Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καββαδίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Γράμμα ενός αρρώστου


Φίλε μου Αλέξη, το ‘λαβα το γράμμα σου·

και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;

Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου

ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω…


Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας

όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,

κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα

που να μου φέρει λίγη ποικιλία.


Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα

– σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε –

και τ’ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε

κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.


Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.

Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!

Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα

πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.


Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα

κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη

και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα

κι όλο η μητέρα μου ‘λεγε: Το Μάρτη…


Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα

κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:

«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»

Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.


Να πεις σ’ όλους τους φίλους χαιρετίσματα,

κι αν τύχει ν’ απαντήσεις την Ελένη,

πως μ’ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα

και τώρα πια να μη με περιμένει…


Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ‘ρχότανε

σαν ένας καπετάνιος να με πάρει

χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του

κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.


Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.

Μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις.

Δε θα ‘βρεις, βέβαια, λόγια για μι’ απάντηση.

Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις…


Νίκος Καββαδίας

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ


«Φαίνεται πιὰ πὼς τίποτα -

τίποτα δὲν μᾶς σώζει...» ~ Καίσαρ Εμμανουήλ


Ξέρω ἐγὼ κάτι ποὺ μποροῦσε, Καῖσαρ, νὰ σᾶς σώσει.

Κάτι ποὺ πάντα βρίσκεται σ᾿ αἰώνια ἐναλλαγή,

κάτι ποὺ σχίζει τὶς θολὲς γραμμὲς τῶν ὁριζόντων,

καὶ ταξιδεύει ἀδιάκοπα τὴν ἀτέλειωτη γῆ.


Κάτι ποὺ θά ῾κανε γοργὰ νὰ φύγει τὸ κοράκι,

ποὺ τοῦ γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τὰ χαρτιά·

νὰ φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τὰ φτερά του,

πρὸς κάποιαν ἀκατοίκητη κοιλάδα τοῦ Νοτιᾶ.


Κάτι ποὺ θά ῾κανε τὰ ὑγρά, παράδοξά σας μάτια,

ποὺ ἁβρὲς μαθήτριες τ᾿ ἀγαποῦν καὶ σιωπηροὶ ποιηταί,

χαρούμενα καὶ προσδοκία γεμάτα νὰ γελάσουν

μὲ κάποιον τρόπο πού, ὅπως λέν, δὲ γέλασαν ποτέ.


Γνωρίζω κάτι, ποὺ μποροῦσε, βέβαια, νὰ σᾶς σώσει.

Ἐγὼ ποὺ δὲ σᾶς γνώρισα ποτέ... Σκεφτεῖτε... Ἐγώ.

Ἕνα καράβι... Νὰ σᾶς πάρει, Καῖσαρ... Νὰ μᾶς πάρει...

Ἕνα καράβι ποὺ πολὺ μακριὰ θὰ τ᾿ ὁδηγῶ.


Μία μέρα χειμωνιάτικη θὰ φεύγαμε.

- Τὰ ρυμουλκὰ περνώντας θὰ σφυρίζαν,

τὰ βρωμερὰ νερὰ ἡ βροχὴ θὰ ράντιζε,

κι οἱ γερανοὶ στοὺς ντόκους θὰ γυρίζαν.


Οἱ πολιτεῖες οἱ ξένες θὰ μᾶς δέχονταν,

οἱ πολιτεῖες οἱ πιὸ ἀπομακρυσμένες

κι ἐγὼ σ᾿ αὐτὲς ἁβρὰ θὰ σᾶς ἐσύσταινα

σὰν σὲ παλιές, θερμές μου ἀγαπημένες.


Τὰ βράδια, βάρδια κάνοντας, θὰ λέγαμε

παράξενες στὴ γέφυρα ἱστορίες,

γιὰ τοὺς ἀστερισμοὺς ἢ γιὰ τὰ κύματα,

γιὰ τοὺς καιρούς, τὶς ἄπνοιες, τὶς πορεῖες.


