Follow by Email

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2020

Ερωτικό Γράμμα

 Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.

Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,

Αν και, όπως μια πέτρα , αυτό δεν μ` ενοχλούσε,

Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια

Δεν είναι ότι μ' έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—

Ούτε ότι μ' άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου

Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,

Κατανόησης της κυανότητας ή των αστεριών


Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα : ένα φίδι

Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος

Στον λευκό υετό του χειμώνα—

Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ

Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα

Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν

Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάματα,

Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,

Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.

Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

 

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.

Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας

Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη

Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν

Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.

Δεν ήξερα τι να υποθέσω.

Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα

Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου , σαν υγρό

Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.

Δεν ξεγελάστηκα .Σε γνώρισα αμέσως.

 

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.

Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.

Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:

Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο , ένα πόδι.

Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.

Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας

Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου

Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.


Μτφ. Κατερίνα & Ελένη Ηλιοπούλου

Sylvia Plath

Prozac

 


Αποκεφαλιστή

ανθισμένων ονείρων με στήμονες νεκροκεφαλές

ως συνήθως ευφυής

ελέγχοντας αυστηρά τα επίπεδα της σεροτονίνης

αυξομειώνοντας τις δόσεις του Prozac

ξαπλώνεις κάτω από το μονότονο ήχο της βροχής

μουρμουρίζοντας το Exit music for a Film των Radiohead

Και ζώντας κατʼ επανάληψη

ό, τι δεν έχει πια αξία

και άνευ σημασίας είναι εδραιωμένο ως συναίσθημα

κάνοντας τον σκύλο του Παβλόφ

να σαλιάζει στη θέα ενός πλαστικού οστού

που οι ακονισμένοι του κυνόδοντες

έχουν ρημάξει,

δεν κατανοείς την αλλαγή

Ο κόσμος έχει μετακινηθεί

ξεθάψανε τους νεκρούς σου

συγχώρεσες τον εαυτό σου

και ξανάκανες τα ίδια λάθη


Κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά σου

τους σάπιους μίσχους μιας ανθοδέσμης

που ξεχάστηκε χρόνια τώρα στο νερό

άπλωσες τον ρύπο

εμπιστευτικά

μυστικά

διαγράφοντας την ανάμνηση του γεγονότος

Στα δάχτυλά σου

μεγάλωσαν τα νύχια

και γαντζώθηκε η κόπωση

γιατί,

το να διαβάζεις ένα βιβλίο με τόσο μικρά γράμματα

πνιγμένο στις λεπτομέρειες

τοποθετώντας το χέρι σου κάθε φορά στο κατάλληλο σημείο

σε αποκάμει

φορτώνοντάς σου τη βαθιά θλίψη

όσων χαμένων κουβαλά κανείς

ένα δόντι, ένα καστανό μάτι, ένα φιλί

μια δύσοσμη αναπνοή, μια αγκαλιά,

τη δομή ενός κρυστάλλινου δακρύου

καθώς προσεκτικά το κουβαλάς

χρόνια τώρα

για να το χύσεις

το πολύτιμό σου

σʼ εκείνη τη μία και μόνη στιγμή

που κατρακυλώντας από τα μάγουλα

καμπανιστό θα διαλυθεί στο λευκό μου μάρμαρο.


Γιάννης Αντιόχου

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2020

22

 Τόσα για σένα έχω γράψει κι όμως 

νιώθω πως δεν σε ξέρω πια καθόλου 

σαν άστρα είμαστε τ’ ουράνιου θόλου 

που τα ’χει απομακρύνει κάποιος νόμος 

επώδυνης βαρύτητας κι ο τρόμος 

μιας σύντηξης ακόμα τ’ απωθεί, 

αλλ’ απ’ τη γη λάμπουν σαν να ποθεί 

το ένα τ’ άλλο…


Υπόθεση Ευδαιμονίας

Διονύσης Καψάλης

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2020

Ο προφήτης


(απόσπασμα)


Τα παιδιά δεν είναι δικά σας παιδιά.

Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής για τον εαυτό της.

Έρχονται στον κόσμο μέσα από 'σας,

αλλά δεν προέρχονται από εσάς

και, παρότι είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε 'σας.

Mπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας

όχι όμως τις σκέψεις σας.

Γιατί έχουν τις δικές τους σκέψεις.

Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους

όχι όμως την ψυχή τους.

Γιατί η ψυχή τους ζει στο σπίτι του αύριο

που εσείς δεν μπορείτε να το επισκεφτείτε ούτε καν στα όνειρά σας.

Μπορείτε να πασχίσετε να τους μοιάσετε,

μην προσπαθείτε όμως να τα κάνετε να σας μοιάσουν.

Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει πίσω

ούτε μένει στο χτες.

Eίστε τα τόξα απ’ τα οποία τινάζονται

σαν ζωντανές σαΐτες τα παιδιά σας.

Ο τοξότης βλέπει στόχο στη γραμμή του Απείρου

και σας λυγίζει με τη δύναμή του

ώστε οι σαΐτες του να φύγουν γοργά

και να φτάσουν μακριά.

Δεχτείτε το λύγισμά σας στα χέρια του με χαρά.

Γιατί αυτός,

όπως αγαπά τη σαΐτα που εκτοξεύεται,

αγαπά και το τόξο που είναι σταθερό.


Khalil Gibran

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2020

Ποίημα στους φίλους


Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις

για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,

ούτε έχω απαντήσεις

για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙

όμως μπορώ να σ’ ακούσω

και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω

το παρελθόν ή το μέλλον σου.

Όμως όταν με χρειάζεσαι

θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.

Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου

να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου

δεν είναι δικές μου.

Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια

αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,

όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο

που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου

όταν κάποιες θλίψεις

σου σκίζουν την καρδιά,

όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου

και να μαζέψω τα κομμάτια της

για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι

ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.

Μόνο μπορώ

να σ’ αγαπώ όπως είσαι

και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν

τους φίλους μου και τις φίλες μου,

δεν ήσουν πάνω

ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος

ούτε τελευταίος στη λίστα.

Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.

Να εκπέμπεις αγάπη.

Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.

Να ακούμε την καρδιά μας.

Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι

ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος

στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.

Ευχαριστώ που είμαι. 


Jorge Luis Borges

Άτιτλο


Μας έκαναν να πιστέψουμε πως η αληθινή αγάπη, η δυνατή, συμβαίνει μόνο μια φορά, το πιθανότερο πριν τα 30 μας.

Δε μας είπαν ποτέ πως η αγάπη δεν είναι κάτι που μπορείς να προκαλέσεις ούτε έχει χρονοδιάγραμμα.

Μας έκαναν να πιστέψουμε πως ο καθένας μας είναι ένα μισό πορτοκάλι και πως η ζωή έχει νόημα μόνο όταν βρεις το άλλο μισό.

Δε μας είπαν πως γεννηθήκαμε ολόκληροι και πως κανείς στη ζωή μας δεν αξίζει να κουβαλήσει στην πλάτη του αυτή την τόσο μεγάλη ευθύνη του να συμπληρώσει ό,τι μας λείπει,

Μόνοι μας εξελισσόμαστε. 

Αν έχουμε καλή παρέα, είναι απλώς πιο ευχάριστο.

Μας έκαναν να πιστέψουμε σε μια φόρμουλα «δύο σε ένα», 

δύο άνθρωποι που μοιράζονται τον ίδιο τρόπο σκέψης, 

τις ίδιες ιδέες και πως έτσι μόνο δουλεύει.

Ποτέ δεν ειπώθηκε πως έχει ένα άλλο όνομα, ακύρωση, 

πως μόνο δύο ξεχωριστοί άνθρωποι με τη δική τους προσωπικότητα μπορούν να έχουν μια υγιή σχέση. 

Μας έκαναν να πιστέψουμε πως ο γάμος είναι ένας υποχρεωτικός θεσμός και πως οι φαντασιώσεις εκτός ορίου θα πρέπει να καταπιέζονται.

Μας έκαναν να πιστέψουμε πως οι λεπτοί και οι όμορφοι είναι αυτοί που αγαπιούνται περισσότερο, πως αυτοί που κάνουν λίγο σεξ είναι βαρετοί και αυτούς που κάνουν πολύ σεξ δεν πρέπει να τους εμπιστεύεσαι.

Μας έκαναν να πιστέψουμε πως υπάρχει μόνο μία φόρμουλα να είσαι ευτυχισμένος, η ίδια για όλους και πως όποιος ξεφεύγει από αυτό τον τρόπο είναι καταδικασμένος να γίνει εγκληματίας.

Δε μας είπαν ποτέ πως αυτές οι φόρμουλες μπορούν να πάνε στραβά, πως αναστατώνουν τους ανθρώπους, τους αποξενώνουν και πως μπορούμε να δοκιμάσουμε άλλες εναλλακτικές.

Δεν μας είπαν πως κανείς δε θα μας πει αυτά τα πράγματα. 

Ο καθένας θα πρέπει να τα μάθει από μόνος του. 

Και όταν φτάσουμε στο σημείο να ερωτευτούμε πρώτα τον εαυτό μας, τότε μόνο μπορούμε να ερωτευτούμε και κάποιον άλλον.


John Lennon

Δεκέμβρηδες του είκοσι


Πριν λίγες μέρες

προσπάθησα να ισορροπήσω

πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη

πλάκα πεζοδρομίου

στο διάζωμα που χωρίζει

τα αντίθετα ρεύματα της Θηβών

στο ύψος του Αιγάλεω

χαζεύοντας κάμποση ώρα

δυο υπαλλήλους του δήμου

να κρεμάνε ράθυμα

χριστουγεννιάτικες γιρλάντες

με μπλε φωτάκια

πάνω σε μια μεταλλική κολόνα

μπήκε ο Δεκέμβρης

ήρθαν τα χριστούγεννα

αλλά εσύ δεν ήσουν εκεί

να μοιραστούμε

τη χαρμόσυνη είδηση ή έστω

την ξεχαρβαλωμένη πλάκα

δώδεκα χρόνια πριν

κανείς δεν θα νοιαζόταν

Δεκέμβρη μήνα

για ένα ξηλωμένο πεζοδρόμιο

στη μέση της Θηβών

ή οποιουδήποτε άλλου δρόμου

μα αυτό δεν είναι κάτι νέο

και στο μεταξύ

ένα παλιό Νισάν

με κατεύθυνση προς Πειραιά

και ανοιχτά παράθυρα

(Δεκέμβρη μήνα, ε;)

πέρασε δίπλα μου

ουρλιάζοντας στα FM

«το κράτος εγγυάται»

ύστερα 

σε χρόνο ενεστώτα πια

(για τις ανάγκες της αφήγησης)

πέφτουν οι πρώτες ψιχάλες

πέφτουν και οι πρώτες

βλαστήμιες

ο ψαρομάλλης υπάλληλος

με το κίτρινο γιλέκο

κρέμεται στην κολόνα

έχοντας τυλιγμένη γύρω του

μια γιρλάντα με μπλε φωτάκια

που αναβοσβήνουν χαρωπά

ενώ εκείνος βρίζει παναγίες

γιατί έχει απλώσει τα ρούχα

στο πίσω μπαλκόνι

αλλά έχει ξεχάσει

να κατεβάσει την τέντα

— σε αυτό το σημείο

σκέφτομαι ότι αν ήσουν εδώ

θα επαναλάμβανες

την αποστροφή σου

για τα μπαλκόνια, τα ύψη

και γενικά οτιδήποτε μπορεί

να σε απομακρύνει

από τον δρόμο

(συμφωνούμε)

(ωραία!)

