Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rainer Maria Rilke. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rainer Maria Rilke. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Ιουνίου 2024

Σε βλέπω να ορθώνεσαι...


Σε βλέπω να ορθώνεσαι σαν στύλος

και σιγανά επάνω σου ολοένα σκαρφαλώνω.

Το στήριγμά μου εσύ, με τόση ρώμη:

Καθώς στη διαύγειά σου με γνωρίζω,

πιο δυνατή, στο στέμμα σου με ορίζω

και νιώθω της ζωής λαχτάρα ακόμη!


Rainer Maria Rilke


Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022

Έρμαια της φτώχειας και του θανάτου


Φτωχοί δεν είναι

μονάχα στερημένοι βασικών αγαθών

κι αφημένοι στην τύχη, δίχως δύναμη και δίχως θέληση.

Είναι σημαδεμένοι απ’ τη σφραγίδα μιας αγωνίας δίχως όνομα

γυμνωμένοι απ’ όλα, ακόμη κι απ’ το νόημα της φτώχειας τους.

Η σκόνη των πόλεων σηκώνεται ν’ αμαυρίσει τα πρόσωπά τους

κι όλος ο βόρβορος κολλάει πάνω τους.

Θα ξωκείλουν μια μέρα ακυβερνητοι σαν ξεβρασμένα ναυάγια·

προκαλούν το φόβο σαν τους πανουκλιασμένους

μα αν ο κόσμος αισθανόταν το βάρος της οδύνης

θα είχε σαν τους φτωχούς ροδοστέφανο στο μέτωπο.

Γιατί οι φτωχοί έχουν την αγνότητα της πέτρας

και την αθωότητα του νιογέννητου τυφλού ζώου·

και μέσα στην πλέρια από σένα απλότητά τους

δεν ζητούν παρά να μείνουν φτωχοί όπως κι είναι στ’ αλήθεια…

Γιατί η φτώχεια είναι σαν μεγάλο φως στο βάθος της καρδιάς..

Εσύ είσαι ο φτωχός, ο γυμωμένος απ’ όλα,

είσαι η πέτρα που κυλά δίχως αναπαμό,

είσαι ο απεχθής λεπρός που όλοι αποστρέφονται

και που πλανιέται ολόγυρα απ’ τις πόλεις με τα κουδούνια του.Μήτε καν σαν τον άνεμο δεν έχεις χώρο

κι η ομορφιά σου με κόπο κρύβει τη γύμνια σου

κι ακόμη και το ρούχο που τ’ορφανό βάζει τις καθημερινές

είναι λαμπρότερο, γιατί τουλάχιστον του ανήκει…

Είσαι φτωχός σαν την ανάγκη ενός μωρού να γεννηθεί

στα σπλάχνα μιας κόρης ντροπιασμένης που ‘ναι μάνα

και που σφίγγει την κοιλιά της τόσο που να πάει να πνίξει

την άλλη ζωή που φέρνει και σκιρτά μέσα της.

Είσαι φτωχός σαν ανοιξιάτικη βροχή

που σιγανά πέφτει στις στέγες μιας πόλης

και σαν τη μόνη λατρεμένη ευχή ενός φυλακισμένου

στα βάθη του κελιού του για πάντα έξω απ’ τον κόσμο.


Είσαι φτωχός σαν τους αρρώστους που ολονυχτίς

στριφογυρίζουν ολοένα κι είναι σχεδόν ευτυχισμένοι

και σαν τ’ ανθάκια μέσα στις ράγες

τόσο θλιμμένα μες στον άνεμο τον ταραγμένο απ’ το ταξίδι

και σαν το χέρι που έρχεται στα μάτια να κρύψει

δάκρυα μεγάλης θλίψης…


Και τί είναι μπροστά σου τα τρεμάμενα πουλιά;

Τί είναι μπροστά σου, το σκυλί το κοκκαλιάρικο;

Τι είναι για σένα η αιώνια και σιωπηλή θλίψη των ζώων

των εγκαταλειμμένων απ’ όλους στην υποδούλωση;

Και μπροστά σε σένα και τη δυστυχία σου

τι είναι όλοι οι φτωχοί των ασύλων της νύχτας;


Δεν είναι παρά ταπεινά χαλίκια,

κι όμως σαν τη μυλόπετρα του μύλου,

λίγο ψωμί του δίνουν…

Μα εσύ είσαι αληθινά ο φτωχός, ο γυμνωμένος απ’ όλα,

ο επαίτης που κρύβει το πρόσωπο·

είσαι το μεγάλο φως της πενίας

που ο χρυσός δίπλα του ωχρά.


