Follow by Email

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2020

Γυναίκες σαν και μένα


Γυναίκες σαν και μένα δωρίζουν όνειρα,

ακόμα κι αν θα τα στερηθούν οι ίδιες.

Γυναίκες σαν και μένα δίνουν την ψυχή τους,

γιατί η ψυχή είναι σαν μια σταγόνα νερό στην έρημο.

Γυναίκες σαν και μένα απλώνουν το χέρι

και σε βοηθούν να σηκωθείς, ριψοκινδυνεύοντας

να γκρεμιστούν κι αυτές με τη σειρά τους.

Γυναίκες σαν και μένα κοιτάζουν μπροστά,

έστω κι αν η καρδιά μένει πάντα κάποια βήματα πίσω.

Γυναίκες σαν και μένα

αναζητούν ένα νόημα στο να υπάρχουν και,

όταν το βρουν,

θα προσπαθήσουν να το διδάξουν

σε όποιον απλώς επιβιώνει.

Γυναίκες σαν και μένα, όταν αγαπούν,

αγαπούν για πάντα…

και όταν πάψουν ν’ αγαπούν είναι μόνο επειδή

σκλήθρες της ύπαρξης κείτονται

ανυπεράσπιστες στα χέρια της ζωής.

Γυναίκες σαν και μένα κυνηγούν ένα όνειρο…

το όνειρο ν’ αγαπηθούν γι’ αυτό που είναι

και όχι γι’ αυτό που οι άλλοι θα ’θελαν να είναι.

Γυναίκες σαν και μένα γυρνούν τον κόσμο

αναζητώντας εκείνες τις αξίες, που τώρα πια,

έχουν παραπέσει στης ψυχής την απολησμονιά.

Γυναίκες σαν και μένα θα ’θελαν ν’ αλλάξουν,

όμως αυτό θα σήμαινε να ξαναγεννηθούν.

Γυναίκες σαν και μένα φωνάζουν σιωπηλά,

για να μην μπερδεύεται η φωνή τους με τα δάκρυα.

Γυναίκες σαν και μένα είναι εκείνες που εσύ

καταφέρνεις πάντα να τους τσακίζεις την καρδιά,

γιατί ξέρεις ότι θα σ’ αφήσουν να φύγεις,

δίχως ερωτήσεις.

Γυναίκες σαν και μένα αγαπούν βαθιά, ξέροντας πως,

ως αντάλλαγμα, δεν θα πάρουν παρά μόνο ψίχουλα.

Γυναίκες σαν και μένα τρέφονται απ’ το ελάχιστο

και πάνω σ’ αυτό,

δυστυχώς, θεμελιώνουν την ύπαρξή τους.

Γυναίκες σαν και μένα περνούν απαρατήρητες,

όμως είναι οι μόνες που αληθινά θα σ’ αγαπήσουν.

Γυναίκες σαν και μένα είν’ εκείνες που,

στο φθινόπωρο της ζωής σου

θα λυπηθείς για όλα όσα θα μπορούσαν να σου δώσουν

και που εσύ δεν θέλησες…

.

μτφ.:: Ευαγγελία Πολύμου

(1931-2009)

Alda Merini 

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020

πένθος

 


πενθώ

για κείνους που πεθαίνουν σε τέσσερις τοίχους

για κείνους που ξεχάσανε

κι εκείνους που συμβιβαστήκαν

πενθώ

για τα παιδιά που εξαργυρώνουν το ρούχο της νιότης

για τους βασανιστές και τους ηγεμόνες

όσους καταδιώκουν τη δική τους ελπίδα

πενθώ

για τις γυναίκες που δίνουν μόνον ηδονή

μέσα στη νύχτα που μακραίνει

χωρίς να θαμποφέγγει χάραμα

πενθώ ακόμα

για την ανώφελη θυσία των επιγόνων της φωτιάς

για τις θλιμμένες μέρες των δειλών

το θανάσιμο τίμημα της ήρεμης ζωής


Τόλης Νικηφόρου

Ρωμαϊκή Νύχτα


Για που το έβαλες νυχτιάτικα στη Ρώμη,

Σε δρόμους, όπου με τρόλεϊ και τραμ ο κόσμος

Επιστρέφει; Βιαστικός, ανυπόμονος

Λες και σε περιμένει εξοντωτική εργασία,

Απʼ την οποία οι άλλοι τυχαίνει και γυρίζουν;