στο μεταξύ

οι δρόμοι αδειάζουν

το Νισάν απομακρύνεται

οι υπάλληλοι καπνίζουν

η βροχή δυναμώνει

ο Σωτήρας εγγυάται

το Κράτος εγγυάται

το Δελτίο Καιρού εγγυάται

κι εγώ

ισορροπώ

και σε περιμένω

πάνω σε μια

ξεχαρβαλωμένη

πλάκα πεζοδρομίου

Δεκέμβρη μήνα

του είκοσι.


Γ.Δ. Σέρμυντ

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2020

Επιστροφή


«… qui ne pouvait pas

croire à la fin du voyage»

J. Supervielle


Το τέλος ενός ταξιδιού μοιάζει πάντοτε με προδοσία

Μοιάζει με τις φυλακισμένες αναμνήσεις

Πως ήμασταν κάποτε νέοι

Και πιάναμε το σφυγμό της γης


Και γέρναμε απρόσεχτα στα κάγκελα της νύχτας

Μια σύντομη εναλλαγή

Κάθε φορά και νέες γνωριμίες

Ξεχνιούνται γρήγορα σαν τις παλιές κινηματογραφικές ταινίες

Τα ξενοδοχεία σού γνέφουν ερεθιστικά

Και φωτίζονται τη νύχτα με υποσχέσεις

Ανηφορίζεις την ανησυχία σου

Και φτάνεις στα τελευταία περίπου σπίτια μιας επαρχιακής πολιτείας

Εκεί ανάβεις την προσδοκία σου

Και ταλαντεύεσαι ανάμεσα στις τρεις αδερφές

Τρεις αδερφές τριπλή χαρά συλλαβίζεις με θλίψη

Σου εξηγούν πως το χιόνι θα στρώσει

Μα οι ματιές αφήνουν αυλάκια πύρινα το κατόπι τους

Νιώθεις απύθμενα ρίγη καθώς το τζάκι γελάει

Σκέφτεσαι την αυγή θα ‘σαι φευγάτος

Κάθε άνθρωπος έστω και ο πιο άσημος θα προδοθεί κάποια μέρα

Πολύ πριν απ’ το σπασμό

Ύστερα από την προσφορά του κυκλάμινου

Κάποιος φίλος ψιθύριζε κλεφτά

Πως κάποτε ένα σούρουπο

Έκλαψε ασυλλόγιστα μες στο μουσείο

Μπροστά στον πίνακα ενός ανώνυμου του 14ου αιώνα

Δεν ξαφνιαστήκαμε

Θρηνήσαμε κι εμείς χειρότερα

Για ακατάληπτα σχήματα

Για μουσικές αγίνωτες

Για έρωτες που εκπληρώθηκαν και για έρωτες που δεν θα ξαναρθούν

Ένα ταξίδι τελείωσε

Τώρα

Στην κορφή του ήρεμου βουνού

Σταυρώθηκαν οι τριάντα μας πόθοι

Κι ολονυχτίς υφαίνουμε τον σάλαγο της φλύαρής μας μνήμης


Κλείτος Κύρου

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2020

Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα...

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.


Νίκος Καρούζος

Η μοίρα της γυναίκας του καθηγητή


Μια φορά ένας καθηγητής έφαγε κάτι με το οποίο βρισκόταν σε έντονη αντιπαράθεση και άρχισε να ξερνάει.  

Πήγε κοντά του η γυναίκα του και του είπε:

«Τι έπαθες;»

Αλλά ο καθηγητής είπε:

«Τίποτα».

Και η γυναίκα του έφυγε.

Ο καθηγητής ξάπλωσε στο ντιβάνι, έμεινε λιγάκι ξαπλωμένος, ένιωσε να συνέρχεται και είπε να πάει στη δουλειά του. Εκεί τον περίμενε μια έκπληξη: ο μισθός του ήταν πετσοκομμένος.  Αντί για 650 ρούβλια, πήρε μόνο 500. Ο καθηγητής άρχισε να τρέχει από τον ένα υπεύθυνο στον άλλο, χωρίς αποτέλεσμα. Πήγε στον διευθυντή και ο διευθυντής είπε πως δεν γνώριζε τίποτα. Ύστερα πήγε στον λογιστή και ο λογιστής του είπε να πάει στον διευθυντή. Κι ο καθηγητής πήρε το τραίνο να πάει στη Μόσχα.

Στον δρόμο αρρώστησε βαριά από γρίπη. Το τραίνο έφτασε στη Μόσχα κι εκείνος δεν μπορούσε ούτε να συρθεί μέχρι την πλατφόρμα.

Τον έβαλαν σ’ ένα φορείο και τον πήγαν στο νοσοκομείο.

Εκεί έμεινε τέσσερις μέρες και μετά πέθανε.

Το σώμα του το αποτέφρωσαν, έβαλαν την στάχτη σ’ ένα δοχείο και το έστειλαν στη γυναίκα του.

Λοιπόν, η γυναίκα του καθηγητή έτυχε να κάθεται και να πίνει καφέ. Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι.

«Τι είναι αυτό;»

«Ένα δέμα για σας».

Η γυναίκα του καθηγητή ευχαριστήθηκε πάρα πολύ. Όλα πάνω της χαμογελούσαν. Έβαλε στο χέρι του ταχυδρόμου ένα φιλοδώρημα και, σε λίγο, να που ξετύλιγε κιόλας το δέμα. Κοιτάζει και βλέπει ένα δοχείο σαν κι αυτά που βάζουν τις στάχτες των νεκρών. Κι ένα μήνυμα: «Ό,τι απέμεινε από το ταίρι σας».

Η γυναίκα του καθηγητή δεν κατάλαβε τίποτα. Κούνησε το δοχείο, το κράτησε μπροστά στο φως, διάβασε το μήνυμα έξι-επτά φορές... Τελικά κατάλαβε τι είχε συμβεί και αναστατώθηκε τρομερά.

Η γυναίκα του καθηγητή αναστατώθηκε τρομερά, έκλαψε τρεις ολόκληρες ώρες και ύστερα αποφάσισε να θάψει το δοχείο. Το τύλιξε σε μιαν εφημερίδα και πήγε στον Κήπο του Πρώτου Πενταετούς Πλάνου.

Διάλεξε ένα πολύ απόμερο μονοπάτι και άρχισε να σκάβει για να θάψει το δοχείο, όταν την πλησίασε ένας φύλακας.

«Ε!» της φώναξε. «Τι κάνεις εκεί;»

Εκείνη φοβήθηκε και είπε:

«Μερικά βατράχια ήθελα να πιάσω μ’ αυτό το δοχείο».

«Α, καλά!» είπε ο φύλακας. «Αυτό δεν πειράζει. Μόνο να προσέχεις να μην πατάς το χορτάρι».

Όταν έφυγε, η γυναίκα του καθηγητή έθαψε το δοχείο με την στάχτη, πάτησε καλά το χώμα σ’ εκείνο το σημείο και πήγε να κάνει μια βόλτα στον Κήπο.

Σε λίγο τη διπλάρωσε ένας ναυτικός.

«Έλα, πάμε να ρίξουμε έναν υπνάκο», της είπε.

«Και γιατί να κοιμηθούμε με το φως της μέρας;» αποκρίθηκε εκείνη.

Όμως ο ναυτικός δεν το έβαλε κάτω: «Πάμε να κοιμηθούμε...» και «Πάμε να κοιμηθούμε...»

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, σε λίγο η γυναίκα του καθηγητή νύσταξε πραγματικά.

Περπατούσε στον δρόμο και δεν έβλεπε μπροστά της από τη νύστα. Οι άνθρωποι έτρεχαν γύρω της σαν κόκκινα και πράσινα σημάδια. Και εκείνη απλά ένιωσε να βυθίζεται στον ύπνο.

Κι έτσι, κοιμήθηκε περπατώντας. Κι ονειρεύτηκε πως ερχόταν προς το μέρος της ο Λέων Τολστόι, κρατώντας στο χέρι ένα καθήκι.

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε.

Κι εκείνος της έδειξε με το δάχτυλο το καθήκι και της είπε:

«Εδώ μέσα έχω κάνει κάτι της προκοπής και τώρα πάω να το δείξω στον κόσμο. Πρέπει να το δούνε όλοι».

Η γυναίκα του καθηγητή πήρε το βλέμμα της από το καθήκι και κοίταξε τον Τολστόι και είδε πως δεν ήταν πια ο Τολστόι,  αλλά μια καλύβα και μέσα στην καλύβα βρισκόταν μια κότα.

Η γυναίκα του καθηγητή προσπάθησε να πιάσει την κότα, αλλά εκείνη πήγε και χώθηκε κάτω από έναν καναπέ και την κοίταζε· μα τώρα ήταν λαγός.

Η γυναίκα του καθηγητή τρύπωσε κι αυτή κάτω από τον καναπέ, για να πιάσει τον λαγό, και ξύπνησε.

Ξύπνησε και κοίταξε γύρω της και είδε πως όντως βρισκόταν κάτω από έναν καναπέ.

Και βγήκε από τον καναπέ και είδε το δωμάτιο, όπου καθόταν στην αρχή. Πάνω στο τραπέζι βρισκόταν μισοτελειωμένος ο καφές της. Και πάνω στο τραπέζι βρισκόταν το μήνυμα: «Ό,τι απέμεινε από το ταίρι σας».

Η γυναίκα του καθηγητή έχυσε κι άλλα δάκρυα και κάθισε ν’ αποτελειώσει τον καφέ της, που είχε κρυώσει πια.

Ξαφνικά, κουδούνι.

«Τι να είναι;»;

Κάμποσοι άνθρωποι μπαίνουν μέσα και λένε:

«Πάμε».

«Πού;» ρωτάει η γυναίκα του καθηγητή.

«Στο ψυχιατρείο», απαντούν εκείνοι.

Η γυναίκα του καθηγητή άρχισε να ξεφωνίζει και στύλωσε τα πόδια, όμως οι άνθρωποι που είχαν μπει στο σπίτι την άρπαξαν και την πήγαν στο ψυχιατρείο.

