Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ'άσπρα λουλούδια στο κεφάλι περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Η θέα είναι υπέροχη από τα πενήντα.
Τα βλέπεις όλα μέσα από άλλα σύννεφα,
κόκκινα, ροζ, μαβί ( αρκεί να μην τα
μπερδέψεις με γαρύφαλλα και κρίνα
όπως εκείνοι που σκέπτονται ασύνετα ).
Λίγο πιο πάνω αρχίζουν τα σκότη
που χύνει κρουνηδόν η Χίμαιρα,
καθώς ο γύπας σκαλίζει το συκώτι
κι αισθάνεσαι επιτέλους ότι
χωνεύονται τα αιώνια με τα εφήμερα.
Με συναρπάζουν ετούτα τα ύψη,
όπου τίποτε δεν φαίνεται αδύνατο,
σαν κάποιο χέρι να έχει εξαλείψει
τον γκρίζο βράχο, κι όπου η θλίψη
μοσχοβολάει σαν μήλο αγίνωτο.
Όλη τη νύχτα έβρεχε. Και το πρωί
τα φορτηγά κατέβηκαν με λάστιχα λασπωμένα.
Οι νεκροί μετακομίζουν σ’άλλα σώματα αφήνοντας
μεγάλες γρατσουνιές στο δέρμα.
Ο ουρανός το γυρίζει γρήγορα στο γαλάζιο.
Ένας καυτός ήλιος περνάει
σφυρίζοντας πάνω απ’το κεφάλι μου.
«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα», μου έλεγε
τις προάλλες ένας ταξιτζής.
«Μια απλή διακοπή του φωτός. Όπως όταν
δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό».
Ένας ζεστός καφές το πρωί.
Το διάβασμα (όσο γίνεται πιο αργά) της εφημερίδας.
Μια βροχή πότε-πότε για να πλένει τα αισθήματα.
Το χώμα στα καινούρια σου τακούνια.
Η θάλασσα το απόγευμα με λίγη συννεφιά.
Γαρύφαλλα. Πολλά γαρύφαλλα.
Ακόμη : «Ο άνθρωπος που πηδάει πάνω απ' την πόλη» του Σαγκάλ.
Ν' ανεβαίνω παλιά ξύλινα σκαλοπάτια.
Το χέρι μου στο στήθος σου.
Κάποια ποιήματα του Καβάφη.