Είναι ακριβώς το απόδειπνο, όταν ο αέρας

Μυρίζει ζεστή οικογενειακή απελπισία,

Που ξεχειλίζει σε χίλιες κατσαρόλες, σε μεγάλους

Ηλεκτροδοτημένους δρόμους, και σε άλλους

Όπου πιο ευδιάκριτα λάμπουν τα αστέρια.

Στο μικροαστικό προάστιο, βασιλεύει η γαλήνη

Που ικανοποιεί ενδόμυχα τον καθένα,

Και τον παραδίδει στην ελεεινή ευτυχία

Που εύχεται να τον καλύπτει όλες τις νύχτες

Της ύπαρξής του. Αχ! αν είσαι διαφορετικός

-μέσα σε έναν επίσης ένοχο κόσμο-σημαίνει

Πως δεν είσαι αθώος…Τράβα, κατέβα, γλίστρησε

Στο σκοτεινό στρόβιλο που βγάζει Τραστέβερε:

Ιδού, ακίνητη και αναστατωμένη, λες και βγήκε

Από τη λάσπη άλλων αιώνων-έτοιμη να παραδοθεί

Σε όποιον μπορεί να απολαύσει άλλη μια μέρα,

Που την ξέκλεψε από τον θάνατο και την οδύνη-

Έχεις στα πόδια σου μπροστά όλη τη Ρώμη…


Κατεβαίνω από το Πόντε Γκαριμπάλντι,

Χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα την κουπαστή

Τη φθαρμένη επιφάνεια της πέτρας, σκληρή

Μες τη ζεστή αποφορά που τρυφερά η νύχτα

Αντανακλάει προς τα ψηλά πλατάνια. Διαφάνειες

Μιας μισοσβησμένης σεκάνς, στην απέναντι όχθη,

Γεμίζουν τον ξασπρουλιάρη ουρανό, μελανά

Και τετράγωνα τα ρετιρέ των πολυκατοικιών.

Κοιτάζω, βαδίζοντας πάνω στο γυαλιστερό

Σαν κόκαλο πλακόστρωτο, θα έλεγα οσφραίνομαι

Πεζός και μεθυσμένος-διάτρητος από γερασμένα

Αστέρια και μουσικά παράθυρα-

Τη μεγάλη, οικεία συνοικία:

Το μαύρο, υγρό Καλοκαίρι την επιχρυσώνει,

Με τις αναθυμιάσεις που φέρνει ο αέρας

Από τους λόφους του Λάτσιο, καλύπτοντας

Με χρυσόσκονη σιδηροτροχιές και προσόψεις.


Και πως ευωδιάζει, μέσα στην αποπνικτική

Ζέστη που γίνεται χώρος κι αυτή, διάστημα,

Αυτό το διάζωμα: από το Πόντε Σουμπλίσιο

Ως το Τζανίκολο, η βρώμα ανακατεύεται με την έκσταση

Της ζωής που δεν είναι ζωή. Μιαρά σημάδια

Που άφησαν μεθύστακες των γεφυριών,

Αρχαίες πουτάνες, ορδές ανυπότακτων νεολαίων:

Μιάσματα ανθρωπιάς, ανθρωπινώς μεταδιδόμενα,

Παραμένουν εκεί να μαρτυρούν, βιαίως και σιωπηλώς,

Αυτούς τους ανθρώπους τα χαμηλά τους κι αθώα

Ένστικτα, τους μίζερους απώτερους σκοπούς τους.


Pier Paolo Pasolini

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Πέντε ποιήματα για την Κρις


Ι

Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.

ΙΙ

Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.

ΙΙΙ

Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.

ΙV

(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.

V

Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι στην απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.