Από τότε, σ’ ένα κρεβάτι, σε κάποιο ψυχιατρείο, κάθεται μια σχετικά φυσιολογική γυναίκα καθηγητή και κρατά ένα καλάμι του ψαρέματος και ψαρεύει στο πάτωμα ένα αόρατο ψάρι ή κάτι τέτοιο.

Αυτή η γυναίκα καθηγητή είναι μόνον ένα αξιοθρήνητο παράδειγμα του πόσοι δύστυχοι σ’ αυτόν τον κόσμο δεν κατέχουν στη ζωή τη θέση που θα έπρεπε να κατέχουν.


Daniil Kharms

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2020

Συμβουλές για όσους λύνουν σταυρόλεξα


Να λύνετε σταυρόλεξα

Για να αποφύγετε μελλοντικά το αλτσχάιμερ


Στη λέξη έρωτας να ξέρετε ότι

Πάντα κάποιο γράμμα περισσεύει

Και κάποιο δεν σου φτάνει

Γι΄αυτό να δείχνετε μεγαλοψυχία και υπομονή

Στη λέξη αλήθεια

Τα γράμματα είναι πιο πολλά

απ΄όσα φαίνονται

και προπαντός απ΄όσα σας ζητούνται

στη λέξη εγώ υπάρχει ένας αριθμός γραμμάτων

αυστηρά προσωπικός που δεν χωράει πουθενά

η λέξη θάνατος γράφεται στα μαύρα τετράγωνα

με μια μελάνη που σβήνει ό,τι γράφει

στα άσπρα κρύβονται πολύ συχνά παγίδες

με σημασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν λέξεις

παρά μονάχα το κυνήγι των γραμμάτων

που δεν οδηγεί όμως πουθενά.


όσο για την λέξη αγάπη

πάρτε καλύτερα μικρό καλάθι

με λίγο ψωμί και κρέας για να ταΐσετε τον λύκο

που ελλοχεύει στο βάθος του σταυρόλεξου.



από τη συλλογή «Αρχαία δίψα»

εκδ. Καστανιώτη 2020

Κατερίνα Καριζώνη

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2020

Άτιτλο

 


έχω φίλες

που είναι μυρμήγκια 

οργανωτικές

καθαρές

πάντα προετοιμασμένες για τα επόμενα

και έχω φίλες

που είναι τζιτζίκια

πάντα ορεξάτες

για το παρόν

αφαιρούν

τα τραύματα τους

όπως τα παιδία

αφαιρούν τα φτερά τους

μα εκείνες δεν παύουν

ποτέ να πετάνε

και φίλες

πεταλούδες

αξιαγάπητες

στολίζουν 

τον κόσμο

και ας μην τους αξίζει

άλλες 

που χρόνια, τώρα

νιώθουν κατσαρίδες

κρύβονται

και μόνο

η αγάπη

τις βγάζει

απτούς υπονόμους

αρέσει σε όλες μας

να βουτάμε 

τις κεραίες μας

στο βρεγμένο χώμα

και φοβόμαστε

τα μεγάλα ζώα

κυρίως τους ανθρώπους

κυρίως όταν συμφωνούν

με τις ταξινομήσεις

και τους ρόλους

χωρίς να καταλαβαίνουν

πως εύκολα 

αλλάζουμε τη μορφή μας

και καμία δεν χάνεται

τους χειμώνες

και συ,

μαλάκα αίσωπε

ξέχασες να πεις

πως ο τζίτζικας

τραγούδαγε

για τις νύχτες

που πέρασε

με τον μέρμηγκα

παρέα

κρυμμένοι

κοντά δεκαεπτά χρόνια

από το βλέμμα σου


Μκχ

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2020

Γυναίκες σαν και μένα


Γυναίκες σαν και μένα δωρίζουν όνειρα,

ακόμα κι αν θα τα στερηθούν οι ίδιες.

Γυναίκες σαν και μένα δίνουν την ψυχή τους,

γιατί η ψυχή είναι σαν μια σταγόνα νερό στην έρημο.

Γυναίκες σαν και μένα απλώνουν το χέρι

και σε βοηθούν να σηκωθείς, ριψοκινδυνεύοντας

να γκρεμιστούν κι αυτές με τη σειρά τους.

Γυναίκες σαν και μένα κοιτάζουν μπροστά,

έστω κι αν η καρδιά μένει πάντα κάποια βήματα πίσω.

Γυναίκες σαν και μένα

αναζητούν ένα νόημα στο να υπάρχουν και,

όταν το βρουν,

θα προσπαθήσουν να το διδάξουν

σε όποιον απλώς επιβιώνει.

Γυναίκες σαν και μένα, όταν αγαπούν,

αγαπούν για πάντα…

και όταν πάψουν ν’ αγαπούν είναι μόνο επειδή

σκλήθρες της ύπαρξης κείτονται

ανυπεράσπιστες στα χέρια της ζωής.

Γυναίκες σαν και μένα κυνηγούν ένα όνειρο…

το όνειρο ν’ αγαπηθούν γι’ αυτό που είναι

και όχι γι’ αυτό που οι άλλοι θα ’θελαν να είναι.

Γυναίκες σαν και μένα γυρνούν τον κόσμο

αναζητώντας εκείνες τις αξίες, που τώρα πια,

έχουν παραπέσει στης ψυχής την απολησμονιά.

Γυναίκες σαν και μένα θα ’θελαν ν’ αλλάξουν,

όμως αυτό θα σήμαινε να ξαναγεννηθούν.

Γυναίκες σαν και μένα φωνάζουν σιωπηλά,

για να μην μπερδεύεται η φωνή τους με τα δάκρυα.

Γυναίκες σαν και μένα είναι εκείνες που εσύ

καταφέρνεις πάντα να τους τσακίζεις την καρδιά,

γιατί ξέρεις ότι θα σ’ αφήσουν να φύγεις,

δίχως ερωτήσεις.

Γυναίκες σαν και μένα αγαπούν βαθιά, ξέροντας πως,

ως αντάλλαγμα, δεν θα πάρουν παρά μόνο ψίχουλα.

Γυναίκες σαν και μένα τρέφονται απ’ το ελάχιστο

και πάνω σ’ αυτό,

δυστυχώς, θεμελιώνουν την ύπαρξή τους.

Γυναίκες σαν και μένα περνούν απαρατήρητες,

όμως είναι οι μόνες που αληθινά θα σ’ αγαπήσουν.

Γυναίκες σαν και μένα είν’ εκείνες που,

στο φθινόπωρο της ζωής σου

θα λυπηθείς για όλα όσα θα μπορούσαν να σου δώσουν

και που εσύ δεν θέλησες…

.

μτφ.:: Ευαγγελία Πολύμου

(1931-2009)

Alda Merini 

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020

πένθος

 


πενθώ

για κείνους που πεθαίνουν σε τέσσερις τοίχους

για κείνους που ξεχάσανε

κι εκείνους που συμβιβαστήκαν

πενθώ

για τα παιδιά που εξαργυρώνουν το ρούχο της νιότης

για τους βασανιστές και τους ηγεμόνες

όσους καταδιώκουν τη δική τους ελπίδα

πενθώ

για τις γυναίκες που δίνουν μόνον ηδονή

μέσα στη νύχτα που μακραίνει

χωρίς να θαμποφέγγει χάραμα

πενθώ ακόμα

για την ανώφελη θυσία των επιγόνων της φωτιάς

για τις θλιμμένες μέρες των δειλών

το θανάσιμο τίμημα της ήρεμης ζωής


Τόλης Νικηφόρου

Ρωμαϊκή Νύχτα


Για που το έβαλες νυχτιάτικα στη Ρώμη,

Σε δρόμους, όπου με τρόλεϊ και τραμ ο κόσμος

Επιστρέφει; Βιαστικός, ανυπόμονος

Λες και σε περιμένει εξοντωτική εργασία,

Απʼ την οποία οι άλλοι τυχαίνει και γυρίζουν;

Είναι ακριβώς το απόδειπνο, όταν ο αέρας

Μυρίζει ζεστή οικογενειακή απελπισία,

Που ξεχειλίζει σε χίλιες κατσαρόλες, σε μεγάλους

Ηλεκτροδοτημένους δρόμους, και σε άλλους

Όπου πιο ευδιάκριτα λάμπουν τα αστέρια.

Στο μικροαστικό προάστιο, βασιλεύει η γαλήνη

Που ικανοποιεί ενδόμυχα τον καθένα,

Και τον παραδίδει στην ελεεινή ευτυχία

Που εύχεται να τον καλύπτει όλες τις νύχτες

Της ύπαρξής του. Αχ! αν είσαι διαφορετικός

-μέσα σε έναν επίσης ένοχο κόσμο-σημαίνει

Πως δεν είσαι αθώος…Τράβα, κατέβα, γλίστρησε

Στο σκοτεινό στρόβιλο που βγάζει Τραστέβερε:

Ιδού, ακίνητη και αναστατωμένη, λες και βγήκε

Από τη λάσπη άλλων αιώνων-έτοιμη να παραδοθεί

Σε όποιον μπορεί να απολαύσει άλλη μια μέρα,

Που την ξέκλεψε από τον θάνατο και την οδύνη-

Έχεις στα πόδια σου μπροστά όλη τη Ρώμη…


Κατεβαίνω από το Πόντε Γκαριμπάλντι,

Χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα την κουπαστή

Τη φθαρμένη επιφάνεια της πέτρας, σκληρή

Μες τη ζεστή αποφορά που τρυφερά η νύχτα

Αντανακλάει προς τα ψηλά πλατάνια. Διαφάνειες

Μιας μισοσβησμένης σεκάνς, στην απέναντι όχθη,

Γεμίζουν τον ξασπρουλιάρη ουρανό, μελανά

Και τετράγωνα τα ρετιρέ των πολυκατοικιών.

Κοιτάζω, βαδίζοντας πάνω στο γυαλιστερό

Σαν κόκαλο πλακόστρωτο, θα έλεγα οσφραίνομαι

Πεζός και μεθυσμένος-διάτρητος από γερασμένα

Αστέρια και μουσικά παράθυρα-

Τη μεγάλη, οικεία συνοικία:

Το μαύρο, υγρό Καλοκαίρι την επιχρυσώνει,

Με τις αναθυμιάσεις που φέρνει ο αέρας

Από τους λόφους του Λάτσιο, καλύπτοντας

Με χρυσόσκονη σιδηροτροχιές και προσόψεις.


Και πως ευωδιάζει, μέσα στην αποπνικτική

Ζέστη που γίνεται χώρος κι αυτή, διάστημα,

Αυτό το διάζωμα: από το Πόντε Σουμπλίσιο

Ως το Τζανίκολο, η βρώμα ανακατεύεται με την έκσταση

Της ζωής που δεν είναι ζωή. Μιαρά σημάδια

Που άφησαν μεθύστακες των γεφυριών,

Αρχαίες πουτάνες, ορδές ανυπότακτων νεολαίων:

Μιάσματα ανθρωπιάς, ανθρωπινώς μεταδιδόμενα,

Παραμένουν εκεί να μαρτυρούν, βιαίως και σιωπηλώς,

Αυτούς τους ανθρώπους τα χαμηλά τους κι αθώα

Ένστικτα, τους μίζερους απώτερους σκοπούς τους.