Είσαι εξόριστος, δίχως πατρίδα,

κανένα μέρος εδώ-κάτω δε σου ανήκει.

Το μέγεθός σου μας συνθλίβει, είσαι τεράστιος για εμάς.

Ουρλιάζεις στον άνεμο,

είσαι σαν άρπα που θα την έθραυε όποιο χέρι άγγιζε τις χορδές της.

Εσύ που γνωρίζεις τα πάντα, εσύ που η αστείρευτη γνώση σου,

πηγάζει από την υπεραφθονία της φτώχειας,

κάνε να μην είναι πάντα οι φτωχοί συντριμμένοι,

λευτέρωσέ τους από τη βαρειά καταφρονιά

τη δεμένη στην περπατησιά τους.


(…)


Οι φτωχοί είναι σιωπηλοί σαν πράγματα,

κι αν έρμαια των δρόμων μια εστία τους υποδεχτεί

παίρνουν μια θέση ταπεινά σαν πρόσωπα οικεία

κι ανακατεύονται στις ακαθόριστες σκιές του σκηνικού,

σβήνοντας στη λησμονιά σαν εργαλεία παρατημένα.


Μοιάζουν με κείνους τους φύλακες αγαθών

που δεν τα αντίκρισαν ποτέ με τα μάτια τους·

περιπλανιούνται χαμένες σχεδίες πάνω από βάραθρα

και σε σεντόνια ύφασμα απλωμένα στους κάμπους

κείτονται ανυπεράσπιστοι, εκτεθειμένοι σ’ όλους τους ανέμους.


Πάσχουν από εκείνη τη μοναδική και μεγάλη οδύνη

την οποία ο άνθρωπος μετέτρεψε σε μικρομέριμνες·

κι αποδέχονται την ύπαρξή τους με πολλή αγάπη,

που θε να ‘χε τη γλύκα του χόρτου ή τη σκληράδα της πέτρας.


Και πηγαίνουν στο χώρο που αγκαλιάζει το βλέμμα σου

όπως τα χέρια πάνω στις χορδές της άρπας.

Σώσε τους μόνο από την αμαρτία των μεγάλων πόλεων

όπου το μίσος κι η σύγχυση βαραίνουν πάνω τους.

Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους

και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση·

θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό

αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους.


Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη

πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής

κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους

αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα.

Επιδείχνουν την αναίδεια τους σαν εταίρες

και ζαλίζονται μες στο θόρυβο του μετάλλου και του γυαλιού.


Προχωρούν αδιάκοπα κυριευμένοι από μια πλάνη που τους ωθεί εκτός εαυτού.

Ο χρυσός κυβερνά τυραννικά και φθείρει όλες τις δυνάμεις τους…

Και μόνο με το μαστίγιο του αλκοόλ και άλλα δηλητήρια

εμμένουν στη στείρα ταραχή τους.


Οι φτωχοί υποφέρουν κι αυτοί, υπόδουλοι σε τούτο το ζυγό

κι όλα όσα βλέπουν τους καταπονούν.

Αισθάνονται στο πετσί τους τα ρίγη του πυρετού

και τριγυρνούν τη νύχτα σαν ψυχές κατάδικες·

είναι απόβλητοι μαζί με όλη τη φύρα της πόλης

και γεννούν την απέχθεια σαν το ψοφίμι το αφημένο στον ήλιο.


