η βασίλισσα αυτής της κατάστασης.
Είμαι μια ειδικός στο να κάνω το ταξίδι
και τώρα λένε πως είμαι εθισμένη.
Τώρα ρωτούν γιατί.
Γιατί!
Δεν ξέρουν
πως ορκίστηκα να πεθάνω!
Εξασκούμαι.
Απλά κρατιέμαι σε φόρμα.
Τα χάπια είναι μια μητέρα, αλλά καλύτερα,
κάθε χρώματος και τόσο νόστιμα όσο οι καραμέλες.
Είμαι σε δίαιτα απ’ τον θάνατο.
Ναι το παραδέχομαι
έχει γίνει κάτι σαν συνήθεια —
καταπίνω οχτώ την φορά, χτυπημένα μάτια,
μακριά αποσυρμένη από τις ροζ, τις πορτοκαλί,
τις πράσινες και τις λευκές καληνύχτες.
Γίνομαι κάποιο είδος ενός χημικού
μίγματος.
Αυτό είναι!
Ο ανεφοδιασμός μου
σε ταμπλέτες
θα κρατήσει χρόνια και χρόνια.
Μου αρέσουν καλύτερα απ’ ότι εγώ.
Πεισματάρικα σαν κόλαση, δεν θα μ’ αφήσουν να εγκαταλείψω.
Είναι ένα είδος παντρειάς.
Είναι ένα είδος πολέμου
όπου φυτεύω βόμβες μέσα
στον εαυτό μου.
Ναι
προσπαθώ
να σκοτωθώ με μικρές δόσεις,
μια ακίνδυνη ασχολία.
Στην πραγματικότητα εξαρτώμαι απ’ αυτό.
Αλλά θυμήσου δεν κάνω δα και τόσο θόρυβο.
Και ειλικρινά κανείς δεν έχει υποχρέωση να με τραβήξει έξω
και δεν θα σταθώ εκεί με το σάβανο μου.
Είμαι μια μικρή νεραγκούλα με το κίτρινο νυχτικό μου
τρώγοντας τα οχτώ μου καρβέλια σαν αρμαθιά
και με σίγουρη σειρά σαν
την αράδα των χεριών
ή την μαύρη μετάληψη.
Είναι μια τελετή
αλλά όπως και κάθε άλλο άθλημα
βρίθει κανόνων.
Είναι σαν ένας μιούζικαλ αγώνας τένις όπου
το στόμα μου συνηθίζει να πιάνει την μπάλα.
Μετά ξαπλώνω στο βωμό μου
υπερυψωμένη από τα οχτώ χημικά φιλιά.
Ότι με ρίχνει αυτό είναι
με δυο ροζ, δυο πορτοκαλί,
δυο πράσινες και δυο λευκές καληνύχτες.
Φι-Φάι-Φο-Φουμ—
Τώρα είμαι δανεισμένη.
Τώρα είμαι μουδιασμένη.

1η Φλεβάρη, 1966
(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)

Anne Sexton 

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Ονειρεύομαι τα στήθη


Μητέρα,
πρόσωπο παράξενης θεάς
πάνω από το γαλατένιο σπίτι μου,
αυτό το εκλεπτυσμένο άσυλο,
σε έφαγα ολόκληρη.
Όλη μου η ανάγκη
σαν γεύμα σε κατάπιε.
Αυτό που πρόσφερες
θυμάμαι σε ένα όνειρο:
τα μπράτσα όλο φακίδες να με σφίγγουν,
το γέλιο κάπου πάνω από το χνουδωτό μου καπελάκι,
τα ματωμένα δάχτυλα να δένουν τα κορδόνια μου,
τα στήθη κρεμασμένες νυχτερίδες,
και τότε να με σαϊτεύουν,
να με κάνουν να λυγίζω.
Τα στήθη που εγνώριζα τη μεσονύκτια ώρα
χτύπησαν σαν τη θάλασσα που έχω τώρα μέσα μου.
Μητέρα, εγώ για να μην φάω
έβαλα μέλισσες στο στόμα μου
όμως καλό δεν σου ‘κανε.
Στο τέλος έκοψαν τα στήθη σου
και γάλα χύθηκε από αυτά
στου χειρουργού το χέρι
κι εκείνος τα αγκάλιασε.
Τα πήρα
και τα φύτεψα.
Σε κλείδωσα Μητέρα,
αγαπητή νεκρή γυναίκα,
έτσι που οι μεγάλες σου κουδούνες,
αυτά τα αγαπημένα άσπρα πόνι,
μπορούν να συνεχίσουν να καλπάζουν, να καλπάζουν
όπου κι αν βρίσκεσαι.

