Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα federico garcia lorca. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα federico garcia lorca. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Γη



Προχωρούμε
πάνω σ’
έναν καθρέφτη
δίχως ασήμι
πάνω σ’ ένα κρύσταλλο
δίχως σύννεφα.
Αν οι ίριδες γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν τα ρόδα γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν όλες οι ρίζες
κοιτούσαν τ’ αστέρια
κι ο νεκρός δεν έκλεινε
τα μάτια
θα γινόμασταν σαν κύκνοι.

«Σουίτα των καθρεφτών» 1921
Federico García Lorca

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Ρομάντσα της σελήνης


Στην Κοντσίτα Γκαρθία Λόρκα

Ήρθε η σελήνη στο αργαστήρι
με μισοφόρι από νάρδους.
Το παιδί την κοιτάει, την κοιτάει.
Το παιδί τη βλέπει ολοένα.
Στ’ αγέρι το ταραγμένο
απλώνει η σελήνη τα μπράτσα,
κι αγνή και φιλήδονη, δείχνει
τα σκληρά της τα στήθη από τσίγκο.
Φύγε, σελήνη, σελήνη.
Αν ερχόταν οι Τσιγγάνοι
θάφταχναν με την καρδιά σου
χαλκάδες κι άσπρα γιορντάνια.
Παιδί μου, άφησέ με να χορέψω.
Όταν έρθουν οι Τσιγγάνοι
τα σ’ εύρουν πάνω στ’ αμόνι
με τα ματάκια κλεισμένα.
Φύγε, σελήνη, σελήνη,
γιατί ακούω τ’ άλογά τους.
Άφησέ με, παιδί, μην πατάς
την κολλαριστή ασπράδα μου.

Ζύγωνε πια ο καβαλάρης
χτυπώντας το ταμπούρλο του κόσμου.
Μες στο αργαστήρι τ’ αγόρι
έχει τα μάτια κλεισμένα.

Έρχονταν απ’ το λιοστάσι,
μπρούντζος κι όνειρο, οι Τσιγγάνοι.
Με τα κεφάλια υψωμένα
και μισοκλεισμένα μάτια.

Πώς τραγουδά η κουκουβάγια,
αχ, πάνω στο δέντρο πώς σκούζει!
Στα ουράνια πάει η σελήνη
μ’ ένα αγόρι από το χέρι.

Μες στο αργαστήρι θρηνούνε
μ’ άγριες κραυγές οι Τσιγγάνοι.
Ο αγέρας φυλάει βάρδια,
ο αγέρας φυλάει ολοένα.

(Μετάφραση: Κ. Πολίτης)
Federico Garcia Lorca

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Άλλο τραγούδι



Έσβησε τ’ όνειρο για πάντα!
Στη βροχερή τη νύχτα
μαθαίνει η καρδιά μου
την τραγωδία τη φθινοπωρινή
 που τα δέντρα αργοστάζουν

Και μες στη γλυκειά θλίψη
του τοπίου που πεθαίνει
κοπήκανε οι φωνές μου
Έσβησε το όνειρο για πάντα.
Για πάντα!Θεέ μου!
Κι όλο πέφτει το χιόνι
στον έρημο κάμπο
της ζωής μου,
κι η πλάνη
που πάει μακρυά,φοβάται
μην παγώσει ή μην χαθεί

Πώς μου λέει το νερό
πως το όνειρο έσβησε για πάντα!
Είναι τ’ όνειρο απέραντο;
Η ομίχλη το κρατάει
κι η ομίχλη δεν είν’ άλλο
παρά η κούραση μόνο του χιονιού.

Ο ρυθμός μου ολοένα τραγουδάει
πως το όνειρο έσβησε για πάντα
Και μες στο αχνό το βράδυ
μαθαίνει η καρδιά μου
την τραγωδία τη φθινοπωρινή
που τα δέντρα αργοστάζουν.