Έρμαια των δρόμων τα πάντα τους προσβάλλουν και αηδιάζουν:

το κυνικό φτιασίδι των γυναικών

και το θαμβωτικό βροντολόγημα των αυτοκινήτων…


Rainer Maria Rilke

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Δύο ποιήματα της 11ης Απριλίου 1901


Κουράστηκα τόσο πολύ από το βάρος των ημερών της αρρώστιας
η άδεια νύχτα των απάνεμων χωραφιών
βρίσκεται πάνω από την ησυχία των ματιών μου.
Η καρδιά μου άρχισε σαν αηδόνι,
μα δεν μπορεί να πει ούτε μια λέξη•
τώρα ακούω τη σιωπή μου –
μεγαλώνει σα το τρόμο της νύχτας
σκοτεινιάζει σαν το τελευταίο αχ
του λησμονημένου νεκρού μωρού.
* * *
Είμαι τόσο μόνος. Κανείς δεν καταλαβαίνει
ότι η σιωπή είναι η φωνή των μεγάλων μου ημερών
και δεν υπάρχει ο άνεμος, που ν’ αποκαλύπτει
τους μεγάλους ουρανούς των ματιών μου.
Μπροστά στο παραθύρι μια τεράστια μέρα
της ξένης συνοικίας της πόλης• κάποιος μεγαλόσωμος
είναι ξαπλωμένος και περιμένει. Σκέφτομαι: εγώ είμαι;
Τι περιμένω; Και που είναι ψυχή μου;

Rainer Maria Rilke 

Γέροντας


Όλοι είναι στα χωράφια: η μικρή ίζμπα συνήθισε
αυτή τη μοναξιά, αναπνέει, τρυφερή, σα παραμάνα,
σκεπάζει την ήρεμη κραυγή του μωρού που κλαίει.
Στο τζάκι, σα να κοιμάται, είναι ξαπλωμένος ένας γέρος,
σκέφτεται αυτά που χάθηκαν
και σα μιλούσα θα ‘ταν ποιητής.
Μα κείνος σιωπά• ας του χαρίσει γαλήνη ο Κύριος.
Κι ανάμεσα στην καρδιά και το στόμα μου
η απόσταση τεράστια, πέλαγος … σκοτεινιάζει πια η σκεπή
και η γλυκιά, όμορφη αγάπη
βγαίνει απ’ τα στήθη χιλιάδων χρόνων
και δεν βρήκε τα χείλη, - και έμαθε, ξανά
ότι σωτηρία δεν υπάρχει,
ότι το φτωχό πλήθος των κουρασμένων λόγων,
ξένο, θα προσπεράσει τη ζωή.

Μεσημέρι, 7 Δεκεμβρίου 1900
Rainer Maria Rilke 

Πρόσωπο


Αχ να γεννιόμουν ένας απλός μουζίκος,
τότε θα ‘χα ένα μεγάλο χαρούμενο πρόσωπο:
δεν θα πρόδιδα στους δαίμονες μου,
εκείνο που δύσκολα τα σκέφτεσαι, εκείνο
που απαγορεύεται να πεις …
Και μόνο τα χέρια θα γέμιζαν
από την αγάπη και την υπομονή μου, -
την μέρα όμως θα δούλευαν πολύ
και τη νύχτα θα σταύρωναν για να προσευχηθώ.
Κανείς γύρω μου δε θα ‘ξερε ποιος είμαι.
Γέρασα, και το κεφάλι μου
κρέμασε προς τα κάτω, στα στήθη μου, και μάλιστα πολύ.
Σα να μου φαίνεται πιο ελαφρύ.
Τότε κατάλαβα που πλησιάζει του αποχωρισμού η μέρα,
κι άνοιξα, σα βιβλίο, τα χέρια μου
και τα απώθησα στα μάγουλα, το στόμα και το μέτωπο…
Άδεια θα τα πάρω και θα τα βάλω στο φέρετρο, -
στο πρόσωπο μου όμως τα εγγόνια θα αναγνωρίσουν
όλα όσα ήμουν … παρόλα αυτά όμως δεν είμαι εγώ•
Στα χαρακτηριστικά αυτά είναι χαρές κι οι λύπες μου
τεράστιες και ανυπόφορες για μένα:
αυτό είναι το αιώνιο πρόσωπο της εργασίας.

Νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου 1900
Rainer Maria Rilke 

Πρωινό


Θυμάσαι άραγε πως μοιάζουν τα πρώιμα τριαντάφυλλα,
νωρίς το πρωί, όταν τα βλέπεις πριν απ’ όλους,
το βιός μας γύρω, οι εσχατιές γαλανές
και κανείς την αμαρτία δε τη θέλει.
Την πρώτη μέρα, σηκωθήκαμε
από τα χέρια του Θεού, όπου ‘χαμε κοιμηθεί –
τόσο πολύ – που δεν μπορώ να ξέρω•
τα περασμένα γίνηκαν παλιά,
και ότι υπήρξε ήταν πολύ λίγο, -
τώρα, όμως, θα πρέπει να κινήσουμε ξανά.
Τι μέλλει; Μην ανησυχείς,
τον χαμό μην το φοβάσαι,
αφού ο θάνατος είναι απλά η πρόφαση•
τι άλλο γι’ απάντηση θέλεις;
θα έρθουν νύχτες, γεμάτες καλοκαίρι
και μέρες λαμπερού φωτός
θα ζούμε εμείς, θα ζει και ο θεός.

6 Δεκεμβρίου 1900
Rainer Maria Rilke

Πυρκαγιά


Η παλιά αγροικία κοιμόταν
και η άμαξα έφυγε
μέσα στη νύχτα, ένας θεός ξέρει για πού.
Το σπιτάκι, μοναχό, έκλεισε,
ο κήπος βούιζε και θρόιζε:
δεν μπορούσε να κοιμηθεί μετά τη βροχή.
Το παλικάρι κοιτούσε τη νύχτα και τους αγρούς,
και πετούσε, δίχως βιασύνη
ανάμεσα μας το σιωπηλό
ημιτελές διήγημα.
Άξαφνα σώπασε: ο ορίζοντας πήρε φωτιά
ακόμη και ο ουρανός καιγόταν…
το παλικάρι σκέφτηκε: δύσκολη που ‘ναι η ζωή.
η σωτηρία γιατί δεν υπάρχει; -
η γη τους ουρανούς κοιτούσε
διψασμένη για απάντηση.

5 Δεκεμβρίου 1900
Rainer Maria Rilke 

Τραγούδι δεύτερο


Ταξιδεύω, ταξιδεύω και πλανιέμαι
στην πατρίδα σου, την ανεμοδαρμένη εσχατιά,
ταξιδεύω, ταξιδεύω έχοντας λησμονήσει
όλες τις χώρες που ‘χω επισκεφτεί παλιά.
Πόσο μακρινές μου φαίνονται
οι μεγάλες μέρες στη θάλασσα του νότου,
οι γλυκές νυχτιές του δειλινού του Μάη•
όλα κενά είν’ εκεί και χαρούμενα αλλά να:
σκοτεινιάζει ο θεός … ο μαρτυρικός λαός
ήρθε, τον βρήκε και τον έκανε αδελφό του.

1 Δεκεμβρίου 1900
Rainer Maria Rilke 

Τραγούδι πρώτο


….Βράδυ. Μια κοπέλα καθόταν
Στην ακροθαλασσιά, έτσι όπως
μια μάνα κάθεται δίπλα στο μικρό της.
Τραγουδούσε μα τώρα ακούει
του ύπνου του την ανάσα•
βλέποντας ότι είμαι ήρεμο και γαλήνιο
χαμογελάει:
δεν είναι χαμόγελο αυτό, είναι η λάμψη
του προσώπου της η γιορτή.
Το παιδί θα ‘ναι σα τη θάλασσα
συγκινώντας τα πέρατα και τους ουρανούς, -
με την υπερηφάνεια ή την θλίψη
με τους ψιθύρους ή την ησυχία.
Το μόνο που ξέρεις είναι πώς να το φροντίζεις,
να κάθεσαι και να περιμένεις …
άλλοτε νανούρισμα να του τραγουδάς,
μα να μην το βοηθάς
να ζήσει, να υπάρξει, να σωθεί.