Anne Sexton

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Νυχτερίδα


Το απαίσιο δέρμα της
τεντωμένο από κάποιον έμπορο
μοιάζει με το δικό μου, εδώ, ανάμεσα στα δάχτυλα,
σαν κάποιου είδους υμένα, σαν του βατράχου.
Σίγουρα όταν γεννήθηκα το πρόσωπό μου ήταν μικρούλι
και σίγουρα πριν γεννηθώ μπορούσα να πετάω.
Όχι καλά, υπ’ όψιν, μόνο ένα πέπλο δέρματος
από τα μπράτσα μου ως τη μέση.
Πετούσα και τη νύχτα. Νύχτα να μη με βλέπουν
αλλιώς θα με χτυπούσαν.
Ίσως τον Αύγουστο, καθώς τα δέντρα υψώνονταν ως τ’ άστρα
πετούσα από φύλλο σε φύλλο μες το πηχτό σκοτάδι.
Αν μ’ έπιανες με το φακό σου
θα ‘βλεπες ένα ροδαλό πτώμα με φτερά,
έξω, έξω απ’ την κοιλιά της μάνας του, γεμάτο τρίχες
και τραχύ, να πετά πάνω απ’ τα σπίτια, τους στρατώνες.
Γι αυτό με μυρίζουν τα σκυλιά του σπιτιού σου.
Ξέρουν ότι είμαι κάτι που πρέπει να πιαστεί
κάπου στο κοιμητήριο που κρέμομαι ανάποδα
σαν μισερός μαστός.

Anne Sexton

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας


Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό,
ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

Anne Sexton

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Νοικοκυρά


Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.
Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,
στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.
Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.
Όλη τη μέρα είναι στο πόδι
να καθαρίζει με προσήλωση.
Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά
η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.
Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.
Το βασικό είναι αυτό.

(μετάφραση-επίμετρο: Δήμητρα Σταυρίδου, εκδ. Printa)
Anne Sexton

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Μαξ


Η Μαξ κι εγώ
δυο αδερφές έξαλλες,
δυο συγγραφείς έξαλλες,
δυο καταπονημένες,
κάναμε μια συμφωνία.
Να νικήσουμε το θάνατο μ’ ένα ξυλαράκι.
Να του επιβληθούμε.
Να χτίσουμε το θάνατό μας σαν ξυλουργοί.
Όταν έσπασε την πλάτη της,
κάθε βράδυ χτίζαμε τον ύπνο της.
Μιλώντας ακατάπαυστα στο τηλέφωνο
μέχρι που τα μάτια πέφταν σαν σκιές.
Και συμφωνήσαμε σ’ αυτά τα σιωπηλά μακρά τηλεφωνήματα
ότι όταν θα ’ρθει η στιγμή
θα μιλάμε ορθά-κοφτά,
θα εκσφενδονίζουμε λέξεις κατευθείαν απ’ το ένδον μας,
θα το πάρουμε όπως έρχεται.
Ναι,
όταν ο θάνατος έρθει με την κουκούλα του
δεν θα ’μαστε ευγενικές.

Anne Sexton

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Θέλοντας να πεθάνω


Αφού ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Περπατώ ντυμένη, ασημάδευτη απ' αυτό το ταξίδι.
Επειτα μια σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε δεν είχα τίποτα ενάντια στη ζωή.
Ξέρω καλά τις λεπίδες του γρασιδιού που αναφέρεις,
τα έπιπλα που είχες τοποθετήσει κάτω απ' τον ήλιο.

Αλλά οι αυτοκτονίες έχουν μια ειδική γλώσσα.
Σαν τους ξυλουργούς θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ δεν ρωτούν γιατί χτίζουν.

Δυο φορές πολύ απλά έχω αρνηθεί τον εαυτό μου,
έχω πιάσει τον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
έχω καταλάβει την τέχνη του, τη μαγεία του.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, βαριά και σκεπτική,
θερμότερη απ' το λάδι ή το νερό,
έχω ξαποστάσει, βρομοσαλιάζοντας στο στόμα-τρύπα.

Δεν σκέφτηκα το κορμί μου στην άκρη της βελόνας.
Ακόμα και ο κερατοειδής και το περίσσευμα των ούρων μου έχουν φύγει.
Οι αυτοκτονίες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
αλλά ζαλισμένες, δεν μπορούν να ξεχάσουν ένα τόσο γλυκό φάρμακο
που ακόμα κι ένα παιδί θα το κοιτούσε και θα χαμογελούσε.

