Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έκτωρ Κακναβάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έκτωρ Κακναβάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

Αυτό να πεις


Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι

για μερικούς οι φωνακλάδες

και γι’ άλλους πολυεδρικοί

σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας

και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους

απ’ τα δένδρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια

κρούσματα κι επεισόδια με τα φωνήεντα.

Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ

σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,

μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,

εσύ, εγώ

μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.

Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,

σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,

μην ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους

κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο

πίσω από ’να δίτροχο

εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.

Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα

πες για το τίποτα στο έτσι,

ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη

ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο

γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.

Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός

σαράντα οργιές του βάθους που κύλαγε ίσα πάνου

μόνο σα ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.

Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε

και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί

οι φωνακλάδες

οι διεφθαρμένοι.


*Από τη συλλογή “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978)


Έκτωρ Κακναβάτος

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Του έρωτα


1

Με κούρσεψαν τα χρώματα

Ο ιδρώτας στη μασχάλη σου είναι μπλε

Λιθρίνι μες στον κόλπο σου πως σπαρταράω

Για το κίτρινο

Ω η έκρηξη στο τυρκουάζ στο χρυσαφί

Όταν σου λύνω την ταινία τ’ ουρανού

Και τρέμω για το άσπρο που ενεδρεύει…

 

2

Ω πόσο, πόσο ήσουν ωραία

Που σπαρταρούσες

Ζαρκάδια που τα βίτσιζε ο πόθος μας

Χοροπηδούσαν τα φιλιά μου στις μασχάλες σου

Καλπάζανε που σπαρταρούσες.


3

Το κορμί σου εύξεινος λόγος του νερού

Κι η γλώσσα μου καρίνα

Να μελετά τα ρεύματα

Να μιλάει με υφάλους.

Το κορμί σου Όργανο του αγέρα

Κιθάρα του Θεού

Οι χορδές μου λιώνουνε τα δάχτυλα

Μα κρούω, κρούω και μου μιλά

Ότι εντός του κάτι αθανατίζεται.


4

Ήσουν η έξαψη του ακόντιου

Το ρίγος του σαν ήτανε να τιναχτεί

Η λάμψη του μες στον αγέρα ήσουν

Καρφωμένη τώρα μέσα μου

Ως τρέμει το καρυόφυλλο

Συνέχεια τρέμεις

Κι εγώ στη μέθην όλος.


5

Εγώ είμαι της θύελλας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είμαι της λαίλαπας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είναι που εντός μου είσαι η δίνη

Είναι που έσπασες τον άξονα

Που κράταγε την τάξη

Κι όλα γίναν ιαχές

Νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ….


8

Ω αρπίστρια του νου μου

Στις φλέβες μου άπιαστη σαϊτα

Σαν με κοιτάζεις.


9

Τι βουητό βυθού

Τι έλξη στο λαβύρινθό μου

Τ’ όνομά σου.

   

10

Στο κούφιο χώμα μου

Τ’ άγιο τ’ απάτητο

Τ’ αχνάρι που άφησες, η λάρνακά μου.

 

11

Λες τον έρωτα δεσμώτη

Λέω τον έρωτα λυόμενο

Ο ένας καταπάνω του αλλουνού

Για τράκο κίνησαν οι δυο κουρσάροι.

 

12

Άμοιρη δεν το ‘ξερες

Που ήμουνα γυάλινος

Πως θα γινόμουν θρύψαλα

Πριν καν με αγγίσεις.

 

Έκτωρ Κακναβάτος


 

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Βραδινό Δελτίο


Περίμενέ με
Φτάνω μεσάνυχτα ακριβώς
Μεσάνυχτα και πέντε κάνομε έρωτα in vitro
σε δοκιμαστικό σωλήνα

Στα μάτια μας αναποδογύριζε η ίρις·
έλεγες: τωόντι αναμάρτητο το σπέρμα
ενδοφλεβίως

Έξω μακριά σε κάποιο Μπαγκλαντές
με τα γεράκια του ο θάνατος

Συνεχίζαμε ως το πρωί
σε δοκιμαστικό σωλήνα.

Έκτωρ Κακναβάτος

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Λέγοντας πέτρες


Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή-αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
…χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…
Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο·
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.

Έκτωρ Κακναβάτος

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

POST THERMIDOR


Και που ήσαν τάχα λαίλαπα ή
το φθαρμένο μου γάντι πυγμαχίας
τι μ’ αυτό;
Νύχια της αρκούδας ανηφορίζουνε τη φλέβα μου
Η θεωρία συρματόσχοινο που κόπηκε
ή καυσαέριο πατημασιά κοβάλτιου
ας είναι και σφυρίχτρα
τι μ’ αυτό;
Όρκο παίρνω ήταν μεσάνυχτα που η θάλασσα
παράτησε την ολομέλεια
περνούσε σύρριζα τον τοίχο
πέταξε τα εσώρουχα της
τα κολλημένα πάνω της επίθετα
τον οδοντογιατρό της.
Λαμπάδιζαν οι λεωφόροι
τα κορίτσια κόβανε τις ωοθήκες τους
τις ρίχναν στη φωτιά οι φλόγες κόρωναν
τύλιγαν τον ουρανοξύστη
ε… και τι
μ’ αυτό;
Μάτια μου ετούτος… άκαυτος
Λευκοντυμένες άφηναν τ’ αμφιθέατρα οι πιθανότητες
ρίχνανε τα πτυχία τους στον οχετό της νύχτας
Ιθαγενή αερόστατα ανέβαιναν
απ’ τις θερμοκοιτίδες
Κι εγώ
στις τσέπες μου όσο γίνονταν πιο βαθιά
επώαζα φυσίγγια.
Απόμακρη έξω απ’ τις ράγες επέμενε
αναντίρρητη σε ό,τι αφορά το ουρανί
το μπλάβο
το πορτοκαλί
επέμενε ότι λάμπουσα
αν και παρήλιξ
η γοερή διάνοια των μπολσεβίκων
Από το άπαρτο οδόφραγμα επέμενε
non passaran καμένη στο ιώδιο
η φωνή μου.
Κι αχ πως δίχως τροχούς επέμενε
καταμεσής στην άσφαλτο
μπαταρισμένη εκείνη η Άνοιξη
που το νιογέννητο ατσάλι βάλθηκε να γερνά
μες στη γροθιά μου…

Έκτωρ Κακναβάτος

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Ρήγμα στον κρόταφο


Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.
Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.