Julio Cortázar

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Του έρωτα


1

Με κούρσεψαν τα χρώματα

Ο ιδρώτας στη μασχάλη σου είναι μπλε

Λιθρίνι μες στον κόλπο σου πως σπαρταράω

Για το κίτρινο

Ω η έκρηξη στο τυρκουάζ στο χρυσαφί

Όταν σου λύνω την ταινία τ’ ουρανού

Και τρέμω για το άσπρο που ενεδρεύει…

 

2

Ω πόσο, πόσο ήσουν ωραία

Που σπαρταρούσες

Ζαρκάδια που τα βίτσιζε ο πόθος μας

Χοροπηδούσαν τα φιλιά μου στις μασχάλες σου

Καλπάζανε που σπαρταρούσες.


3

Το κορμί σου εύξεινος λόγος του νερού

Κι η γλώσσα μου καρίνα

Να μελετά τα ρεύματα

Να μιλάει με υφάλους.

Το κορμί σου Όργανο του αγέρα

Κιθάρα του Θεού

Οι χορδές μου λιώνουνε τα δάχτυλα

Μα κρούω, κρούω και μου μιλά

Ότι εντός του κάτι αθανατίζεται.


4

Ήσουν η έξαψη του ακόντιου

Το ρίγος του σαν ήτανε να τιναχτεί

Η λάμψη του μες στον αγέρα ήσουν

Καρφωμένη τώρα μέσα μου

Ως τρέμει το καρυόφυλλο

Συνέχεια τρέμεις

Κι εγώ στη μέθην όλος.


5

Εγώ είμαι της θύελλας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είμαι της λαίλαπας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είναι που εντός μου είσαι η δίνη

Είναι που έσπασες τον άξονα

Που κράταγε την τάξη

Κι όλα γίναν ιαχές

Νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ….


8

Ω αρπίστρια του νου μου

Στις φλέβες μου άπιαστη σαϊτα

Σαν με κοιτάζεις.


9

Τι βουητό βυθού

Τι έλξη στο λαβύρινθό μου

Τ’ όνομά σου.

   

10

Στο κούφιο χώμα μου

Τ’ άγιο τ’ απάτητο

Τ’ αχνάρι που άφησες, η λάρνακά μου.

 

11

Λες τον έρωτα δεσμώτη

Λέω τον έρωτα λυόμενο

Ο ένας καταπάνω του αλλουνού

Για τράκο κίνησαν οι δυο κουρσάροι.

 

12

Άμοιρη δεν το ‘ξερες

Που ήμουνα γυάλινος

Πως θα γινόμουν θρύψαλα

Πριν καν με αγγίσεις.

 

Έκτωρ Κακναβάτος


 

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα



Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

έλα τώρα που σε θέλω, σε θέλω πολύ

δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα στη γη,

μονάχα εσύ

το δικό σου το κορμί

αγόρι μου μη μιλάς

αλλά γδύσου αν μ’ αγαπάς


Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Στο δωμάτιο 457

με τα φώτα αναμμένα, τα μάτια ανοικτά


Ζόμπι,

εκτοπλάσματα – άνθρωποι

ζόμπι, ζόμπι

οι νεκροί μου συγκάτοικοι

που μ’ έχουν κτίσει

σε μια πόλη απάνθρωπη, σκοτεινή

ζόμπι, ζόμπι

που τη ζωή μας ορίζουνε

που μας κυκλώνουν και που σχεδόν μας αγγίζουνε

στη χώρα των ζόμπι

κάνε κάτι να μείνουμε ζωντανοί

ζωντανοί


Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

έλα τώρα που σε θέλω, σε θέλω πολύ

δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα στη γη,

μονάχα εσύ

το δικό σου το κορμί

αγόρι μου μη μιλάς

αλλά γδύσου αν μ’ αγαπάς


Μαριανίνα Κριεζή

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020

Ευχή


Άλλοι φεύγουν γλιστρώντας απ’ το κατάστρωμα ενός καραβιού

κι άλλοι με τα μάτια στο ταβάνι ένα ξημέρωμα μόνοι,

άλλοι την ώρα του ύπνου κι άλλοι με μια σφαίρα στο στήθος.