Να χώνεις όλη αυτή τη ζωή κάτω απ' τη γλώσσα σου! -
αυτό, από μόνο του, γίνεται ένα πάθος.
Ο θάνατος είναι ένα θλιμμένο οστό- με κακώσεις, θα έλεγες,

κι ακόμα αυτή με περιμένει, χρονιά με τη χρονιά,
με τόση αβρότητα να αποκαταστήσει μια παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου απ' τη σκληρή του φυλακή.

Ισορροπώντας εκεί, οι αυτοκτονίες καμιά φορά συναντούν,
περιγελώντας τον παλαβιάρη, ένα φουσκωμένο φεγγάρι,
αφήνοντας το ψωμί που παρεξήγησαν για ένα φιλί,

αφήνοντας τη σελίδα του βιβλίου απρόσεκτα ανοικτή,
κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο βγαλμένο απ' την πρίζα
και τον έρωτα, ό,τι κι αν ήταν, μια μόλυνση.

Anne Sexton


Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Η ανάκριση του άντρα με τις πολλές καρδιές

Ποια είναι αυτή που έχεις στην αγκαλιά σου;
Είναι αυτή στην οποία εναπόθεσα τα οστά μου
κι έχτισα ένα σπίτι που ήταν μόνο μία κλίνη
κι έχτισα μια ζωή που κράτησε πάνω από μία ώρα
κι έχτισα ένα κάστρο όπου δε ζει κανείς
κι έχτισα, τελικά, ένα τραγούδι
για να ταιριάζει με την τελετή.

Γιατί την έφερες εδώ;
Γιατί χτυπάς την πόρτα μου
με τα λιγοστά σου αποθέματα και τα τραγούδια σου;

Ενώθηκα μαζί της όπως ενώνεται ο άντρας
με τη γυναίκα, αν και δεν υπήρχε χώρος
για εορτασμούς και τυπικότητες
κι αυτά τα πράγματα μετράνε, ξέρετε, για μια γυναίκα.
Και ζούμε, βλέπετε, σε κλίμα ψυχρό
και δεν μας επιτρέπεται να φιλιόμαστε στο δρόμο
έτσι επινόησα ένα τραγούδι που δεν ήταν αληθινό.
Επινόησα ένα τραγούδι που το λένε Γάμο.

Βγαίνεις από το γάμο σου και έρχεσαι σε μένα
κλωτσάς τα σκαλοπάτια του σπιτιού μου
και μου ζητάς να προσμετρήσω αυτά τα πράγματα;

Ποτέ. Ποτέ. Όχι η πραγματική μου γυναίκα.
Είναι η αληθινή μου μάγισσα, είναι πιρούνι και φοράδα μου
η μάνα των δακρύων μου, το μισοφόρι μου της κόλασης
το αποτύπωμα των μαρτυρίων μου, το ίχνος απ’ τις μελανιές
κι επίσης τα παιδιά που θα μπορούσε να γεννήσει
μα κι ένας τόπος ιδιωτικός, ένα κορμί οστέινο
το οποίο ειλικρινά θα αγόραζα εάν μπορούσα να αγοράσω
το οποίο και θα παντρευόμουν εάν μπορούσα να παντρευτώ.

Μήπως να σε βασάνιζα γι αυτό;
Κάθε άνθρωπος έχει την μικρή μοίρα που του έλαχε
και η δική σου είναι μια μοίρα παθιασμένη.

Μα βασανίζομαι όμως. Δεν έχουμε τόπο.
Η κλίνη που μοιραζόμαστε μοιάζει σχεδόν με φυλακή
όπου δεν μπορώ να πω λουλουδάκι μου, παπάκι ή σπουργιτάκι
καρδούλα, αγαπημένη, κορίτσι του καλοκαιριού μου, αστείο μου κορίτσι
κι όλες αυτές τις ανοησίες που λέει κάποιος στο κρεβάτι.
Να πω ότι κοιμήθηκα μαζί της δεν αρκεί.
Δεν την πήγα απλά στο κρεβάτι.
Την έδεσα σ’ αυτό, με κόμπο.