Pier Paolo Pasolini

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Πέντε ποιήματα για την Κρις


Ι

Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.

ΙΙ

Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.

ΙΙΙ

Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.

ΙV

(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.

V

Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι στην απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.

Julio Cortázar

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Του έρωτα


1

Με κούρσεψαν τα χρώματα

Ο ιδρώτας στη μασχάλη σου είναι μπλε

Λιθρίνι μες στον κόλπο σου πως σπαρταράω

Για το κίτρινο

Ω η έκρηξη στο τυρκουάζ στο χρυσαφί

Όταν σου λύνω την ταινία τ’ ουρανού

Και τρέμω για το άσπρο που ενεδρεύει…

 

2

Ω πόσο, πόσο ήσουν ωραία

Που σπαρταρούσες

Ζαρκάδια που τα βίτσιζε ο πόθος μας

Χοροπηδούσαν τα φιλιά μου στις μασχάλες σου

Καλπάζανε που σπαρταρούσες.


3

Το κορμί σου εύξεινος λόγος του νερού

Κι η γλώσσα μου καρίνα

Να μελετά τα ρεύματα

Να μιλάει με υφάλους.

Το κορμί σου Όργανο του αγέρα

Κιθάρα του Θεού

Οι χορδές μου λιώνουνε τα δάχτυλα

Μα κρούω, κρούω και μου μιλά

Ότι εντός του κάτι αθανατίζεται.


4

Ήσουν η έξαψη του ακόντιου

Το ρίγος του σαν ήτανε να τιναχτεί

Η λάμψη του μες στον αγέρα ήσουν

Καρφωμένη τώρα μέσα μου

Ως τρέμει το καρυόφυλλο

Συνέχεια τρέμεις

Κι εγώ στη μέθην όλος.


5

Εγώ είμαι της θύελλας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είμαι της λαίλαπας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είναι που εντός μου είσαι η δίνη

Είναι που έσπασες τον άξονα

Που κράταγε την τάξη

Κι όλα γίναν ιαχές

Νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ….


8

Ω αρπίστρια του νου μου

Στις φλέβες μου άπιαστη σαϊτα

Σαν με κοιτάζεις.


9

Τι βουητό βυθού

Τι έλξη στο λαβύρινθό μου

Τ’ όνομά σου.

   

10

Στο κούφιο χώμα μου

Τ’ άγιο τ’ απάτητο

Τ’ αχνάρι που άφησες, η λάρνακά μου.

 

11

Λες τον έρωτα δεσμώτη

Λέω τον έρωτα λυόμενο

Ο ένας καταπάνω του αλλουνού

Για τράκο κίνησαν οι δυο κουρσάροι.

 

12

Άμοιρη δεν το ‘ξερες

Που ήμουνα γυάλινος

Πως θα γινόμουν θρύψαλα

Πριν καν με αγγίσεις.

 

Έκτωρ Κακναβάτος


 

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα



Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

έλα τώρα που σε θέλω, σε θέλω πολύ

δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα στη γη,

μονάχα εσύ

το δικό σου το κορμί

αγόρι μου μη μιλάς

αλλά γδύσου αν μ’ αγαπάς


Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Στο δωμάτιο 457

με τα φώτα αναμμένα, τα μάτια ανοικτά


Ζόμπι,

εκτοπλάσματα – άνθρωποι

ζόμπι, ζόμπι

οι νεκροί μου συγκάτοικοι

που μ’ έχουν κτίσει

σε μια πόλη απάνθρωπη, σκοτεινή

ζόμπι, ζόμπι

που τη ζωή μας ορίζουνε

που μας κυκλώνουν και που σχεδόν μας αγγίζουνε

στη χώρα των ζόμπι

κάνε κάτι να μείνουμε ζωντανοί

ζωντανοί


Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

έλα τώρα που σε θέλω, σε θέλω πολύ

δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα στη γη,

μονάχα εσύ

το δικό σου το κορμί

αγόρι μου μη μιλάς

αλλά γδύσου αν μ’ αγαπάς


Μαριανίνα Κριεζή

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020

Ευχή


Άλλοι φεύγουν γλιστρώντας απ’ το κατάστρωμα ενός καραβιού

κι άλλοι με τα μάτια στο ταβάνι ένα ξημέρωμα μόνοι,

άλλοι την ώρα του ύπνου κι άλλοι με μια σφαίρα στο στήθος.


Όλοι γνωρίζουν πού πηγαίνουν μα όχι γιατί

δεν αναχωρήσαν νωρίτερα ή δεν στάθηκαν λίγο παραπάνω

να σκαλίζουν με το τακούνι τους τα ξερά φύλλα

ή να σχεδιάζουν αδέξιους χάρτες μ’ ένα μολύβι

σε κιτρινισμένο τετράδιο. Και τι παίρνουν μαζί τους;


Σίγουρα αυτό το σώμα που δεν θέλει να κοιτάζει κανείς

κι όλα του τα υπάρχοντα: παλιές ανάσες, ελπίδες,

δείγματα της φθοράς, δέρμα και δόντια.


Όσοι έμειναν πίσω φαντάζονται το δικό τους σενάριο

που έχει κύματα λύπης κι έναν μακρύ αποχαιρετισμό

ίσως κι έναν μισοτελειωμένο καμβά που θα ολοκληρώσει

κάποιος άλλος που ενδέχεται να κάτσει στο ίδιο παράθυρο.


Όλοι πάντως μένουν μόνοι: σε μια φωτισμένη παγόδα

ή σ’ ένα κρεβάτι που τυλίγουν οι φλόγες

κ’ ύστερα γίνεται βάρκα σ’ αμίλητα σκοτεινά νερά.


Είθε αυτή η μοναξιά να διαρκέσει μόνο για λίγο.


Δημήτρης Ελευθεράκης

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2020

Walden

(απόσπασμα)


Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να

αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα

μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα

ερχόταν η ώρα μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι

δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω οτιδήποτε δεν ήταν ζωή 


το να ζει κανείς είναι τόσο πολύτιμο – ούτε ήθελα να παραιτηθώ,

εκτός πια κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Ήθελα να γευτώ μια

ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιάτικο ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή, να ανοίξω ένα φαρδύ διάδρομο ανάμεσα στα στάχυα της με το δρεπάνι μου, να τη στριμώξω σε μια γωνιά, να τη ρίξω όσο πιο χαμηλά γίνεται και, αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να καταγράψω όλη αυτή την αυθεντική ευτέλεια και να τη δείξω στον κόσμο· ή, αν ήταν θεσπέσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι, έτσι ώστε στο επόμενο ταξίδι μου να είμαι σε θέση να δώσω μια πιστή περιγραφή της. […]


Έχουμε ανάγκη το τονωτικό της άγριας φύσης – να

τσαλαβουτήσουμε κάποιες φορές σε βάλτους όπου παραμονεύει ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούσουμε το βροντερό

κρώξιμο της βαλτομπεκάτσας· να μυρίσουμε το σπαθόχορτο που

θροΐζει στον άνεμο, στα μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια και

μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους, εκεί όπου το κουνάβι

σέρνεται με την κοιλιά στο έδαφος. Ενώ επιθυμούμε με όλη μας

την ψυχή να εξερευνήσουμε και να μάθουμε τα πάντα, την ίδια

στιγμή απαιτούμε να μείνουν τα πάντα μυστηριώδη και

ανεξερεύνητα, να είναι απείρως άγριες η στεριά και η θάλασσα,

αχαρτογράφητες και ακατανόητες και οι δυο τους, αφού δεν είναι σε θέση ο άνθρωπος να τις εξιχνιάσει. Τη Φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ μας.

Εγκαταστάθηκα στο σπίτι μου την 4η Ιουλίου, μόλις τέλειωσε η

τοποθέτηση των σανιδιών και της σκεπής. Είχα ενώσει τα σανίδια πολύ προσεκτικά μεταξύ τους, έτσι που το οικοδόμημα να είναι απόλυτα αδιαπέραστο από τη βροχή. Πριν όμως τα βάλω, ξεκίνησα να χτίζω την καμινάδα, την οποία θα τελείωνα μετά το φθινοπωρινό τσάπισμα, πριν αρχίσει να κρυώνει ο καιρός τόσο

ώστε να είναι απαραίτητη η φωτιά για ζεστασιά. Ως τότε μαγείρευα

έξω, στο έδαφος, νωρίς το πρωί. Aυτός ο τρόπος μαγειρέματος

εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο σωστός και ευχάριστος από τον

συνηθισμένο. Αν τυχόν κι έπιανε βροχή πριν τελειώσω το ψήσιμο

του ψωμιού μου, έφτιαχνα ένα πρόχειρο σκέπαστρο από σανίδια

πάνω από τη φωτιά και καθόμουν από κάτω, να παρακολουθώ το καρβέλι μου να ψήνεται. […]

O άνθρωπος που χτίζει το δικό του σπίτι έχει πολλά κοινά με το

πουλί που φτιάχνει τη φωλιά του. Ποιος ξέρει, αν οι άνθρωποι

κατασκεύαζαν τις κατοικίες τους με τα ίδια τους τα χέρια και αν

έβρισκαν απλούς και τίμιους τρόπους για να εξασφαλίσουν τροφή

για τους εαυτούς τους και για τις οικογένειές τους, ίσως η ποιητική

ικανότητα να αναπτυσσόταν παγκοσμίως, όπως συμβαίνει με τα

πουλιά, που όλα τους τραγουδούν όντας απασχολημένα με το

χτίσιμο της φωλιάς και την εξεύρεση της τροφής. […]


Κάποιες φορές, τα πρωινά του καλοκαιριού, μετά το συνηθισμένο

μπάνιο μου, καθόμουν στο ηλιόλουστο κατώφλι μου από την αυγή

ως το μεσημέρι, βυθισμένος στην έκσταση της ονειροπόλησης,

ανάμεσα στα πεύκα, τις καρυές και τα σουμάκια, μέσα σε μια

μοναξιά και μια ησυχία που τίποτε δε διέκοπτε, ενώ τριγύρω τα

πουλιά τραγουδούσαν ή φτερούγιζαν αθόρυβα καθώς περνούσαν

μέσα από το σπίτι. Ώσπου ο ήλιος που άρχιζε να πέφτει από το

δυτικό μου παράθυρο ή ο θόρυβος που έκανε το κάρο κάποιου

ταξιδιώτη στη μακρινή δημοσιά μου θύμιζε το πέρασμα του

χρόνου. 