Όλοι γνωρίζουν πού πηγαίνουν μα όχι γιατί

δεν αναχωρήσαν νωρίτερα ή δεν στάθηκαν λίγο παραπάνω

να σκαλίζουν με το τακούνι τους τα ξερά φύλλα

ή να σχεδιάζουν αδέξιους χάρτες μ’ ένα μολύβι

σε κιτρινισμένο τετράδιο. Και τι παίρνουν μαζί τους;


Σίγουρα αυτό το σώμα που δεν θέλει να κοιτάζει κανείς

κι όλα του τα υπάρχοντα: παλιές ανάσες, ελπίδες,

δείγματα της φθοράς, δέρμα και δόντια.


Όσοι έμειναν πίσω φαντάζονται το δικό τους σενάριο

που έχει κύματα λύπης κι έναν μακρύ αποχαιρετισμό

ίσως κι έναν μισοτελειωμένο καμβά που θα ολοκληρώσει

κάποιος άλλος που ενδέχεται να κάτσει στο ίδιο παράθυρο.


Όλοι πάντως μένουν μόνοι: σε μια φωτισμένη παγόδα

ή σ’ ένα κρεβάτι που τυλίγουν οι φλόγες

κ’ ύστερα γίνεται βάρκα σ’ αμίλητα σκοτεινά νερά.


Είθε αυτή η μοναξιά να διαρκέσει μόνο για λίγο.


Δημήτρης Ελευθεράκης

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2020

Walden

(απόσπασμα)


Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να

αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα

μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα

ερχόταν η ώρα μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι

δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω οτιδήποτε δεν ήταν ζωή 


το να ζει κανείς είναι τόσο πολύτιμο – ούτε ήθελα να παραιτηθώ,

εκτός πια κι αν ήταν απολύτως απαραίτητο. Ήθελα να γευτώ μια

ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιάτικο ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή, να ανοίξω ένα φαρδύ διάδρομο ανάμεσα στα στάχυα της με το δρεπάνι μου, να τη στριμώξω σε μια γωνιά, να τη ρίξω όσο πιο χαμηλά γίνεται και, αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να καταγράψω όλη αυτή την αυθεντική ευτέλεια και να τη δείξω στον κόσμο· ή, αν ήταν θεσπέσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι, έτσι ώστε στο επόμενο ταξίδι μου να είμαι σε θέση να δώσω μια πιστή περιγραφή της. […]


Έχουμε ανάγκη το τονωτικό της άγριας φύσης – να

τσαλαβουτήσουμε κάποιες φορές σε βάλτους όπου παραμονεύει ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούσουμε το βροντερό

κρώξιμο της βαλτομπεκάτσας· να μυρίσουμε το σπαθόχορτο που

θροΐζει στον άνεμο, στα μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια και

μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους, εκεί όπου το κουνάβι

σέρνεται με την κοιλιά στο έδαφος. Ενώ επιθυμούμε με όλη μας

την ψυχή να εξερευνήσουμε και να μάθουμε τα πάντα, την ίδια

στιγμή απαιτούμε να μείνουν τα πάντα μυστηριώδη και

ανεξερεύνητα, να είναι απείρως άγριες η στεριά και η θάλασσα,

αχαρτογράφητες και ακατανόητες και οι δυο τους, αφού δεν είναι σε θέση ο άνθρωπος να τις εξιχνιάσει. Τη Φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ μας.