29 Νοεμβρίου 1900
Σμαργκεντρόφρ
Rainer Maria Rilke


Ώρα σοβαρή



Όποιος, τώρα, κλαίει κάπου στον κόσμο,
Δίχως αιτία καμιά κλαίει στον κόσμο,
κλαίει για μένα.

Όποιος, τώρα, γελά κάπου στην νύχτα,
Δίχως αιτία, γελά μέσα στην νύχτα,
Με περιπαίζει.

Όποιος τώρα, πορεύεται κάπου στον κόσμο,
Δίχως αιτία πορεύεται μέσα στον κόσμο,
Έρχεται σε μένα.

όποιος, τώρα, πεθαίνει κάπου στον κόσμο,
δίχως αιτία πεθαίνει μες στον κόσμο,
με κοιτάζει. Από το Ωρολόγιον Γείτονα θεέ,
αν, σε μακρυάν νυχτιάν, με χτύπους δυνατούς,
κάποτε- κάποτε ,σ’ έχω ταράξει,
ήταν γιατί σπάνια την ανάσα σου ακούγοντας, είχα τρομάξει,
και ξέρω: είσαι ολομόναχος στην κάμαρα.
Αν κάτι χρειάζεσαι, κανείς δεν είναι στο πασπάτεμά σου
Να τρέξει να σου φέρει ένα νερό :
Πάντα ακρουμάζομαι, Δώσε ένα μικρό σημάδι μόνο,
Είμαι πολύ κοντά σου
Μονάχα ένας φτενός μεσότοιχος αναμεσά μας βρίσκεται, κατά τύχη.
Ας στέκει εκεί στη μέση :
Μια κραυγή μόνο από τα στόματά μας και θα πέσει
Δίχως κρότο και δίχως ταραχή .

Έχει από τις εικόνες σου χτιστεί.
Κ’ οι εικόνες σου σάμπως ονόματα στέκουν εμπρός σου
Κι όταν, άξαφνα, ανάβει μέσα μου το φώς σου,
Που μ’ αυτό το βάθος μου αναγνωρίζει,
στα πλαίσιά του σα λάμψη το σκορπίζει .
Κι οι αισθήσεις μου, που γρήγορα έχουν παραλήσει,
Ανέστιες είναι και σ’ έχουν αφήσει .
Αν μόνο μια φορά το πάν απόλυτα σιωπούσε
Αν το τυχαίο και συμπτωματικό βουβαινόταν
Και το γέλιο το γειτονικό,
Αν ο θόρυβος των αισθήσεών μου ηρεμούσε,
Που τόσο μ’ εμποδίζει ν’ αγρυπνήσω

με μια χιλιόμορφη σκέψη θα δυνόμουν ίσως
ως τα πέρατα σου να σε στοχαστώ
και ( μόνο όσο κρατά ένα χαμόγελο) να σε κρατήσω
σε κάθε ζωή για να σε χαρίσω
σαν ένα Ευχαριστώ
Θεέ τι θα κάνεις αν εγώ πεθάνω;
Η στάμνα σου είμαι (αν σπάσω?)
Το πιοτό σου είμαι ( αλλά αν χαλάσω?)
Το ένδυμά σου και το επιτήδευμά σου είμαι
Μαζί με μένα χάνεις το νόημά σου

Αν μείνεις πίσω μου, δε θα ‘χεις πια σπίτι κανένα,
Που με φιλικά, ζεστά λόγια να ‘ρχεται κοντά σου
Από τα πόδια σου πέφτουνε τα κουρασμένα,
Τα βελουδένια, που είμαι, σανδάλια σου.

Ο μεγάλος μανδύας σου σ’ εγκαταλείπει.
Το βλέμμα σου, που εγώ, με τη θερμή παρειά μου,
σαν προσκέφαλο, το έχω δεχτεί
θα ‘ρθει κι ώρες θα με γυρεύει , γιατί θα του λείπει,
κι όταν ο ήλιος στον ορίζοντα θα φτάσει,
πάνω σε ξένες πέτρες θα πλαγιάσει.
Θεέ, τι θα κάνεις ; Φοβούμαι πολύ !

