Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roque Dalton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Roque Dalton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Θύμηση



Έτσι ήταν τ’ απογεύματα της πρώτης μας νεότητας
ακούγαμε Las Hojas Muertas, My Foolish Heart
ή Sin Palabras στο Hotel del Puerto
κι εσένα τ’ όνομά σου ήτανε διάφανο
και αντηχούσε υπέροχο ψιθυριστά
κι εγώ πίστευα στις θεές των προγόνων μου
και σου ιστορούσα ψέματα γλυκά
για τη ζωή στους μακρυσμένους τόπους που επισκέφτηκα.

Τα σαββατόβραδα
κάναμε μεγάλους περίπατους στη μουσκεμένη άμμο
ξυπόλυτοι πιασμένοι χέρι χέρι μες στην απόλυτη σιωπή
που τη ραγίζανε μονάχα οι ψαράδες στα φωτισμένα τους πλεούμενα
αναφωνώντας για την ευτυχία μας.

Μετά επιστρέφαμε στην καλύβα του Billy
και πίναμε ένα κονιάκ μπρος στη φωτιά
καθισμένοι σ’ ένα μικρό χαλάκι του Λυρσά
κι έπειτα φίλαγα τα ξέπλεκα μαλλιά σου
κι άρχιζα να ταξιδεύω το κορμί σου με χέρια τόσο σίγουρα
που δεν τρομάξανε ποτέ στον έρωτα ή στη μάχη.

Η γύμνια σου αναδυότανε μες στη μικρή νυχτερινή μας κάμαρη
φωτιά που έκαιγε ανάμεσα στα ξύλινα χωρίσματα
κάτω απ’ το φως της λάμπας που μας έλουζε
σάμπως παράξενος ανθός από χιλιάδες δώρα καμωμένος
που με αφήνει πάντα έκπληκτο
και με καλεί σε νέα τοπία ανεξερεύνητα.

Κι η ανάσα σου κι η ανάσα μου δυο κοντινά ποτάμια
και το δέρμα σου και το δέρμα μου δυο χώρες δίχως σύνορα
κι εγώ όπως η καταιγίδα μέσα σου τη ρίζα να ακουμπώ των ηφαιστείων
κι εσύ για μένα ένα κρυφό φαράγγι
για να περνάει μοναχά το φως της χαραυγής.

Κι ήρθε ο καιρός που ήσουν μόνο η θάλασσα
μόνο η θάλασσα γεμάτη με τα ψάρια της και την αλμύρα της
να πέφτω διψασμένος στα κόκκινα μυστικά των κοραλλιών της
και σ’ έπινα αχόρταγα, αξεδίψαστα
πάλι και πάλι όπως το θαύμα που αναβλύζει
μες απ’ την τρύπα που άνοιξε μικρό παιδί στην άμμο.

Ω αγάπη κι είναι ετούτη η στιγμή κάμποσα χρόνια αργότερα
όπου το πρόσωπό σου παίρνει να γίνεται αχνό
κι η θύμησή μου αδιάκοπα αδειάζει από σένα.

Το όνομά σου ήταν μικρό κι ένα τραγούδι το ψιθύριζε
κάποιου αλλοτινού καιρού.

Roque Dalton

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Μη γίνεσαι άγριος, ποιητή


Η ζωή πληρώνει τους λογαριασμούς της με το αίμα σου
κι εσύ συνεχίζεις πιστεύοντας πως είσαι αηδόνι.
Πιάστης το λαιμό μια φορά, γδύστηνα,
ξάπλωσέ την και κάνε της την πάλη σου της φωτιάς,
γέμισέ της το μεγαλειώδες έντερο, γονιμοποίησέ την,
κάντην να γεννήσει εκατό χρόνια απ’ την καρδιά.
Αλλά με όμορφο τρόπο, αδελφέ,
με μια χειρονομία
ευνοϊκή για τη μελαγχολία.

Roque Dalton

Λατινική Αμερική


Ο ποιητής πρόσωπο με πρόσωπο με τη σελήνη
καπνίζει την συναρπαστική του μαργαρίτα
πίνει τη δόση του από λέξεις ξένες
πετάει με τα πινέλα του της δροσιάς
ξύνει το βιολάκι του παιδεραστή
Μέχρι που σπάει τη μούρη του
στον τραχύ τοίχο κάποιου στρατοπέδου.

Roque Dalton

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Ώρα της Στάχτης

Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.


(Μετ: Γιώργος Μίχος)
Ρόκε Ντάλτον