Follow by Email

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021

Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας

 Δεν θα ’μαστε ποτέ

αυτό που είμαστε στιγμιαία

αλλ’ είναι θρίαμβος

αυτή η σταθερή απώλεια.

Σώζεται μόνο

η σιωπή του φύλλου

σκουραίνει το σώμα

μαζί με τη μέρα

ως της νύχτας την απρόσμενη

λάμψη του μαύρου.

Θραύσματα ζωής

αντικαταστούν τα χρώματα

στις μικρές απεικονίσεις

του ονείρου,

αμυχές

τις σκιές φωτός

στο προσωρινό δέρμα.

Τυφλή στο τόσο μαύρο

ζήταγα θεό

και μου ’διναν ένα μονάχα

δάχτυλο για να τριφτώ·

θριαμβεύω τώρα

στα πιο κρυφά μέρη

που συλλαμβάνεται

η ιδέα: εδώ

μαθαίνω επιτέλους

πως θα φύγω πρώτη.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Ποιητικό υστερόγραφο

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια

να ‘ναι ωραία

αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.

Η πείρα είναι τώρα

το μόνο σώμα των ποιημάτων

κι όσο η πείρα πλουταίνει

τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.

Πονάν τα γόνατά μου

και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,

μόνο τις έμπειρες πληγές μου

μπορώ να της χαρίσω.

Τα επίθετα μαράθηκαν

μόνο με τις φαντασιώσεις μου

μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.

Όμως πάντα θα την υπηρετώ

όσο βέβαια εκείνη με θέλει

γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ

τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

Ολίγον προ


Κι ως να βουλιάξει ολόσωμος μέσα στη λάσπη

ήρθαν οι φίλοι στο προσκέφαλό του

τραβώντας ένα ένα τα λεπτά σχοινάκια

μήπως και τον γυρίσουν πίσω.

Αυτός μεγάλωνε με παφλασμούς

Έτριζε στα οστά, οι κλώνοι έλαμπαν.

Κι από τα μάτια του κυλούσαν

μήλα της κυπάρισσου

όλα τα εφήμερα και αγαπημένα.


Κλεοπάτρα Λυμπέρη

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2021

Χορικό



[…] Αν μιλούσε η σιωπή,

αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωνε όλα τα δέντρα του κόσμου


Από τα Ποιήματα,

Νικηφόρος Βρεττάκος 

Η ξερή σιωπή

 

Εδώ δεν υπάρχουν δέντρα ή νερά,

ούτε καρδιές που να διψούν μαρτύριο.

Μονάχα χρώματα φωτιάς,

μονάχα κεραυνοί

και η ξερή σιωπή ανάμεσά μας.

Και οι σάλπιγγες φτάσαν στα στόματα.

Οι σάλπιγγες σκληρές στους τέσσερις

ορίζοντες.


Γιώργος Ιωάννου

Αφύσικη άνθηση


Ήθελε να φωνάξει – δεν άντεχε πια. Κανείς δεν ήταν ν’ακούσει,

κανείς δεν ήθελε ν’ακούσει. Φοβόταν και ο ίδιος τη φωνή του,

την έπνιγε μέσα του. Η σιωπή του εκρηγνύονταν. Κομμάτια απ’ το σώμα του

τινάζονταν στον αέρα. Αυτός τα μάζευε με πολλή προσοχή, εντελώς αθόρυβα,

τα’ βαζε πάλι στη θέση τους να κλείσει τις οπές. Κι αν έβρισκε τυχαία

μια παπαρούνα, ένα κίτρινο κρινάκι, τα μάζευε κι εκείνα, τα τοποθετούσε

στο σώμα του, σαν δικά του κομμάτια – έτσι διάτρητος, παράξενα ανθισμένος.


Γιάννης Ρίτσος