Federico Garcia Lorca

Ψυχή απούσα


Δε σε γνωρίζει ο ταύρος, ούτε η συκιά,
ούτε τα άλογα, ούτε τα μυρμήγκια του σπιτιού σου.
Δε σε γνωρίζει το παιδί ούτε το σούρουπο
γιατί για πάντα έχεις πεθάνει.
Δε σε γνωρίζει η ράχη της πέτρας,
μήτε η μαύρη φορεσιά όπου μέσα της συντρίβεσαι.
Δε σε γνωρίζει η βουβή σου θύμιση
γιατί για πάντα έχεις πεθάνει.
Το Φθινόπωρο θα ‘ρθει με τους σαλίγκαρους,
με της ομίχλης τα σταφύλια και τα σφιχτοδεμένα όρη,
όμως κανείς δε θα θελήσει τα μάτια σου να δεί
γιατί για πάντα έχεις πεθάνει.
Γιατί για πάντα έχεις πεθάνει,
όπως όλοι οι νεκροί της Γης,
όπως όλοι οι νεκροί, που λησμονιούνται
σαν τα ψόφια σκυλιά στοιβαγμένοι.
Κανείς δε σε γνωρίζει. ΌΧι. Κανείς. Όμως εγώ σε τραγουδάω.
Εγώ θα τραγουδώ παντοτινά το ωραίο προφίλ σου και τη χάρη σου.
Τη φημισμένη φρόνηση της γνώσης σου.
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γεύση των χειλιών σου.
Τη θλίψη που είχε μέσα της η θαρραλέα χαρά σου.
Θα αργήσει πολύ να γεννηθεί, αν ποτέ γεννηθεί,
ένας τόσο λαμπερός, τόσο πλούσιος σε περιπέτειες, ανδαλουσιανός.
Εγώ θα τραγουδώ τη χάρη του με λέξεις που θρηνούν
και θα θυμάμαι μια θλιμμένη αύρα στα λιόδεντρα.

Federico Garcia Lorca

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Ιντερμέδιο

«Μη με ρωτάτε τίποτα. Είδα τα πράγματα
όταν ζητάνε πλησμονή να βρίσκουν το κενό τους»

Federico Garcia Lorca

Εραστές δολοφονημένοι από μία πέρδικα

(απόσπασμα)
Αφιέρωμα στον Γκύ ντε Μωπασάν

 – Ήταν πολύ απλό. Αγαπιούνταν πάνω από όλα τα
μουσεία.
Χέρι δεξί,
με χέρι αριστερό.
Χέρι αριστερό,
με χέρι δεξί.
Πόδι δεξιό,
με πόδι δεξιό.
Πόδι αριστερό,
με σύννεφο.
Κόμη,
με πατούσα του ποδιού.
Πατούσα του ποδιού
με μάγουλο αριστερό.
Ω αριστερό μάγουλο! Ω βορειοδυτικό από κα-
ραβάκια και μυρμήγκια από υδράργυρο! Δώσε μου το
μαντίλι, Γενοβέφα, θα κλάψω… Θα κλάψω μέχρι που
από τα μάτια μου να βγει ένα πλήθος από αμάραντα…
Ξαπλώναν.
Δεν υπήρχε θέαμα άλλο πιο τρυφερό…
Με ακούσατε;
Ξαπλώναν!
Μηρός αριστερός
με μπράτσο αριστερό.
Μάτια κλειστά,
με νύχια ανοιχτά.
Μέση, με αυχένα,
και με ακτή.
Και τα τέσσερα αυτάκια ήταν τέσσερις αγγέλοι
στο καλυβάκι του χιονιού. Θέλονταν. Αγαπιούνταν.
Παρά το Νόμο της βαρύτητος. Η διαφορά που υπάρχει
ανάμεσα σε ένα αγκάθι από ρόδο και μια Star είναι πα-
νεύκολη.
Όταν το ανακάλυψαν αυτό, έφυγαν στην εξοχή.
Αγαπιούνταν.
Θεέ μου! Αγαπιούνταν μπροστά στα μάτια των
χημικών.
Πλάτη, με χώμα,
χώμα με γλυκάνισο.
Σελήνη, με ώμο κοιμισμένο.
Και οι μέσες τους διασταυρώνονταν με ένα θό-
ρυβο από γυαλιά.
Είδα εγώ να τρέμουν τα μαγουλά τους όταν οι
καθηγητές του Πανεπιστημίου τους έφερναν χολή και
ξύδι σ’ ένα μικρούλικο σφουγγάρι. Πολλές φορές έπρεπε
να τρομάξουν τα σκυλιά που στέναζαν στους λευκότα-
τους κισσούς του στρώματος. Αλλά εκείνοι αγαπιούνταν.

Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα,
ή,
ένας άντρας
κι ένα κομματάκι γης,
ένας ελέφαντας
κι ένα μωρό,
ένα μωρό κι ένα βούρλο.
Ήταν δυο νεαροί λιπόθυμοι
κι ένα πόδι από νίκελ.
Ήταν οι βαρκάρηδες!
Ναι.
Ήταν οι τρομεροί βαρκάρηδες του Γουαδιάνα
που τσακίζουν με τα κουπιά τους όλα τα ρόδα του κό-
σμου.
Ο γερο-ναυτικός έφτυσε το ταμπάκο από το
στόμα του κι έβαλε μεγάλες φωνές για να τρομάξει τους
γλάρους. Μα ήταν πια υπερβολικά αργά.
Όταν οι γυναίκες πενθούσες έφτασαν στο σπίτι
του Κυβερνήτη αυτός έτρωγε ήσυχα πράσινα μύγδαλα
και κρύα ψάρια σ’ ένα εκλεκτό πιάτο από χρυσό. Ήταν
προτιμότερο να μην έχουν μιλήσει μαζί του.
Στις νήσους των Αζορών.
Σχεδόν δεν μπορώ να κλάψω.
Έριξα δυο τηλεγραφήματα, αλλά δυστυχώς
ήδη ήταν αργά.
Πολύ αργά.
Μονάχα ξέρω να σας πω πως δυο παιδιά που
περνούσαν στην άκρη του δάσους, είδαν μια πέρδικα
που της έσταζε μια κλωστούλα αίμα από το ράμφος.
Αυτή είναι η αιτία, αγαπητέ μου καπετάνιε, της
παράξενης μελαγχολίας μου.