Μεγάλωνα τις ώρες εκείνες, όπως μεγαλώνει το

καλαμπόκι μέσα στη νύχτα – και αυτό ήταν για μένα κάτι πολύ πιο

ευεργετικό από οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία. Δεν ήταν

χρόνος που αφαιρούνταν από τη ζωή μου αλλά, αντίθετα, χρόνος

που προσετίθετο σ’ εκείνον που μου είχε ορίσει η μοίρα.

Συνειδητοποίησα τι ακριβώς εννοούν οι Ανατολίτες όταν

αναφέρονται στο διαλογισμό και στην εγκατάλειψη των εργασιών.


Τον περισσότερο καιρό δεν ασχολιόμουν με το πώς περνούσαν οι

ώρες. Η ημέρα προχωρούσε σαν να είχε μοναδικό σκοπό να

φωτίσει κάποια δική μου εργασία· τη μια στιγμή ήταν πρωί και

ορίστε, έπειτα από λίγο ήταν βράδυ, χωρίς να έχω καταφέρει

τίποτε το αξιομνημόνευτο. Αντί να τραγουδώ κι εγώ σαν τα πουλιά,

χαμογελούσα σιωπηλά με την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως

εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργίτη που καθόταν στην καρυά

μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνος μπορεί να άκουγε να

βγαίνει μέσα από τη φωλιά μου το πνιχτό μου γελάκι και το

υπόκωφο τραγούδισμά μου. 


Για τους συχωριανούς μου δεν ήμουν

παρά ένας αργόσχολος· αν όμως με είχαν κρίνει τα πουλιά και τα

λουλούδια με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, δε θα με είχαν βρει

κατώτερό τους. Oι ημέρες μου δεν ήταν οι ημέρες της εβδομάδας,

δεν έπαιρναν το όνομά τους από παγανιστικές θεότητες, δεν

ψιλοκόβονταν σε ώρες, ούτε τις ροκάνιζαν οι χτύποι του ρολογιού.

Γιατί ζούσα όπως οι Ινδιάνοι Πούρι, για τους οποίους λένε ότι «για

το χθες, το σήμερα και το αύριο δεν έχουν παρά μόνο μία λέξη και

τη διαφορά στο νόημα την εκφράζουν δείχνοντας πίσω για το χθες,

μπροστά για το αύριο και προς τα πάνω για το σήμερα». 


Δεν αμφιβάλλω ότι για τους συχωριανούς μου δεν ήμουν παρά ένας

αργόσχολος· αν όμως με είχαν κρίνει τα πουλιά και τα λουλούδια

με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, δε θα με είχαν βρει κατώτερό

τους. Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά τα

ενδιαφέροντά του μέσα του. Η ημέρα από τη φύση της είναι πολύ

ήρεμη και δεν πρόκειται να τον κακολογήσει για την οκνηρία του.

Αυτός ο τρόπος ζωής είχε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα σε

σύγκριση με τις ζωές όσων ήταν υποχρεωμένοι να ψάχνουν αλλού

για ψυχαγωγία, στις παρέες και στα θέατρα: η ίδια η ζωή μου είχε

γίνει η ψυχαγωγία μου και ποτέ δεν έπαυε να μου χαρίζει κι από

κάτι καινούργιο. Ήταν ένα θεατρικό έργο με πολλές πράξεις και

χωρίς τέλος. Αν ζούσαμε πάντοτε πραγματικά και αν ρυθμίζαμε τις

ζωές μας σύμφωνα με τον καλύτερο τρόπο που είχαμε μάθει, ποτέ

δε θα υποφέραμε από ανία. Αν ακολουθείς το πνεύμα σου

προσεκτικά, δε θα πάψει να σου δείχνει κι από μια νέα προοπτική

κάθε ώρα που περνά.


Όταν ξανοίχτηκα για πρώτη φορά με βάρκα στη λίμνη Oυόλντεν,

περιβαλλόταν ολότελα από πυκνά και ψηλά πεύκα και δρυς και σε κάποιους από τους όρμους της άγριες κληματσίδες είχαν τυλίξει τα δέντρα που φύτρωναν κοντά στο νερό, σχηματίζοντας κρεβατίνες

κάτω από τις οποίες μπορούσε να περάσει η βάρκα. Oι λόφοι που

σχηματίζουν τις όχθες της είναι τόσο απόκρημνοι και η βλάστηση

πάνω τους τόσο πυκνή τον καιρό εκείνο, που κοιτάζοντας από τη δυτική άκρη προς τα κάτω είχες μπροστά σου την εικόνα ενός

αμφιθεάτρου, όπου θαρρείς θα λάβαινε χώρα κάποια παράσταση

που η υπόθεσή της εκτυλισσόταν μέσα στο δάσος. 


Πέρασα πολλά καλοκαιριάτικα πρωινά, όταν ήμουν πιο νέος, με τη βάρκα μου ακυβέρνητη, να πλέει κατά πώς ήθελε ο Ζέφυρος, έχοντας κωπηλατήσει ως τη μέση της λίμνης, ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στα καθίσματα, ονειροπολώντας, ώσπου με ξυπνούσε το τράνταγμα της βάρκας που άγγιζε την άμμο και σηκωνόμουν για να δω σε ποια όχθη με είχε ρίξει η μοίρα. «Ήμουν πλούσιος τότε,όχι σε χρήμα αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα». Εκείνες τις μέρες η αργία ήταν για μένα η πιο ελκυστική και παραγωγική μορφή εργασίας. 


Πολλά ήταν τα πρωινά που εξαφανιζόμουν, προτιμώντας να περνώ με τον τρόπο αυτό τις πιο πολύτιμες ώρες της ημέρας. Ήμουν

πλούσιος τότε, όχι σε χρήμα αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και

καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα. Και δε μετανιώνω

που δε σπατάλησα περισσότερο καιρό στο εργαστήρι ή στην έδρα

του δασκάλου. Όμως από τότε που έφυγα μακριά από τις όχθες

αυτές, οι ξυλοκόποι ενέτειναν το καταστροφικό τους έργο κι έτσι

για πολλά χρόνια δε θα μπορώ πλέον να περιπλανιέμαι μέσα στα

πυκνά δάση που υπήρχαν κάποτε εδώ, σταματώντας πού και πού

στα λιγοστά ξέφωτα από τα οποία μπορούσες να διακρίνεις την

επιφάνεια της λίμνης. Η Μούσα μου δικαιολογείται να σωπαίνει

από εδώ και πέρα. Πώς να περιμένεις από 

τα πουλιά να τραγουδήσουν όταν έχουν χαθεί τα περιβόλια τους;




Henry David Thoreau

Άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου

 


παράξενα πλάσματα

αμετανόητα

να γράφουν με σπασμένα δάχτυλα

να τραγουδούν με κομμένο λαιμό

 

παράξενα πλάσματα

ασυμβίβαστα

ταχυδρομικά περιστέρια

σε χώρα κυνηγών

μικρά θερμαντικά σώματα

στην επικράτεια των πάγων

 

μαντατοφόροι μιας αθωότητας

που αιώνες τώρα

αναπέμπει νότες μουσικής

σ’ ένα χαμένο ουρανό


μικρά δακρυσμένα αδέρφια

άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου


Φλόγα απ’ τη στάχτη, 2017

Τόλης Νικηφόρου


Μόνο η φύση

 


Ποιος έξυπνος θα πέταγε μια μπαταρία γεμάτη;

 Μόνο η φύση, αιφνίδια,

Τραβάει το φις του φορτιστή εκτοξεύοντας

Μηχάνημα καλώδια μπαταρίες

Στον κάλαθο –

Με των πλουσίων την άξεστη

Μυθώδη

Ξιπασιά.


Πολύτιμη Λήθη, 2003

Αντώνης Φωστιέρης

Μικρή φυσική ιστορία


Θ’


Τι γίνονται άραγε οι αέρινες γαζέλες σαν γερνάνε;

Τι γίνονται άραγε αυτές οι αφρικανές νεράιδες;

Μπορώ να φανταστώ τα λιοντάρια, βαριά και

τσιμπλιάρικα, να λιώνουν μέσα στις σπηλιές, με

νεφρά τσακισμένα απ’ το βάρος του χρόνου …



Μπορώ και τις τίγρεις ακόμα να δω, με δόντια σαθρά,

μάτια θολά, ξεχειλωμένα νεύρα, να σέρνονται ως το

τέλος τους σα μαδημένες γάτες … Οι γαζέλες όμως ..



Φθείρονται άραγε κι αυτές, αργά αργά, και σβήνουν

ως να χωρέσουν ολόκληρες και να χαθούν μες στα

τεράστια μάτια τους ή μήπως, μόλις νιώσουνε να τις

εγκαταλείπει το πνεύμα που τις κίναγε, τελειώνουν

μ’ ένα πήδημα, το πιο ανάερο πήδημα το πιο θεαματικό,

μες στα σαγόνια ουρανού και γης;


Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986

Αργύρης Χιόνης 

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2020

Χαιρετισμός


Ω γενιά της απόλυτης αυταρέσκειας

και της απόλυτης αμηχανίας,

έχω δει ψαράδες στον ήλιο να τρων να πίνουν,

τους έχω δει μαζί με τις ατημέλητες οικογένειες τους,

έχω δει τα ορθάνοιχτα χαμόγελα τους

κι έχω ακούσει τα άξεστα γέλια τους.

Και είμαι από σένα πιο χαρούμενος

κι εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι από μένα.

Και τα ψάρια στη λίμνη κολυμπούν

και δεν είναι καν ντυμένα.


Ezra Pound

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2020

Γιορτή

 


Από ερωτικό οίστρο με το γόνατό σου

με πιέζεις στο πόδι κάτω από το τραπέζι,

καθισμένοι ανάμεσα σε πλήθος καλεσμένων

και σε όλη τη διάρκεια της γιορτής.

Με πιέζει και με πονάει το γόνατό σου.

Οι χωρισμοί και οι επανασυνδέσεις μας κατά καιρούς,

οι θύελλες και παλίρροιες των συναισθημάτων,

η ασίγαστη ανάγκη μου να σε αποκτήσω ξανά

συνωστίζονταν, έμπαιναν στον ηδονικό πόνο

που μου έδινε το γόνατό σου.


Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2020

Πρωί

 


Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε

τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το

ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια

προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις

πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται

ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ

μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα

καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,

τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου

σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου

ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.

Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία

τοῦ φθινοπώρου

ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος

ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια

καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους

καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου

ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.