Τότε γιατί στις τσέπες
χώνεις και σφίγγεις τις γροθιές σου;
Γιατί τα πόδια σου κουνάς
σαν σχολιαρόπαιδο;

Έδενα χρόνια αυτόν τον κόμπο στα όνειρά μου.
Σ’ ένα απ’ αυτά τα όνειρα πέρασα από μια πόρτα
κι εκείνη στέκονταν εκεί φορώντας την ποδιά της μάνας μου.
Μια άλλη φορά, σύρθηκε έξω απ’ το παράθυρο που είχε σχήμα
κλειδαρότρυπας φορώντας τα ροζ κοτλέ της κόρης μου.
Κάθε φορά έδενα αυτές τις γυναίκες σ’ έναν κόμπο.
Και όταν κατέφτασε μια άνασσα, την έδεσα κι αυτήν.
Όμως αυτόν τον κόμπο τον έδεσα στ’ αλήθεια
τώρα την έχω δέσμια, γερά.
Φώναξα τ’ όνομά της δυνατά. Την αιχμαλώτισα.
Της έβαλα σφραγίδα ένα τραγούδι.
Δεν υπήρχε άλλος χώρος γι αυτό.
Δεν υπήρχε άλλη κάμαρα γι αυτό.
Μόνον ο κόμπος. Ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.
Έτσι άπλωσα τα χέρια μου επάνω της
και είπα ότι τα μάτια και το στόμα της μου ανήκουν
όπως και η γλώσσα της, δική μου.

Για ποιον λόγο μου ζητάς να επιλέξω;
Δεν είμαι δικαστής, ούτε και ψυχολόγος.
Δικός σου είναι ο κόμπος ο δεμένος στο κρεβάτι.

Κι όμως περνώ αληθινές μέρες και νύχτες
με παιδιά και μπαλκόνια και μια καλή σύζυγο.
Έτσι έδεσα αυτούς τους άλλους κόμπους
και προτιμώ να μην τους σκέφτομαι
όταν σου μιλώ για εκείνην. Όχι τώρα.
Αν ήτανε ενοικιαζόμενο δωμάτιο, θα το πλήρωνα.
Αν ήταν μια ζωή που χρειαζόταν σωτηρία, θα την έσωζα.
Ίσως είμαι ένας άντρας με πολλές καρδιές.

Άντρας με πολλές καρδιές;
Τότε γιατί τρέμεις έξω από την πόρτα μου;
Ένας τέτοιος άντρας δεν θα με είχε ανάγκη.

Είμαι βαθιά μπλεγμένος στο χρώμα της βαφής της.
Σ’ άφησα επί τω έργω να με πιάσεις,
στις νεανικές μου τρέλες, σ’ ένα τρελό ρολόι
για την φοράδα μου, το περιστέρι μου και το δικό μου καθαρό κορμί.
Μπορεί να λεν για μένα ότι έχω φίδια μες τις μπότες μου
όμως εγώ σου λέω ότι για μία μόνο φορά βρίσκομαι στους αναβολείς,
για μια μόνο φορά, γι αυτή τη φορά, βρίσκομαι μες το κύπελλο.
Η αγάπη της γυναίκας είναι μέσα στο τραγούδι.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα κόκκινα.
Την ονόμασα η γυναίκα με τα ροζ
όμως εκείνη ήτανε δέκα χρώματα
και δέκα γυναίκες
και μετά βίας μπορούσα να της δώσω ένα όνομα.

Ξέρω για ποια μιλάς.
Το έκανες ξεκάθαρο ποια είναι.

Ίσως δεν έπρεπε να εκφραστώ με λόγια.
Ειλικρινά, δεν το αξίζω αυτό το φίλημα,
πιωμένος σαν σωληνουργός που είμαι,
αφού έκοψα τα σχοινιά από το άρμα
και αποφάσισα να την κρατήσω εδώ δεμένη διά παντός.
Βλέπεις, αυτό το τραγούδι είναι η ζωή
που δεν μπορώ να ζήσω.
Ο Θεός, ακόμα και καθώς περνάει φευγαλέα,
αποκηρύσσει την μονογαμία ως ιδίωμα χυδαίο.
Ήθελα να την καταγράψω στους νόμους.
Όμως, ξέρεις, δεν υπάρχουν νόμοι γι αυτό.

Άντρα με τις πολλές καρδιές, είσαι ανόητος!
Το τριφύλλι έβγαλε αγκάθια φέτος
κι έκλεψε τους καρπούς απ’ τα κοπάδια
και οι πέτρες στο ποτάμι ρούφηξαν
κι αποστέγνωσαν τα μάτια των αντρών,
τη μία εποχή μετά την άλλη ανεξαιρέτως
και όλα τα κρεβάτια καταδικάστηκαν
όχι από την ηθική ή τους νόμους
μα από τον χρόνο.

Anne Sexton