 (Ποιήματα σε Πρόζα,μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2015)
Federico Garcia Lorca

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Τα χέρια μου αν μπορούσαν να μαδήσουν


Τ’ όνομά σου προφέρω
μες στις σκοτεινές νύχτες,
σαν έρχονται τ’ αστέρια
να πιούνε στο φεγγάρι
και τα κλαδιά κοιμούνται
των κούφιων φυλλωμάτων.
Νιώθω, μ’ έχει κοιλώσει
η μουσική και το πάθος.
Ρολόι τρελό, που ψάλλει
ώρες νεκρές, αρχαίες.
Τ’ όνομά σου προφέρω
τη σκοτεινή τούτη νύχτα
και μου ηχεί τ’ όνομά σου
μακρινό όσο ποτέ.
Μακρινότερο απ’ όλα
τ’ άστρα και θρηνώδες
κι από βροχή γαλήνια.
Θα σε θέλω, όπως τότε,
καμιά φορά; Ποιο λάθος
έχει η καρδιά μου κάνει;
Αν διαλύεται η καταχνιά,
άραγε, ποιο άλλο πάθος
με περιμένει; Θα ‘ναι
ήρεμο κι αγνό, τάχα;
Αχ, αν τα δάχτυλά μου
μπορούσαν να μαδήσουν
ετούτο το φεγγάρι!
Federico Garcia Lorca

Ματωμένος Γάμος

Είμ' ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι, είμ' ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά,
και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής.
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται; Ποιανού το κλάμα γροικιέται μες στο χέρσο κάμπο;

Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει μες στον ανταριασμένο αγέρα,
που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.
Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.
Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι!

Αχ, πως κρυώνω! Οι στάχτες μου – μέταλλα κοιμισμένα –
ψάχνουν σε κάμπους και βουνά της φλόγας την κορφή να βρούνε.
Όμως το χιόνι με κουβαλάει στις χαλαζένιες πλάτες του,
και με βυθίζει όλο παγωνιά στα χαλκοπράσινα βαλτονέρια.

Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα,
και τ` άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ίσκιο δε θα `βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα!
Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή!

Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου.
Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!
(Στα κλαδιά.)
Ίσκιους δε θέλω. Οι αχτίδες μου πρέπει να μπουν, και μέσα

στα κατασκότεινα κλαριά το φως μου πρέπει να κυλήσει,
για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,
και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ' τα πέλματα του αγέρα.
Ποιος κρύβεται; Να βγει έξω είπα!

Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Θε να τα αστράψω τα άλογο με διαμαντένιο πυρετό.
...
Ο αγέρας γίνεται κοφτερός σα δίκοπο μαχαίρι.

(μετάφραση: Νίκος Γκάτσος)
Federico Garcia Lorca

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα


Η νύχτα αρνιέται να'ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

Όμως κι εσύ θα'ρθεις με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

Η μέρα αρνιέται να'ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

Όμως κι εσύ θα'ρθεις
ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να'ρθουν
για να πεθάνω εγώ για σένα
κι εσύ να πεθάνεις για μένα.

(μετάφραση Τάκης Βαρβιτσιώτης)
Federico Garcia Lorca

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Ψυχή φευγάτη

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά .
Τ’άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου .
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη .
Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις .
Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Χινόπωρο θα’ρθεί με σαλιγκάρια .
Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα .
Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω .
Γι’αυτούς που θα’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου .
Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα .
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου .
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου .

Χρόνια θ’αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του
Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος
Την αρχοντιά του τραγουδω με λόγια που στενάζουν
Κι έν’αεράκι πού’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι .


Μετάφραση Νίκος Γκάτσος
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Νύχτα του Άγρυπνου Έρωτα


Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο, 
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες. 
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα 
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα. 

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης, 
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα. 
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες 
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο. 

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι, 
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι 
του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται. 

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι 
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του 
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη. 

Federico Garcia Lorca