Γιώργος Σεφέρης

Όταν στους δρόμους


Όταν στους δρόμους βροντούσαν τα τύμπανα

Οι επιστροφές σκοτώναν τις ελπίδες


Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι

Και προχωρώ

Εσύ και δυό άστρα που επιζήσαν

Οι μόνοι μου συνοδοί

Τα σχέδια που δεν πρόφτασα να χαράξω

Κι οι φαντασίες του σύννεφου στο ηλιοβασίλεμα

Σημαδεύουν την αρνητική πορεία

Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο

Και ν’ αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες

Αυτοί που μάς αγάπησαν πεθάναν πριν μάς μισήσουν

Αυτούς που θ’ αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική


Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ

Έφηβοι δεν κλάψαμε

Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο

Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε


Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες

Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ’ τις σχισμές των ματιών σου

Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους διάβασα στα βιβλία

Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και με διάκριση τόση

Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα άλλοι αφανίστηκαν από σιβυλλικές ασθένειες άλλοι δολοφονήθηκαν

Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς

Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση

Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές

Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός γυρισμού

Κι όμως δεν αντιστέκεται αποκτά συνήθειες

Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες

Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση

Και τέλος φεύγει από κοντά μας


Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα

Θα ξεριζώσω τη φωνή μου

Και θ’ αγαπήσω δυό φορές το σχήμα της σιωπής σου


Κλείτος Κύρου

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2020

Η μπαλάντα των μέσων ανθρώπων

 

Οι άνθρωποι οπωσδήποτε κάνουν την ιστορία,

οργανωμένοι σε ομάδες με κοινή

καταγωγή και γλώσσα και θρησκεία.

Εξαιρούνται φυσικά οι αναρχικοί,

οι γλωσσολόγοι, οι εθνολόγοι, οι πολύ

σοφοί, οι πολύ βλάκες και βεβαίως τα παιδιά τους.

Απομένουν τα πρεζόνια, οι μπεκρήδες κι οι τρελοί.

Οι μέσοι άνθρωποι ευτυχώς πηγαίνουν στη δουλειά τους

Με τέτοια δεδομένα προφανώς η ανοησία

αποτελεί την πιο σπουδαία σταθερά

προόδου. Η φαντασία στην εξουσία

μπορεί να κάνει θαύματα σωστά.

Μια ιστορία μαστουρωμένη ξενυχτά,

ακόμη κι όταν οι θεοί ξεχνάνε τη δουλειά τους.

Μπορεί οι επιστήμονες να ενίστανται, αλλά

οι μέσοι άνθρωποι ευτυχώς πηγαίνουν στη δουλειά τους.

Όσο για εκείνη την παλιά θεωρία περί βίας

που ξεγεννάει την πρόοδο αιματηρά...

Μια τόση δα ταμπλέτα ευωχίας

παρέχει τα —λευκότερα λευκά,

καθώς απλώνουνε στα σκοτεινά

οι βλάκες τα υποσυνείδητά τους.

Μπορεί οι σοφοί να ενίστανται, αλλά

οι μέσοι άνθρωποι, ευτυχώς, πηγαίνουν στη δουλειά τους.

Φίλοι μου, μέσα στον τεκέ της ιστορίας, τ’ αφεντικά

δεν είναι αυτοί που πίνουν το λουλά τους

τραυλίζοντας θεωρίες περί Ιστορίας, αλλά

οι μέσοι άνθρωποι, ευτυχώς, που πάνε στη δουλειά τους.


Τώρα σκεφτείτε πόσες λέξεις

με δυνατό, ελαφρώς αψύ

και πλούσιο άρωμα, σαν το θυμάρι,

θα χάσετε, αν πάψω

να ονειρεύομαι αδέσποτες πλαγιές,

αδήλωτες δροσιές κι αδούλωτα χωριά·

αν -λέω- αρχίσω να μετράω

τις λέξεις μου – κι αυτές

που μένουν να τις βάζω

σε εισαγωγικά (— —)*

 

*ΣΗΜ. Στην μεταμοντέρνα

γλώσσα οι λέξεις απαιτούν

πάντα εισαγωγικά,

τα οποία υπαινίσσονται πως ο ομιλητής

δεν είναι διόλου αφελής

ώστε να εμπιστευτεί

τις λέξεις.

 

Μεταξύ αυτών:

Εγκάτοικος, φιδόπουλο, μνέσκω, πονιδιασμένος,

τετρομασμένος, ακαρτέρει, φιλιατρό,

κεραυνοκράχτες, μνέσκανε,

ζουρλάδι, συρτοπάπουτσα,

μυγόχεσμα, αλληθώρικος,

τσίπλα, ανεμοστρούφουλας ,

άθλιβος, αιματοπότης,

γλυκοσύντυχος, γνόφος,

καλοκέρι, δολοευλαβής, θυμώδης,

κρυώδης και αφτούμενος,

μανή, θεκέλ, φάρες.


Συνέλθετε, ασύστατοι! Όταν πέσει

ο άνθρωπος στα τέσσερα

θα ’ναι για να χιμήξει

στον άνθρωπο –

κυριολεκτικά.


Γιώργος Μπλάνας

Μαύρος ποιητής


Μαύρε ποιητή, ο μυχός μιας μικρής παρθένας

σε στοιχειώνει

ποιητή στυφέ, βράζει η ζωή

και ζεματάει η πόλη,

κι ο ουρανός σουρώνει σε βροχή,

στην καρδιά της ζωής η γραφίδα σου γδέρνει.

Δάσος, δάσος, μάτια βρίθουν

στα πολλαπλασιασμένα κουκουνάρια πάνω·

μαλλιά καταιγίδας, οι ποιητές

καβαλικεύουνε άλογα, σκυλιά.

Τα μάτια λυσσομανούν, συστρέφονται οι γλώσσες

ξεχύνεται μες στα ρουθούνια ο ουρανός

σαν γάλα θρεπτικό και γαλανό·

απ’ τα στόματά σας κρέμομαι

γυναίκες, καρδιές όξινες σκληρές.


*Aπό το βιβλίο “Γάλλοι Καταραμένοι Ποιητές: Απάνθισμα, 13ος – 20ός Αιώνας”, μετάφραση: Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός.


Antonin Artaud 

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

Πέρασαν εκατό χρόνια μοναξιάς

 Πέρασαν εκατό χρόνια μοναξιάς

να σ’ αγαπάω∙

Γέρασα τώρα,

δε σκύβω στο πηγάδι,

μην αντικρίσω τον Καιρό…

Έβαλα

το μαχαίρι

στη θήκη του∙

τίποτα πια δεν περιμένω…


Κωστής Μοσκώφ 

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

Πατρίδα


Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,

εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις

ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη

οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα

με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους

το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου

που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου

κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του

αφήνεις την πατρίδα

μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.

κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά

φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου

ζεστό αίμα στην κοιλιά σου

δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες

μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου

και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο

ανάμεσα στα δόντια σου

και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων

κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού

δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

πρέπει να καταλάβεις

ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα

εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά

κανένας δεν καίει τις παλάμες του

κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια

κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού

τρώγοντας εφημερίδες

εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει

σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

κανένας δε σέρνεται

κάτω από φράχτες

κανένας δε θέλει να τον δέρνουν

να τον λυπούνται

κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων

ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία

όπου το σώμα σου πονούσε

ή τη φυλακή,

επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη

από μια πόλη που φλέγεται

και ένας δεσμοφύλακας το βράδι

είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό

γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου

κανένας δε θα το μπορούσε

κανένας δε θα το άντεχε

κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό

για να ακούσει τα:

γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι

πρόσφυγες

βρομομετανάστες

ζητιάνοι ασύλου

που ρουφάτε τη χώρα μας

αράπηδες με τα χέρια απλωμένα

μυρίζετε περίεργα

απολίτιστοι

κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε

να κάνετε και τη δική μας

πώς δε δίνουμε σημασία

στα λόγια

στα άγρια βλέμματα

ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά

από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού

ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά

από δεκατέσσερις άντρες

ανάμεσα στα πόδια σου

ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο

να καταπιείς

από τα χαλίκια

από τα κόκαλα

από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,

αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου

και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα

εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές

εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα

να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου

να συρθείς στην έρημο

να κολυμπήσεις ωκεανούς

να πνιγείς

να σωθείς

να πεινάσεις

να εκλιπαρήσεις

να ξεχάσεις την υπερηφάνεια

η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.

κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι

μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου

που λέει

φύγε,

τρέξε μακριά μου τώρα

δεν ξέρω τι έχω γίνει

αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού

θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ


Warsan Shire 

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2020

Περιπλανήθηκα μονάχος σαν σύννεφο


Περιπλανήθηκα μονάχος σαν σύννεφο

που αιωρείται ψηλά πάνω από κοιλάδες και λόφους,

 όταν ξαφνικά είδα έναν σωρό ,

ένα πλήθος από χρυσούς ασφόδελους,

παράπλευρα της λίμνης, ανάμεσα στα δέντρα,

να λικνίζονται και να χορεύουν στο αεράκι.


Συνεχείς σαν τ΄αστέρια που λάμπουν

και σπινθηροβολούν στον Γαλαξία μας,

απλώθηκαν σε ατέρμονη  γραμμή

περιδιαβαίνοντας  την γωνιά ενός κόλπου.

Δέκα χιλιάδες θα είδα με μια ματιά

να στριφογυρίζουν τα κεφάλια τους σε εύθυμο χορό.


Τα κύματα δίπλα τους χόρευαν.

Μα αυτοί  υπερέβησαν τα λαμπερά κύματα σε χαρά.

Ένας ποιητής δεν θα μπορούσε παρά να είναι χαρούμενος

σε μια τόσο εύθυμη συντροφιά!

Κοίταζα…και κοίταζα… μα λίγο σκέφτηκα

τί πλούτο το θέαμα μου είχε προσφέρει:


συχνά, όταν στον καναπέ μου ξαπλώνω

αφηρημένoς  ή σκεφτικός

 αυτοί περνούν σαν αστραπή μέσα απ΄ την μύχια εκείνη ματιά

που είναι της μοναξιάς η ευδαιμονία.

Και τότε τα σωθικά  μου με ευτυχία γεμίζουν,

και χορεύουν με τους ασφόδελους.


(μετάφραση-απόδοση Ευαγγελία Γιάνγκαλη-Καραουλάνη)

William Wordsworth

Κατάσταση πολιορκίας


Πολιορκούμεθα λοιπόν

Πολιορκούμεθα από ποιον

Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα

Πολιορκούμεθα στενά

Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική

Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,

Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους

Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά

Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία

Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά

Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες

Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,

Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές

Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,

Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις

Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,

Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,

Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς

Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους

Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας

Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.


Νάνος Βαλαωρίτης

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2020

Οι δύο μας


Πεφτάστερα φιλιά, γρίλια χαμηλωμένη

δύσεις που συνωστίζονται

μες στον φωταγωγό


κι οι δυο μας ένα φυλαχτό

ένα εικόνισμα πρωτοχριστιανικό

κάτω από των λιονταριών

το μαξιλάρι.


Γιώργος Πρεβεδουράκης, Στιγμιόγραφο

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2020

Η προσευχή του ακροβάτη


Κύριε, είναι ώρα

να βοηθήσεις μια ψυχή

δρόμο να βρει τώρα

η ζωή μου η ρηχή.


