Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edgar Allan Poe. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edgar Allan Poe. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Ουλαλούμ


Συννεφιασμένος ὁ οὐρανός, βαθιά συλλογισμένος· τά φύλλα θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Νύχτα, ἐρημιά τοῦ Ὀκτώβρη. Χρονιά; Χρονιά χαμένη βαθιά στή μνήμη· ἐρημικά. Κάπου κοντά στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Κάπου ἐκεῖ πέρα στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ καί στοῦ Βάιρ τά στοιχειωμένα δάση.

Ἐκεῖ, πήγαινα κάποτε, μαζί μέ τήν ψυχή μου, σέ δρόμο πού τόν ἔζωναν τιτάνια κυπαρίσσια –  κυπαρίσσια εἶχε ὁ δρόμος κι ἡ Ψυχή ἦταν μαζί μου· ἡ ψυχή μου. Κι ἦταν οἱ μέρες πού ἔνιωθα ἡφαίστειο τήν καρδιά μου: ποτάμια μέταλλο πυρρό, λάβα πού ὀργώνει ἀκάματη μέ ὀργισμένο θειάφι τοῦ Γιάνεκ τίς πλαγιές, στήν ἄκρα γῆ τοῦ πόλου· κι ὅλο βρυχᾶται καί κυλάει ἀπό τοῦ Γιάνεκ τήν κορφή στίς ἁπλωσιές τοῦ βόρειου πόλου.

Πηγαίναμε, μιλούσαμε σιγά, συλλογιστά. Μά, οἱ σκέψεις: θράκα πού ἀργοκαίει· ὕπουλη θράκα οἱ σκέψεις, γιατί σάν νά μήν ξέραμε πώς ἤτανε Ὀκτώβρης καί νύχτα (Ὦ, νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες!). Γιατί σάν νά μήν νιώθαμε τή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ (κι ἄς βρεθήκαμε ἐκεῖ τόσες φορές). Γιατί σάν νά ξεχάσαμε τό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ. Ναί· σάν νά λησμονήσαμε τά στοιχειωμένα δάση.

Μά ἡ νύχτα εἶχε γεράσει πιά κι οἱ ἀστρολάβοι ἔδειχναν αὐγή· οἱ ἀστρολάβοι ὅλοι ὑπονοοῦσαν χάραμα. Καί τότε, ἐκεῖ στήν ἄκρη τοῦ δρόμου πρόβαλε ὅλο φῶς μιά πάχνη, κι ἀπό μέσα της ὑψώθηκε ἡμισέληνος: τό θαυμαστό, τό δίκοπο στολίδι τῆς Ἀστάρτης. Καί εἶπα: «Εἶναι πιό στοργική ἀπό τήν Ἄρτεμη αὐτή. Στόν οὐρανό τῶν στεναγμῶν γυρίζει καί τή γῆ τῶν στεναγμῶν φωτίζει.

Εἶδε πώς δέν στεγνώνουνε στά μάγουλα ἐτοῦτα ἐδῶ τά δάκρυα πού τρέφουνε τό ζωντανό σκουλήκι, καί ἄφησε τόν Λέοντα καί ἦρθε νά μᾶς δείξει τό δρόμο γιά τή γαληνή Λήθη τῶν οὐρανῶν. Στό πεῖσμα ἦρθε τοῦ Λέοντα, τό βλέμμα της ἀπάνω μας νά λάμψει. Τήν ἄγρια ξέφυγε φωλιά τοῦ Λέοντα, τά ἐρωτικά τά μάτια της ἀπάνω μας ν’ ἀστράψει».