Έκτωρ Κακναβάτος

Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο

Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.
Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ
Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τελείωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.
Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.

Έκτωρ Κακναβάτος

Η φυλή μου εμένα με το ανέφικτο

Ο στόμφος εκούρασε• σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση•
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με του αστούς μακάρια πια
παρακμάζει• σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
– συγγνώμη• ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις• λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…
Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Αφήνω που, αυτό μας έλλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ
στον εξοχότατο κανάγια.

Έκτωρ Κακναβάτος

Λέγοντας πέτρες


Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
… χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…
Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο•
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.

Έκτωρ Κακναβάτος

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Perfecta


Φιγούρα πλάι στον άνεμο με δυο θανάσιμα φεγγάρια.
Το που στέγαζες πράγματα
υστέρα που πάλι πράγματα
κ’ υστέρα που προχώρησες μέσα στα πράγματα
και που σαν έφτασες ως τους πυρήνες
δεν είχες άλλη κβάντωση.
Θυμόσουν μόνο τα χειρόκτια τα Επιφάνεια
την παρθένο αντιλόπη χαμένη μες στους πάγους
κ’ εκείνο το χαμόγελο στο φεγγίτη του μουσείου
σαν ειρωνική ημισέληνος, ποτέ αφή.
Ύστερα –είναι κι αυτός ό χρόνος βλέπεις
που χώνεται στα πόδια μας–
άνοιξε ή τρύπα στα ύφαλα
το μέγιστο ναυάγιο πολτώδες
σαν το εδώ και σαν το τώρα των αρχιερέων.

Πότε με τέτοια τελειότητα και πού
δοθήκανε στις μνήμες οι λεμβούχοι;

1972
( Ποιήματα 1943-1974.-Αθήνα: Άγρα, 1990, [Α΄τόμος] σ. 166)
Έκτωρ Κακναβάτος

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Τροχιά

Τώρα μεσ’ απ’ το στήθος μου περνάς
με ανοίγματα ερημιάς
αφήνοντας χρυσά νομίσματα
σαν ήλιος μεσ’ από κοφίνια
που τα ξεπάτωσε η σιωπή,
αμνημόνευτη αλλιώς σ’ αυτούς τους τόπους.
Για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία
και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές
το αίμα δυο ασβών πίσω από σκοίνα
και μια γονυκλισία μέρες του Ακαθίστου,
να μην είναι θάνατος ούτε ενωμοτία
του Σεπτέμβρη
ούτε η μπόλια του μεσημεριού
απλωμένη ανάμεσα του ύπνου των αλόγων.
Έτσι θα περιμένεις Μάη Ιούλιο
ίσως και Αύγουστο
κάνε δυο δεκαετίες με κολεόπτερα και βάλε
μπορεί και αιώνα
μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος
και γίνει φως και γίνει σκότος
ημέρα πρώτη της δημιουργίας.

Έκτωρ Κακναβάτος

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Σχέδιο για άλλοθι

Το σκυλί μου κόπια του όγδοου αιώνα
κομμένο στα τέσσερα
μ' άλλους σακατεμένους κώδικες
λέω να το πουλήσω για πατατόσπορο

έχω παιδιά να θρέψω
θέλει πισσόχαρτο η στέγη μου
θέλει καλαμπόκι το κοτέτσι
θέλουν τα ποντίκια μου τυρί
την Πτολεμαία Κλεοπάτρα θέλω στο στρώμα μου
και βρέχει

 Έκτωρ Κακναβάτος

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Είσοδος Κινδύνου

Κάτω από το παράθυρο μου πέρασε πάλι αυτός
δόκανο για φεγγάρια
Το κεφάλι του τετράγωνο κλουβί
μέσα του ένα μάτι
απ’ τα λίγα που περίσσεψαν της νύχτας
μα όχι ψάρι
Σου γράφω μετά από τρεις βροχές
Η απόπειρα μου για το ποιος είναι ο άλλος που είμαι
απότυχε
Τι να σου λέω λοιπόν για τη μοναξιά με λέξεις
Μη δεν είδες θερισμένο κάμπο πέρα πέρα
καταμεσί του απόμαχο βαγκόνι έξω από τις ράγιες
τη σιγαλιά ν’ ακουμπάει πάνω του
δίχως κουδούνι να βοσκάει η ερημιά
κατάψηλα να περιπολούν κοράκια;
Κάτω απ’ το παράθυρο μου πάλι αυτός
Το κεφάλι του εγώ: είσοδος κινδύνου.

Έκτωρ Κακναβάτος

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Αυτασφάλιση


Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν
που παρότι
απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες
μην τους ακούς
που μυξοκλαίνε
Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος
εξέχει από τον χρόνο ως ανθύπατος
όπως το δάχτυλο τους
από την τρύπια κάλτσα∙
ένας τέτοιος θρίαμβος.

Έκτωρ Κακναβάτος

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ' τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ' τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

Έκτωρ Κακναβάτος