Δεν μπορώ να ζω αντίθετα

με Σένα, κι όπου σταθώ

μ’ άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα

βοήθεια Σου ζητώ.


Είμαι ακροβάτης

και γυρεύω δικό μου Θεό.


Κύριε, δώσ’ μου θάρρος

το σκοινί να μην κοπεί

θέλω να 'μαι φάρος

που φωτίζει τη σιωπή.


Θέλω να πετάξω ελεύθερα

πιο πέρα κι απ’ το κενό

πράγματα μικρά και δεύτερα

δεν ξέρω ν' αγαπώ.


Είμαι ακροβάτης

και γυρεύω δικό μου Θεό.

Είμαι ακροβάτης

και γυρεύω καινούργιο Θεό.


Μάνος Χατζιδάκις

Απ'τον κήπο



Έλα, αγάπη μου,

Συλλογίσου τους κρίνους.

Έχουμε λίγη πίστη.

Μιλάμε πάρα πολύ.

Κάνε πέρα τη μπουκιά σου από λέξεις

Κι έλα μαζί μου να παρατηρήσουμε

Τους κρίνους ν’ ανοίγουν σ’ ένα τέτοιο αγρό,

Να πληθαίνουν εκεί σαν κότερα,

Αργά καθοδηγώντας τα πέταλά τους

Δίχως νοσοκόμες ή ρολόγια.

Ας συλλογιστούμε τη θέα:

Ένα σπίτι όπου λευκά σύννεφα

Διακοσμούν τα μουντά δωμάτια.

Ω, κάνε πέρα τις καλές σου λέξεις

Και τις κακές σου λέξεις. Φτύσε

Τις λέξεις σου σαν πέτρες!

Έλα εδώ! Εδώ να ’ρθείς!

Έλα και φάε τα ευχάριστα φρούτα μου.


Ann Sexton

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ


«Φαίνεται πιὰ πὼς τίποτα -

τίποτα δὲν μᾶς σώζει...» ~ Καίσαρ Εμμανουήλ


Ξέρω ἐγὼ κάτι ποὺ μποροῦσε, Καῖσαρ, νὰ σᾶς σώσει.

Κάτι ποὺ πάντα βρίσκεται σ᾿ αἰώνια ἐναλλαγή,

κάτι ποὺ σχίζει τὶς θολὲς γραμμὲς τῶν ὁριζόντων,

καὶ ταξιδεύει ἀδιάκοπα τὴν ἀτέλειωτη γῆ.


Κάτι ποὺ θά ῾κανε γοργὰ νὰ φύγει τὸ κοράκι,

ποὺ τοῦ γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τὰ χαρτιά·

νὰ φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τὰ φτερά του,

πρὸς κάποιαν ἀκατοίκητη κοιλάδα τοῦ Νοτιᾶ.


Κάτι ποὺ θά ῾κανε τὰ ὑγρά, παράδοξά σας μάτια,

ποὺ ἁβρὲς μαθήτριες τ᾿ ἀγαποῦν καὶ σιωπηροὶ ποιηταί,

χαρούμενα καὶ προσδοκία γεμάτα νὰ γελάσουν

μὲ κάποιον τρόπο πού, ὅπως λέν, δὲ γέλασαν ποτέ.


Γνωρίζω κάτι, ποὺ μποροῦσε, βέβαια, νὰ σᾶς σώσει.

Ἐγὼ ποὺ δὲ σᾶς γνώρισα ποτέ... Σκεφτεῖτε... Ἐγώ.

Ἕνα καράβι... Νὰ σᾶς πάρει, Καῖσαρ... Νὰ μᾶς πάρει...

Ἕνα καράβι ποὺ πολὺ μακριὰ θὰ τ᾿ ὁδηγῶ.


Μία μέρα χειμωνιάτικη θὰ φεύγαμε.

- Τὰ ρυμουλκὰ περνώντας θὰ σφυρίζαν,

τὰ βρωμερὰ νερὰ ἡ βροχὴ θὰ ράντιζε,

κι οἱ γερανοὶ στοὺς ντόκους θὰ γυρίζαν.


Οἱ πολιτεῖες οἱ ξένες θὰ μᾶς δέχονταν,

οἱ πολιτεῖες οἱ πιὸ ἀπομακρυσμένες

κι ἐγὼ σ᾿ αὐτὲς ἁβρὰ θὰ σᾶς ἐσύσταινα

σὰν σὲ παλιές, θερμές μου ἀγαπημένες.


Τὰ βράδια, βάρδια κάνοντας, θὰ λέγαμε

παράξενες στὴ γέφυρα ἱστορίες,

γιὰ τοὺς ἀστερισμοὺς ἢ γιὰ τὰ κύματα,

γιὰ τοὺς καιρούς, τὶς ἄπνοιες, τὶς πορεῖες.


Ὅταν πυκνὴ ἡ ὁμίχλη θὰ μᾶς σκέπαζε,

τοὺς φάρους θὲ ν᾿ ἀκούγαμε νὰ κλαῖνε

καὶ τὰ καράβια ἀθέατα θὰ τ᾿ ἀκούγαμε,

περνώντας νὰ σφυρίζουν καὶ νὰ πλένε.


Μακριά, πολὺ μακριὰ νὰ ταξιδεύουμε,

κι ὁ ἥλιος πάντα μόνους νὰ μᾶς βρίσκει·

ἐσεῖς τσιγάρα «Κάμελ» νὰ καπνίζετε,

κι ἐγὼ σὲ μία γωνιὰ νὰ πίνω οὐΐσκυ.


Καὶ μία γριὰ στὸ Ἀννάμ, κεντήστρα στίγματος,

- μία γριὰ σ᾿ ἕνα πολύβοο καφενεῖο -

μία αἱμάσσουσα καρδιὰ θὰ μοῦ στιγμάτιζε,

κι ἕνα γυμνό, στὸ στῆθος σας, κρανίο.


Καὶ μία βραδιὰ στὴ Μπούρμα, ἢ στὴ Μπατάβια

στὰ μάτια μίας Ἰνδῆς ποὺ θὰ χορέψει

γυμνὴ στὰ δεκαεφτὰ στιλέτα ἀνάμεσα,

θὰ δεῖτε - ἴσως - τὴ Γκρέτα νὰ ἐπιστρέψει.


Καῖσαρ, ἀπὸ ἕνα θάνατο σὲ κάμαρα,

κι ἀπὸ ἕνα χωματένιο πεζὸ μνῆμα,

δὲ θά ῾ναι ποιητικότερο καὶ πι᾿ ὄμορφο,

ὁ διαφέγγος βυθὸς καὶ τ᾿ ἄγριο κύμα;


Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ἀνεκτέλεστα,

λόγια κοινά, κενά, «καπνὸς κι ἀθάλη»,

ποὺ ἴσως διαβάζοντας τὰ νὰ μὲ οἰκτίρετε,

γελώντας καὶ κουνώντας τὸ κεφάλι.


Ἡ μόνη μου παράκληση ὅμως θά ῾τανε,

τοὺς στίχους μου νὰ μὴν εἰρωνευθεῖτε.

Κι ὅπως ἐγὼ γιὰ ἕν᾿ ἀδερφὸ ἐδεήθηκα,

γιὰ ἕναν τρελὸν ἐσεῖς προσευχηθεῖτε.


Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2020

Λοξοδρομία

 

Ι


Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν

γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα

γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον

γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ᾿ εὐθύβολες ἀλήθειες

γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις


Γιατί

στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου

τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή

…ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν

πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε

τήν πόλη καί τή θάλασσα

τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει


Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα

ἡ θάλασσα σέ πίστεψε

ἀλλά σοῦ τέλειωσαν τά λόγια


Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν Κόσμο

οὔτε μέ τήν ἀγάπη


(Τά ποιήματα τοῦ μανδαρίνου, Ύψιλον, 2002)

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

Απόδραση


Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται.

Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.

Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.

Όλα είναι στο κεφάλι σου.

Σπάσ’ το και πέτα.

Ο ουρανός είναι απέραντος.

Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει∙

βρες την.


Περικλής Κοροβέσης

Αν ο Θεός δεν υπάρχει

 Αν



Αν ο Θεός δεν υπάρχει,

Αυτό σημαίνει ότι εμείς είμαστε θεοί.


Έχουμε πει «όχι» στην αρχή της οικουμένης,

Η οποία είναι η αρχή του περάσματος και του θανάτου,

Καθώς και  η αρχή του ασυνείδητου.

Έχουμε εφεύρει το καλό και το κακό.

Έχουμε κτίσει ναούς.

Έχουμε οικοδομήσει βωμούς προς τιμήν του Απόντα.

Έχουμε πιστέψει ότι θα επανακτήσουμε τη χαμένη Παράδεισο.


Czeslaw Milosz

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

Ο απέραντος χώρος του τραπεζιού σου


Ο απέραντος χώρος, ο απλωμένος στο τραπέζι σου

Όπου κινείσαι σαν άλογο τινάζοντας τη χαίτη

Η ανατέλλουσα στους λόφους σελήνη, πιασμένη από

                                       το δόκανο των μηρών σου

Ο απέραντος χώρος διαχέεται ψηλά, πιο πάνω απ’ το

                                                            τραπέζι σου

Ο μπλε ουρανός ψάλει εκεί τα τραγούδια του, σ’ αυτό

                                      τον χώρο του τραπεζιού σου

Η έξαψη και ο ιδρώτας του έρωτα, σταγονίτσες θερμής

                                                                 υγρασίας

Και η πράσινη σκιά του γρασιδιού εκεί

Έρωτας κι αγκαλιάσματα εκεί, στο τραπέζι σου

Εκεί ανατέλλει ο απέραντος χώρος σαν καμβάς του

                                                   Τουλούζ Λωτρέκ

Πάνω στο νυχτερινό σου τραπέζι,- το περικυκλωμένο

                                                        με αγκαλιές


Biblap Majee

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2020

Άτιτλο


Και αυτές οι γυναίκες και οι άντρες που ακάλεστοι

σαν έρωτες ήρθαν

που δεν προλάβαμε οτιδήποτε

γιατί βιαζόμασταν

και ησυχία εσωτερική δεν είχαμε.

Κι αυτά τα κόκκινα φανάρια

που περάσαμε πεζοί

αργά στους δρόμους της Εγνατίας

μεθυσμένοι

παρέα με κάποιο σκυλί

με το μάτι του τραυματισμένο

και τη ράχη του γεμάτη κολλημένες τσίχλες.

Το νυκτερινό λεωφορείο που πήραμε τόσες φορές

το ανοικτό παράθυρο να φυσάει ο αέρας

η τελευταία μπύρα

στη διαδρομή πριν το καληνύχτα.