Ὅταν πυκνὴ ἡ ὁμίχλη θὰ μᾶς σκέπαζε,

τοὺς φάρους θὲ ν᾿ ἀκούγαμε νὰ κλαῖνε

καὶ τὰ καράβια ἀθέατα θὰ τ᾿ ἀκούγαμε,

περνώντας νὰ σφυρίζουν καὶ νὰ πλένε.


Μακριά, πολὺ μακριὰ νὰ ταξιδεύουμε,

κι ὁ ἥλιος πάντα μόνους νὰ μᾶς βρίσκει·

ἐσεῖς τσιγάρα «Κάμελ» νὰ καπνίζετε,

κι ἐγὼ σὲ μία γωνιὰ νὰ πίνω οὐΐσκυ.


Καὶ μία γριὰ στὸ Ἀννάμ, κεντήστρα στίγματος,

- μία γριὰ σ᾿ ἕνα πολύβοο καφενεῖο -

μία αἱμάσσουσα καρδιὰ θὰ μοῦ στιγμάτιζε,

κι ἕνα γυμνό, στὸ στῆθος σας, κρανίο.


Καὶ μία βραδιὰ στὴ Μπούρμα, ἢ στὴ Μπατάβια

στὰ μάτια μίας Ἰνδῆς ποὺ θὰ χορέψει

γυμνὴ στὰ δεκαεφτὰ στιλέτα ἀνάμεσα,

θὰ δεῖτε - ἴσως - τὴ Γκρέτα νὰ ἐπιστρέψει.


Καῖσαρ, ἀπὸ ἕνα θάνατο σὲ κάμαρα,

κι ἀπὸ ἕνα χωματένιο πεζὸ μνῆμα,

δὲ θά ῾ναι ποιητικότερο καὶ πι᾿ ὄμορφο,

ὁ διαφέγγος βυθὸς καὶ τ᾿ ἄγριο κύμα;


Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ἀνεκτέλεστα,

λόγια κοινά, κενά, «καπνὸς κι ἀθάλη»,

ποὺ ἴσως διαβάζοντας τὰ νὰ μὲ οἰκτίρετε,

γελώντας καὶ κουνώντας τὸ κεφάλι.


Ἡ μόνη μου παράκληση ὅμως θά ῾τανε,

τοὺς στίχους μου νὰ μὴν εἰρωνευθεῖτε.

Κι ὅπως ἐγὼ γιὰ ἕν᾿ ἀδερφὸ ἐδεήθηκα,

γιὰ ἕναν τρελὸν ἐσεῖς προσευχηθεῖτε.


Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Οι γάτες των φορτηγών


Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
- αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά -
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.

Νίκος Καββαδίας

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Πόθος


Πᾶμε στὸ κάμπο πέρα κεῖ τ᾿ ἀπόβραδο
πιασμένοι ἀπὸ τὸ χέρι ὡραῖο κοράσι
ὁ ἀχὸς τῆς πολιτείας τῆς ἀρρωστιάρικης
ποτὲ νὰ μὴ μπορέση νὰ μᾶς φτάσῃ.

Καὶ κεῖ στὸν κάμπο πέρα τὸν ἀνθόσπαρτο
ὅπου γιορτάζει πάντα ἡ φύσι
ἀγκαλιαστοὶ θὰ νοιώσουμε τὸν ἔρωτα
ὡς ὅτου ἡ ψυχὴ νὰ μᾶς ἀφήσῃ.

Καὶ χελιδόνι νὰ γενῇ γοργόφτερο
ψηλὰ στὸν οὐρανὸ νὰ φτερουγίσῃ
νὰ διαλαλήσῃ ἐκεῖ μὲ τυτιρίσματα
-Χαρήκαμε τ᾿ ὅ,τι εἴχαμε ποθήσει.

* Ψευδώνυμο: Πέτρος Βαλχαλάς. Δημοσιεύτηκε στὸ Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας 
στὶς 22 Ἰανουαρίου 1928, ἀρ. φύλλου 114, σελίδα 7.