Εγκαταστάθηκα στο σπίτι μου την 4η Ιουλίου, μόλις τέλειωσε η

τοποθέτηση των σανιδιών και της σκεπής. Είχα ενώσει τα σανίδια πολύ προσεκτικά μεταξύ τους, έτσι που το οικοδόμημα να είναι απόλυτα αδιαπέραστο από τη βροχή. Πριν όμως τα βάλω, ξεκίνησα να χτίζω την καμινάδα, την οποία θα τελείωνα μετά το φθινοπωρινό τσάπισμα, πριν αρχίσει να κρυώνει ο καιρός τόσο

ώστε να είναι απαραίτητη η φωτιά για ζεστασιά. Ως τότε μαγείρευα

έξω, στο έδαφος, νωρίς το πρωί. Aυτός ο τρόπος μαγειρέματος

εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο σωστός και ευχάριστος από τον

συνηθισμένο. Αν τυχόν κι έπιανε βροχή πριν τελειώσω το ψήσιμο

του ψωμιού μου, έφτιαχνα ένα πρόχειρο σκέπαστρο από σανίδια

πάνω από τη φωτιά και καθόμουν από κάτω, να παρακολουθώ το καρβέλι μου να ψήνεται. […]

O άνθρωπος που χτίζει το δικό του σπίτι έχει πολλά κοινά με το

πουλί που φτιάχνει τη φωλιά του. Ποιος ξέρει, αν οι άνθρωποι

κατασκεύαζαν τις κατοικίες τους με τα ίδια τους τα χέρια και αν

έβρισκαν απλούς και τίμιους τρόπους για να εξασφαλίσουν τροφή

για τους εαυτούς τους και για τις οικογένειές τους, ίσως η ποιητική

ικανότητα να αναπτυσσόταν παγκοσμίως, όπως συμβαίνει με τα

πουλιά, που όλα τους τραγουδούν όντας απασχολημένα με το

χτίσιμο της φωλιάς και την εξεύρεση της τροφής. […]


Κάποιες φορές, τα πρωινά του καλοκαιριού, μετά το συνηθισμένο

μπάνιο μου, καθόμουν στο ηλιόλουστο κατώφλι μου από την αυγή

ως το μεσημέρι, βυθισμένος στην έκσταση της ονειροπόλησης,

ανάμεσα στα πεύκα, τις καρυές και τα σουμάκια, μέσα σε μια

μοναξιά και μια ησυχία που τίποτε δε διέκοπτε, ενώ τριγύρω τα

πουλιά τραγουδούσαν ή φτερούγιζαν αθόρυβα καθώς περνούσαν

μέσα από το σπίτι. Ώσπου ο ήλιος που άρχιζε να πέφτει από το

δυτικό μου παράθυρο ή ο θόρυβος που έκανε το κάρο κάποιου

ταξιδιώτη στη μακρινή δημοσιά μου θύμιζε το πέρασμα του

χρόνου. 


Μεγάλωνα τις ώρες εκείνες, όπως μεγαλώνει το

καλαμπόκι μέσα στη νύχτα – και αυτό ήταν για μένα κάτι πολύ πιο

ευεργετικό από οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία. Δεν ήταν

χρόνος που αφαιρούνταν από τη ζωή μου αλλά, αντίθετα, χρόνος

που προσετίθετο σ’ εκείνον που μου είχε ορίσει η μοίρα.

Συνειδητοποίησα τι ακριβώς εννοούν οι Ανατολίτες όταν

αναφέρονται στο διαλογισμό και στην εγκατάλειψη των εργασιών.


Τον περισσότερο καιρό δεν ασχολιόμουν με το πώς περνούσαν οι

ώρες. Η ημέρα προχωρούσε σαν να είχε μοναδικό σκοπό να

φωτίσει κάποια δική μου εργασία· τη μια στιγμή ήταν πρωί και

ορίστε, έπειτα από λίγο ήταν βράδυ, χωρίς να έχω καταφέρει

τίποτε το αξιομνημόνευτο. Αντί να τραγουδώ κι εγώ σαν τα πουλιά,

χαμογελούσα σιωπηλά με την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως

εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργίτη που καθόταν στην καρυά

μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνος μπορεί να άκουγε να

βγαίνει μέσα από τη φωλιά μου το πνιχτό μου γελάκι και το

υπόκωφο τραγούδισμά μου. 