Οι ταξιδιώτες που πάνε στο αεροδρόμιο

για να ταξιδέψουν

να βρουν τον αγαπημένο τους

ίσως άλλοι να βρουν δουλειά

ή άλλοι να βρουν τον εαυτό τους

και από το παράθυρο κοιτάνε

σα να ’ναι η τελευταία φορά.

Τα πάρκα, οι δρόμοι, οι γέφυρες στη Χαρίλαου

με θέα που κάθε Ανάσταση ή Πρωτοχρονιά

θα μας έβρισκε εκεί

με τα πυροτεχνήματα που ακόμα μου αρέσουν,

εκεί που ώρες καθίσαμε,

νυχτοπερπατήσαμε

και τα τσιγάρα

από πνευμόνι σε πνευμόνι γυρνούσαν.

Οι τοίχοι στους δρόμους

που άσπροι καθώς είναι

κάποιο επιδέξιο χέρι θα βρεθεί

να αφήσει την καύλα του με χρώμα και όνομα.

Οι ενοχές που δε μαρτυρήσαμε ούτε σε εμάς τους ίδιους.

Οι σιωπές που μαρτύρησαν μετά από μας.

Όλα τα σ’ αγαπώ τα στερημένα.

Για τα σπίτια των φίλων που μαζευόμαστε

χασομεράμε σε οθόνες

παίζουμε

βριζόμαστε

κι όλο φωτιές ανάβουμε

τη μια μετά την άλλη

και ακόμα μαλώνουμε με χάζι ποιος θα ’ναι ο πρώτος

και μια πρόταση με σωστή σύνταξη δεν μπορούμε να αρθρώσουμε.

Για τα όνειρα που βλέπαμε κι εξήγηση ζητούσαμε.

Γι’ αυτούς που αγαπάμε και όλο το ξεχνάμε.


Άγγελος Ευθυμιάδης

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2020

ο πεθαμένος ποιητής


 ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα

μες στο συρτάρι του γραφείου του

πάνω απ’ τις κόλλες

πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)

και δίπλα απ’ το περίστροφο

που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει

μα τον πρόλαβε το γήρας


τι λέτε ρε

ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου

κάθε που ουρλιάζεις

κάθε που “σύντροφοι”

κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”

ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν

τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας

σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου

κάθε που τριγυρνάς χαμένος


 ο ποιητής

ο πεθαμένος

μια απούσα παρουσία ζωντανή

φάντασμα μες στο σώμα

και πού και πού σκουντάει τον γραφιά

που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του

βρίσκεται ακόμα


Κατερίνα Ζησάκη

Γενική Αποχαιρετισμού


Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα

Κανένα παράπονο

Οι καλόγριες πετάνε

Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά

Ζούμε χωρίς κεφάλι

Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν

Πεθαίνουμε κανονικά

Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη

Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου

Με απέσυραν βιαστικά


Πελαγία Φυτοπούλου

Kείνες τις μέρες


Είχε βρει αυτός τρόπο

και τα βόλευε:

χρόνια ψάλτης στους Άγιους Πάντες,

ασφαλιστής το επάγγελμα―

είτε αργίες είτε καθημερινές,

το ίδιο πελατολόγιο

να τρομοκρατεί

και να καθησυχάζει.


Μουσικοδιδάσκαλο πια,

οικογενειάρχη,

διορισμένο στη Μ. Εκπαίδευση

―ποτέ δεν έδωσ’ αφορμή,

λόγο κακό δεν είπε για κανένα,

κρεμασμένο τον βρήκανε

κείνες τις μέρες

του Χρηματιστηρίου.


"Σε κλειστά βιβλία",

Ντέμης Κωνσταντινίδης

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

Το έντομο έρωτας


Ένας άντρας και μια γυναίκα σ’ ένα δωμάτιο
σ’ έναν κύβο ζάχαρης στο τσάι του χρόνου
ένας άντρας και μια γυναίκα
γυμνοί στο κρεβάτι
προσπαθούν να κερδίσουν το στοίχημα
να κερδίσουν
χάνοντας στη θύελλα τον εαυτό τους.

Ο καλός Θεός όμως είναι πονόψυχος
τους προστατεύει από το θαύμα.
Ο καλός εαυτός τους συγκρατεί
λίγα εκατοστά πριν την άβυσσο…

Ποίηση, Πλέθρον, 1994, 73 σελ.
Τάσος Μπέσιος

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

10 Απριλίου 1938


 Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη πού περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι o καρπός πού αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι ή θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
πού αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;

Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις
στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.

Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου,
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.

Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποίοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμμιά;

Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι’ αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.

Ζωή Καρέλλη

Η γυναίκα θυμήθηκε


Η γυναίκα θυμήθηκε
Η νύχτα τη σταμάτησε
Την έβαλε στο αμάξι
Πήγανε στην άκρη της θάλασσας

Η γυναίκα πλησίασε
Τον χρόνο που κατάπινε κύματα
Γονάτισε
Το νερό έγλειφε το εσωτερικό των μηρών της
Θυμήθηκε το σώμα του άντρα

Βύθισε τις παλάμες της
Έσκυψε
Γυναίκα τετράποδο
Στην άκρη της θάλασσας

Η νύχτα έβαφε τα νύχια της κόκκινα
Καθισμένη στις άκρες των βράχων

Το σώμα του άντρα το έβλεπε
Ξαπλωμένο στο βυθό, ανάσκελα
Συσπάστηκε
Άνοιξε το στόμα
Κι άδειασε στο νερό τα παιδιά της
Ξέσκισε τους ομφάλιους λώρους με τα δόντια της

Η νύχτα στις άκρες των βράχων
Κόκκινη

Η γυναίκα γέμισε την κοιλιά της πέτρες
Σύρθηκε μες την θάλασσα
Θυμήθηκε το σώμα του άντρα
Η γυναίκα θυμήθηκε

Είμαι ο ύπνος του δάσους
Το ελάχιστο των ονείρων του
Οι ματωμένοι ίσκιοι
Το θρόισμα των σιωπών
Το παγωμένο έλατο
Με τα τρελαμένα του φωτάκια
Καρφωμένο στον αφαλό

Δεν ήξερα τι να το κάνω το δάσος
Μέχρι που το θέλησα
Καμένο

Φύσα τις πυγολαμπίδες
Να σβήσουμε

Δήμητρα Αγγέλου

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2020

απομυθοποίηση •


Δεν σε θέλει.
Δεν σε θέλησε ποτέ.
Δεν είσαι η κοπέλα που του ταιριάζει.
Δεν έχεις μήτε την εμφάνιση
Μήτε τον χαρακτήρα.
Δεν έχεις μακριά μαλλιά.
Ούτε ιδιαίτερα μάτια.
Δεν είσαι ήσυχη.
Είσαι | πειραγμένη | .


Δεν ήσουν αυτή.
Ούτε αυτός για εσένα ήταν.
Αργείς, προσπέρασε.
Δεν θα τον εντυπωσιάσεις.
Πίνεις πολύ.
Καπνίζεις πολύ.
Δεν το παίζεις, έξυπνη είσαι.
Το ξέρει.
Να γελά τον κάνεις.
Μπορεί και να ηρεμεί.
Δεν κρύβεσαι.
Νίωθεις πολύ.
Τον ψάχνεις πολύ.
Σου λείπει πολύ.
Αλλά είσαι τρελή πολύ.
Βγαίνεις πολύ.
Φωνάζεις πολύ.
Είσαι αντιδραστική πολύ.
Και ας κατανοείς πολύ.
Προκαλείς πολύ.
Και ας τα ίδια αναζητάτε.
Ελπίζεις πολύ.
Μιλάς πολύ.
Τον πιστεύεις πολύ.

Ίσως να του δώσεις ότι ποθεί.
Ίσως να θές καθετί που δικό του είναι.
Να χαιδέψεις κάθε ανασφάλεια.
Να πιστέψεις σε κάθε ιδέα.
Να τον χαζεύεις.
Να ερεθίζεσαι.
Να τον ζητάς.
Να περιμένεις.
Να τον ακούς.
Να μοιράζεσαι.
Να μην κρύβεσαι.


Μα δεν είσαι εσύ.
Δεν είσαι η γκόμενα που θα έλεγε του ταιριάζει.
Ο περίγυρος δεν σε εγκρίνει.
Δεν είσαι σιωπηλή.
Δεν είσαι τυφλή.
Δεν είσαι συμπαθητική.
Δεν μπορείς να σταθείς δίπλα του.
Είσαι καλή μόνο πάνω του.
Δεν τον κάνεις ότι θέλεις.
Δεν υποκρίνεσαι.
Δειλή δεν είσαι!

Θα βρεί αυτήν.
Την ήρεμη πολύ.
Την συμβιβασμένη.
Να την κουμαντάρει.
Να δίνει όσα την εκάστοτε φορά θέλει.
Να μη του δείχνει πόσο τον θέλει.
Να μην τον ενδιαφέρει ποιός πραγματικά είναι.
Να θέλει να είναι από τον κύκλο του αποδεκτή.
Να μην τον ψάχνει όσο εκείνος θέλει.
Να είναι καλά και με τα λίγα.
Να μην την νοιάζει να διεκδικεί το άυριο.


Μη διερωτάσαι.
Τίποτα δεν σου λείπει.
Πάρε ένα ποτό και στην υγεία του πιές το.
Ο έρωτας ανήκει σε όσους είναι άξιοι να τον ζήσουν στο έπακρο.
Το βλέπεις εξάλλου παντού, οι άνθρωποι φοβούνται ότι δεν μπορούν να ελέγξουν.
Προτιμούν την ασφάλεια, γι'αυτό άλλωστε κουβαλούν μαζί του πάντα στοιχεία.

Ίρις 

Έγχρωμη



(Οι παίκτες ξαφνιασμένοι, με κόκκινα μάτια σαν κουνέλια. Trapola σημαίνει παγίδα)

Πώς βρέθηκα εδώ;
Εκ μέρους κάποιου. Κοινού προγόνου μάλλον.
Θαρρώ, εγώ
Δεν ήθελα να παίξω. Δεν θυμάμαι. Τέλος πάντων. Φαίνεται
Ένα απλό παιχνίδι με χαρτιά. Όμως,
Δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται:
Συχνά, τα ξημερώματα, αόρατοι μες στους καπνούς συμπαίκτες
Θεοί, κατάδικοι κι αυτοί στη δύναμή τους
Άλλα χαρτιά ανακατεύουν.
Ανακατεύουν, κόβουν και μοιράζουν στον πάνω κόσμο
Τις εικόνες μου και τους καθρέφτες μου
Σε στάσεις και χορούς.
Μες στους καπνούς
Ανακατεύουν, κόβουν και μοιράζουν
Άλλα χαρτιά.

Με κλέβουν
Εμένα, τον αδικαιολόγητα θνητό.

Greek poets on the crisis
Παμπούδη Παυλίνα