Μοῦ ἔδειξε, ὡστόσο, ἡ Ψυχή τό δάχτυλο καί εἶπε: «Λυπᾶμαι, μά δέν γίνεται νά τό ἐμπιστευτῶ αὐτό τό ἀστέρι τό ἀχνό. Τόσο ἀχνό! Δέν γίνεται! Βιάσου, λοιπόν! Γιατί ἀργεῖς; Τρέξε, λοιπόν! Τρέχω κι ἐγώ! Πέτα! Πετῶ!» Τρόμου κραυγή τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί βύθισαν καί σύρθηκαν στή σκόνη. Πνιγμοῦ λυγμός τά λόγια της κι ἄφησε τά φτερά της νά βυθιστοῦν. Καί σύρθηκαν – ἄθλια φτερά–  στή σκόνη.

Ἀπάντησα: «Ἕνα ὄνειρο εἶναι τό φῶς αὐτό πού τρεμοπαίζει. Μόνο αὐτό! Στό κρύσταλλο τῆς λάμψης του ἄς πᾶμε νά λουστοῦμε! Ἐλπίδα, ἀπόψε, κι Ὀμορφιά λαμποκοποῦν σιβυλλικά οἱ ἀκτίνες του. Μά, κοίτα! Τρέμει καί πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας. Τί λάμψη! Πρέπει, ἀσφαλῶς, νά τήν ἐμπιστευτοῦμε! Τί θάμπος! Πρέπει, ἀσφαλῶς, τό δρόμο νά γνωρίζει, ἀφοῦ ὅπου πάει: μαρμαρυγή στόν οὐρανό τῆς νύχτας».

Κι ἡσύχασα ἔτσι τήν ψυχή. Τή φίλησα, τήν ἔβγαλα στό φῶς ἀπό τή θλίψη. Κατέκτησα ἔτσι τήν ψυχή. Κυρίευσα τούς δισταγμούς καί τή βαθιά της θλίψη. Καί φύγαμε ὅπου βλέπαμε καί φτάσαμε στή θύρα ἑνός τάφου. Καί κάτι ἔγραφε ἐκεῖ, πάνω στή θύρα, καί εἶπα: «Τί γράφει ἐκεῖ, γλυκιά ἀδελφή;» Κι ἐκείνη: «Οὐλαλούμ! Εἶναι τό μνῆμα τῆς χαμένης σου Οὐλαλούμ!»

Θράκα ἡ καρδιά μου πού ἔσβησε· θράκα βουβή ἡ καρδιά μου, ὅπως τά φύλλα γύρω μου, τά φύλλα: θράκα πού ἔσβησε· θράκα βουβή τά φύλλα. Καί φώναξα: «Ἦταν Ὀκτώβρης κι ἡ χρονιά: ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ, ἡ τελευταία πού πῆγα ἐκεῖ μέ τό φρικτό μου βάρος, μιά νύχτα – νύχτα μοναχή ἀνάμεσα στίς νύχτες–  σπρωγμένος… Ἄ! ποιός δαίμονας μ’ ἔφερε μέχρι ἐκεῖ; Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στή ζοφερή τή λίμνη τοῦ Ὦμπερ, ἦταν μεσογῆς τῶν ὁμιχλῶν τοῦ Βάιρ. Ναί· τώρα ξέρω: ἦταν ἐκεῖ στό ὑγρό λαγούμι τοῦ Ὦμπερ κι ἦταν στοῦ Βάιρ τά σκοτεινά, τά στοιχειωμένα δάση».

Edgar Allan Poe

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Το κοράκι


Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !


Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !


Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !

(Μετάφραση Γ.Β. Ιωαννίδη)
Edgar Allan Poe

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Το κυρίαρχο σκουλήκι


Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο,
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των κόσμων.
Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι,
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν,
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται,
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων,
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω,
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.
Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Από 'να πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα,
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.
Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει,
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει,
Και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του,
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ,
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού,
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.
Κι έσβυσαν, έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα,
Κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας,
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος”
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι

ποιήματα 1831-1849, εκδ. Κοροντζή
Edgar Allan Poe

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Όνειρο μέσα σ' όνειρο


Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπο σου πάρε
και άφησε με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω
Αλήθεια λές σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.

Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφου η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογυαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.

Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;

μετάφραση: Κώστας Ουράνης
Edgar Allan Poe