Για τους συχωριανούς μου δεν ήμουν

παρά ένας αργόσχολος· αν όμως με είχαν κρίνει τα πουλιά και τα

λουλούδια με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, δε θα με είχαν βρει

κατώτερό τους. Oι ημέρες μου δεν ήταν οι ημέρες της εβδομάδας,

δεν έπαιρναν το όνομά τους από παγανιστικές θεότητες, δεν

ψιλοκόβονταν σε ώρες, ούτε τις ροκάνιζαν οι χτύποι του ρολογιού.

Γιατί ζούσα όπως οι Ινδιάνοι Πούρι, για τους οποίους λένε ότι «για

το χθες, το σήμερα και το αύριο δεν έχουν παρά μόνο μία λέξη και

τη διαφορά στο νόημα την εκφράζουν δείχνοντας πίσω για το χθες,

μπροστά για το αύριο και προς τα πάνω για το σήμερα». 


Δεν αμφιβάλλω ότι για τους συχωριανούς μου δεν ήμουν παρά ένας

αργόσχολος· αν όμως με είχαν κρίνει τα πουλιά και τα λουλούδια

με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, δε θα με είχαν βρει κατώτερό

τους. Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά τα

ενδιαφέροντά του μέσα του. Η ημέρα από τη φύση της είναι πολύ

ήρεμη και δεν πρόκειται να τον κακολογήσει για την οκνηρία του.

Αυτός ο τρόπος ζωής είχε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα σε

σύγκριση με τις ζωές όσων ήταν υποχρεωμένοι να ψάχνουν αλλού

για ψυχαγωγία, στις παρέες και στα θέατρα: η ίδια η ζωή μου είχε

γίνει η ψυχαγωγία μου και ποτέ δεν έπαυε να μου χαρίζει κι από

κάτι καινούργιο. Ήταν ένα θεατρικό έργο με πολλές πράξεις και

χωρίς τέλος. Αν ζούσαμε πάντοτε πραγματικά και αν ρυθμίζαμε τις

ζωές μας σύμφωνα με τον καλύτερο τρόπο που είχαμε μάθει, ποτέ

δε θα υποφέραμε από ανία. Αν ακολουθείς το πνεύμα σου

προσεκτικά, δε θα πάψει να σου δείχνει κι από μια νέα προοπτική

κάθε ώρα που περνά.


Όταν ξανοίχτηκα για πρώτη φορά με βάρκα στη λίμνη Oυόλντεν,

περιβαλλόταν ολότελα από πυκνά και ψηλά πεύκα και δρυς και σε κάποιους από τους όρμους της άγριες κληματσίδες είχαν τυλίξει τα δέντρα που φύτρωναν κοντά στο νερό, σχηματίζοντας κρεβατίνες

κάτω από τις οποίες μπορούσε να περάσει η βάρκα. Oι λόφοι που

σχηματίζουν τις όχθες της είναι τόσο απόκρημνοι και η βλάστηση

πάνω τους τόσο πυκνή τον καιρό εκείνο, που κοιτάζοντας από τη δυτική άκρη προς τα κάτω είχες μπροστά σου την εικόνα ενός

αμφιθεάτρου, όπου θαρρείς θα λάβαινε χώρα κάποια παράσταση

που η υπόθεσή της εκτυλισσόταν μέσα στο δάσος. 


Πέρασα πολλά καλοκαιριάτικα πρωινά, όταν ήμουν πιο νέος, με τη βάρκα μου ακυβέρνητη, να πλέει κατά πώς ήθελε ο Ζέφυρος, έχοντας κωπηλατήσει ως τη μέση της λίμνης, ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στα καθίσματα, ονειροπολώντας, ώσπου με ξυπνούσε το τράνταγμα της βάρκας που άγγιζε την άμμο και σηκωνόμουν για να δω σε ποια όχθη με είχε ρίξει η μοίρα. «Ήμουν πλούσιος τότε,όχι σε χρήμα αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα». Εκείνες τις μέρες η αργία ήταν για μένα η πιο ελκυστική και παραγωγική μορφή εργασίας. 