Rainer Maria Rilke

Μοναξιά



Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή.
Από την θάλασσα προς τα βράδια ανεβαίνει,
Από κάμπους που μακρινοί ‘ναι και χαμένοι
Πάει προς τον ουρανό, όπου κατοικεί πάντα.
Κι από τον ουρανό, στην πόλη σα βροχή πέφτει.
Μες στις αβέβαιες ώρες, προς το πρωί
Τα σοκάκια όλα γυρίζουν ,
Κι όταν τα σώματα, που δε βρήκανε τίποτα τίποτα ,
Χωρίζουν θλιμμένα κι απογοητευμένα κι ακόμη,
όταν οι άνθρωποι, που ο ένας τον άλλο μισούνε,
πρέπει, στο ίδιο κρεββάτι, κ’ οι δυό , να κοιμηθούνε :
πάει, τότε η μοναξιά, όπου πάν κ’ οι ποταμοί…

Rainer Maria Rilke,

Η Μνηστή


Αγαπημένε, φώναξε με! Δυνατά φώναξέ με!
Μη μ’ αφήνεις να στέκω στο παράθυρο τόση ώρα
Στις γέρικες δεντροστοιχίες με τα πλατάνια
δεν αγρυπνά πια το βράδυ
έχουν αδειάσει.
Κι όπως δεν έρχεσαι πια, στο νυχτωμένο σπίτι
με τη φωνή σα να με κλείσεις,
από τα χέρια μου έξω, μες στους κήπους
του σκοτεινού γαλάζιου
Θα διαχυθώ…..Άνθρωποι μέσα στη νύχτα
Οι νύχτες , για τα πλήθη, δεν έγιναν, στοχάσου.
Η νύχτα σε χωρίζει από το γείτονά σου,
Γι αυτό , δεν πρέπει, εσύ, να τον ζητήσεις.
Κι αν νύχτα, ανάψεις φως στην κάμαρά σου,
Στο πρόσωπον ανθρώπους ν’ αντικρίσεις…
Ποιους ;- πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.

Οι άνθρωποι, φοβερά, απ’ το φως, είν’ αλλοιωμένοι,
Που το ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους,
Κι αν νύχτα, τύχαινε να είναι μαζεμένοι,
Έναν κόσμο που θα παραπάταγε, να δεις θα μπορούσες,
Ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.
Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους,
όλες τις σκέψεις έδιωξε μακριά,
το κρασί τρέμει μες τα βλέμματα τους
και στα χέρια τους κρέμεται η βαριά χειρονομία,
που μ’ αυτήν εννοούνε, όταν συνομιλούν,
όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο και σ’ αυτό επάνω,
ολοένα λεν: Εγώ κ’ Εγώ και. Με το Εγώ, έναν άλλον,
οποιονδήποτε θεωρούνε.

Rainer Maria Rilke

Είσοδος



Όποιος και να ‘σαι : Το βράδυ να βγεις έξω απ’ το δωμάτιο σου
εκεί μέσα τα γνωρίζεις όλα
σαν τον ουρανό, πριν από τον ορίζοντα, το σπίτι σου είναι
Όποιος και να ‘σαι
Με τα μάτια σου , τα κουρασμένα,
μόλις λευτερωθούν από το φαγωμένο σου κατώφλι,
Σιγά-σιγά σηκώνεις ένα δέντρο μαύρο και μπρος στον ουρανό το στήνεις
λυγερό , μονάχο,
Και τον κόσμο δημιούργησες,. Κι είναι μεγάλος
Κι είναι σαν λόγος , που ακόμη, στην σιωπή, ωριμάζει.
Κι όπως την έννοια του συλλαβαίνει η θέληση σου,
τρυφερά, τα μάτια σου, τον απολευτερώνουν...

Rainer Maria Rilke

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Σβήσε τα μάτια μου


Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ’ αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.

Rainer Maria Rilke