Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΙΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΙΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Ελεγείο της μοναξιάς

III

Έχω καιρό.  Έχω καιρό.
Ο δείχτης των δευτερολέπτων γυρίζει τόσο αργά, το μάτι μου
δεν μπορεί να τον περιμένει
Ο ήλιος του αιώνα γυρίζει τόσο αργά, ο ίσκιος μου δεν μπορεί
να τον περιμένει
Ο ίσκιος μου φεύγει ολομόναχος χοροπηδάει δίχως εμένα
ανεβαίνει στις γέφυρες ρίχνει κάτω τα δέντρα περνάει
μέσ' απ' τους τοίχους
Ο ίσκιος μου φεύγει δίχως εμένα στην ανεμοδαρμένη γέφυρα
Ο ίσκιος μου ερωτοτροπεί με τη μητρόπολη
ήταν πάνω στον Αμαζόνιο σαν μεγάλο μπαομπάμπ
Ο ίσκιος μου γοργοδιαβαίνει

Περπατώ. Περπάτησα. Θα περπατήσω
απο το μαγαζί ως την προκυμαία, απο την προκυμαία
στο μαγαζί
Το σκωτσέζικο κουστούμι μου έχει το χαλκοπράσινο χρώμα
των φθινοπωρινών φύλλων
Ο φούρναρης πέθανε ενώ φούρνιζε μισοφέγγαρα
Η δεσποινίς Λευκή Πασχαλιά του 4ου ορόφου τρελλάθηκε
Ο καιρός χαλάει. Οι εικόνες σκουριάζουν. Οι πόρτες θρυμ-
ματίζονται
Ο αδελφός είναι μόνος μέσα στην καταιγίδα
Το τραμ του γολγοθά είναι μόνο του στο υπόστεγό του
ο γάϊδαρος κλαίει μόνος στην Οδό Μικρών Πόνων
και σένα σ' αφήνω ν' αφανιστείς
είσε μονάχη, αγάπη μου, κι ονειρεύεσαι ένα λιβάδι της Ιταλίας
ενώ εγώ γράφω το ελεγείο της μοναξιάς

Περπατώ σαν τρελλός
έχω αργήσει φεύγοντας απ' το μαγαζί φεύγοντας από
την προκυμαία
όλα αυτά τα όνειρα για τη Μαδαγασκάρη έχουν πετάξει
όλα τα σύκα έπεσαν απο το δέντρο
η πέμπτη συμφωνία έφτασε κιόλας στο adagio.


Ποιήματα (1920-1950) Μτφρ. Ε.Χ Γονατάς
Yvan Goll

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

ΙΙΙ

Κλαις
δίχως όμως να σ’ αγγίζει τίποτε
-περίπαθη βροχή πάνω από αισθηματικά τοπία
πεφτάστερα του Αυγούστου αλεξίπτωτα παρθενικών ευχών...-
αλλά να δούμε, όταν πονέσεις, τι θα κάνεις Ουρανέ
πώς θα δαγκώνεσαι και θα σφαδάζεις μεσ' στη λάσπη σου
και φρενιασμένοι οι αστερισμοί σου θα τσακίζονται στα ηώα κάγκελα
πώς θα ξεσκίζεται το δέρμα σου και θα μαδάς σε σάπια φύλλα
μαύρα και σάπια φύλλα
μαύρα και σάπια λόγια
όπως μαδάει και τούτη η ποίηση
τώρα που απόμεινα εγώ κι εγώ
κι ο πόνος που με ματαιώνει

Βύρων Λεοντάρης