Πολλά ήταν τα πρωινά που εξαφανιζόμουν, προτιμώντας να περνώ με τον τρόπο αυτό τις πιο πολύτιμες ώρες της ημέρας. Ήμουν

πλούσιος τότε, όχι σε χρήμα αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και

καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα. Και δε μετανιώνω

που δε σπατάλησα περισσότερο καιρό στο εργαστήρι ή στην έδρα

του δασκάλου. Όμως από τότε που έφυγα μακριά από τις όχθες

αυτές, οι ξυλοκόποι ενέτειναν το καταστροφικό τους έργο κι έτσι

για πολλά χρόνια δε θα μπορώ πλέον να περιπλανιέμαι μέσα στα

πυκνά δάση που υπήρχαν κάποτε εδώ, σταματώντας πού και πού

στα λιγοστά ξέφωτα από τα οποία μπορούσες να διακρίνεις την

επιφάνεια της λίμνης. Η Μούσα μου δικαιολογείται να σωπαίνει

από εδώ και πέρα. Πώς να περιμένεις από 

τα πουλιά να τραγουδήσουν όταν έχουν χαθεί τα περιβόλια τους;




Henry David Thoreau

Άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου

 


παράξενα πλάσματα

αμετανόητα

να γράφουν με σπασμένα δάχτυλα

να τραγουδούν με κομμένο λαιμό

 

παράξενα πλάσματα

ασυμβίβαστα

ταχυδρομικά περιστέρια

σε χώρα κυνηγών

μικρά θερμαντικά σώματα

στην επικράτεια των πάγων

 

μαντατοφόροι μιας αθωότητας

που αιώνες τώρα

αναπέμπει νότες μουσικής

σ’ ένα χαμένο ουρανό


μικρά δακρυσμένα αδέρφια

άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου


Φλόγα απ’ τη στάχτη, 2017

Τόλης Νικηφόρου


Μόνο η φύση

 


Ποιος έξυπνος θα πέταγε μια μπαταρία γεμάτη;

 Μόνο η φύση, αιφνίδια,

Τραβάει το φις του φορτιστή εκτοξεύοντας

Μηχάνημα καλώδια μπαταρίες

Στον κάλαθο –

Με των πλουσίων την άξεστη

Μυθώδη

Ξιπασιά.


Πολύτιμη Λήθη, 2003

Αντώνης Φωστιέρης

Μικρή φυσική ιστορία


Θ’


Τι γίνονται άραγε οι αέρινες γαζέλες σαν γερνάνε;

Τι γίνονται άραγε αυτές οι αφρικανές νεράιδες;

Μπορώ να φανταστώ τα λιοντάρια, βαριά και

τσιμπλιάρικα, να λιώνουν μέσα στις σπηλιές, με

νεφρά τσακισμένα απ’ το βάρος του χρόνου …



Μπορώ και τις τίγρεις ακόμα να δω, με δόντια σαθρά,

μάτια θολά, ξεχειλωμένα νεύρα, να σέρνονται ως το

τέλος τους σα μαδημένες γάτες … Οι γαζέλες όμως ..



Φθείρονται άραγε κι αυτές, αργά αργά, και σβήνουν

ως να χωρέσουν ολόκληρες και να χαθούν μες στα

τεράστια μάτια τους ή μήπως, μόλις νιώσουνε να τις

εγκαταλείπει το πνεύμα που τις κίναγε, τελειώνουν

μ’ ένα πήδημα, το πιο ανάερο πήδημα το πιο θεαματικό,

μες στα σαγόνια ουρανού και γης;


Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986

Αργύρης Χιόνης 

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2020

Χαιρετισμός


Ω γενιά της απόλυτης αυταρέσκειας

και της απόλυτης αμηχανίας,

έχω δει ψαράδες στον ήλιο να τρων να πίνουν,

τους έχω δει μαζί με τις ατημέλητες οικογένειες τους,

έχω δει τα ορθάνοιχτα χαμόγελα τους

κι έχω ακούσει τα άξεστα γέλια τους.

Και είμαι από σένα πιο χαρούμενος

κι εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι από μένα.

Και τα ψάρια στη λίμνη κολυμπούν

και δεν είναι καν ντυμένα.


Ezra Pound