Νίκος Καββαδίας

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου


Στο ημερολόγιο γράψαμε: "Κυκλών και καταιγίς".
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριον Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν - Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πωσε κάποιον,
 κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συχώρεσέ με...Κάποτες όπου 'χα πιει πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

Συχώρεσέ με...Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ' την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ' την αισχρήν δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε...ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική...)
κοιμήθηκα μ' έναν μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε...ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει...
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει...

Νίκος Καββαδίας

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Ο πιλότος Νάγκελ


Στον ποιητή Ν. Ράντο*

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που φεύγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μια γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν τη μακρινή του χώρα
και τα νησιά που 'ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank "Fjord Folden"
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν...


Νίκος Καββαδίας

*Νικήτας Ράντος, όπως και Νικόλας Κάλας ,
είναι ψευδώνυμα του Νίκου Καλαμάρη

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

Αντινομία


Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές
στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει
Θαλασσοκόρη του βυθού χίλιες οργιές
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε το αλάτι
μα εσύ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεργιανό το γητευτή τον απελάτη

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τ' άσπρο χαλίκι

Νίκος Καββαδίας


Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Μαχαίρι




Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.»
-Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...

Νίκος Καββαδίας


Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Ἐσμεράλδα

Στὸ Γιῶργο Σεφέρη

Ὁλονυχτιὲς τὸν πότισες μὲ τὸ κρασὶ τοῦ Μίδα
κι ὁ φάρος τὸν ἐλίκνιζε μὲ τρεῖς ἀναλαμπές.
Δίπλα ὁ λοστρόμος μὲ μακριὰ πειρατικὴ πλεξίδα
κι ἀλάργα μας τὸ σκοτεινὸ λιμάνι τοῦ Gabes.

Ἀπὰ στὸ γλυκοχάραμα σὲ φίλησε ὁ πνιγμένος
κι ὅταν ξυπνήσεις μὲ διπλὴ καμπάνα θὰ πνιγεῖς.
Στὸ κάθε χάδι κι ἕνας κόμπος φεύγει ματωμένος
ἀπ᾿ τὸ σημάδι τῆς παλιᾶς κινεζικῆς πληγῆς.

Ὁ παπαγάλος σοῦ ῾στειλε στερνὴ φορὰ τὸ «γειά σου»
κι ἀπάντησε ἀπ᾿ τὸ στόκολο σπασμένα ὁ θερμαστὴς
πέτα στὸ κύμα τὸν παλιὸ ποὺ ἐσκούριασε σουγιᾶ σου
κι ἄντε μονάχη στὸν πρωραῖον ἱστὸ νὰ κρεμαστεῖς.

Γράφει ἡ προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «σὲ προδίνω»
κι ὁ γρύλος τὸ ξανασφυράει στριγγὰ τοῦ τιμονιοῦ.
Μὴ φεύγεις. Πές μου, τό ῾πνιξες μία νύχτα στὸ Λονδίνο
ἢ στὰ βρομιάρικα νερὰ κάποιου ἄλλου λιμανιοῦ;

Ξυπνᾶν οἱ ναῦτες τοῦ βυθοῦ ρισάλτο νὰ βαρέσουν
κι ἀπὲ νὰ σοῦ χτενίσουνε γιὰ πάντα τὰ μαλλιά.
Τρόχισε κεῖνα τὰ σπαθιὰ τοῦ λόγου ποὺ μ᾿ ἀρέσουν
καὶ ξαναγύρνα μὲ τὶς φώκιες πέρα στὴ σπηλιά.

Τρεῖς μέρες σπάγαν τὰ καρφιὰ καὶ τρεῖς ποὺ σὲ κάρφωναν
καὶ σὺ μὲ τὶς παλάμες σου πεισματικὰ κλειστὲς
στερνὴ φορὰ κι ἀνώφελα ξορκίζεις τὸν τυφώνα
ποὺ μᾶς τραβάει γιὰ τὴ στεριὰ μὲ τοὺς ναυαγιστές.

Νίκος Καββαδίας