Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Carol Ann Duffy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Carol Ann Duffy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

Η κοκκινοσκουφίτσα


Στο τέρμα της παιδικής ηλικίας, τα σπίτια χάνονται σιγά – σιγά

στη θέση τους αλάνες, το εργοστάσιο, περιβόλια

που τα συντηρούν υποταγμένοι σύζυγοι, σαν ερωμένες,

η σιωπηλή γραμμή του τρένου, το τροχόσπιτο του ερημίτη,

μέχρι που φτάνεις επιτέλους στην άκρη του δάσους.

Εκεί αντίκρισα πρώτη φορά το λύκο.

Στεκόταν σ’ ένα ξέφωτο, διάβαζε τα ποιήματά του φωναχτά

με τη μακρόσυρτη φωνή του σαν ουρλιαχτό, ένα χαρτόδετο βιβλίο στο τριχωτό του

χέρι,

στα γένια του κηλίδες κόκκινου κρασιού. Τι μεγάλα αφτιά!

Τι μεγάλα μάτια που είχε! Τι δόντια!

Σε ένα διάλειμμα, είμαι απόλυτα σίγουρη, με πρόσεξε,

μικρή, χαριτωμένη κι άβγαλτη, και με κέρασε ένα ποτό,

το πρώτο μου ποτό. Ίσως να με ρωτήσετε γιατί. Να γιατί. Ποίηση.

Ο λύκος, το ήξερα, θα με οδηγούσε βαθιά μέσα στο δάσος,

μακριά από το σπίτι μου, σ’ ένα περίπλοκο μέρος όλο αγκάθια

όπου φέγγουν εκεί μόνο τα μάτια της κουκουβάγιας. Σύρθηκα στο κατόπι του,

οι κάλτσες μου έγιναν κομμάτια, κόκκινα ξεφτίδια από το σακάκι μου

σκάλωσαν σε κλωνάρια και κλαδιά, ίχνη φόνου. Έχασα και τα δυο μου παπούτσια

αλλά έφτασα εκεί, στη φωλιά  του λύκου, καλύτερα να προσέχω. Μάθημα πρώτο

εκείνη τη νύχτα,

η ανάσα του λύκου στο αφτί μου,  ήταν το ποίημα της αγάπης.

Έμεινα κολλημένη στο παλλόμενο σώμα του μέχρι την αυγή, για ποιο

λόγο, λοιπόν, δεν μπορεί ένα νεαρό κορίτσι να ερωτευτεί παράφορα ένα λύκο;

Έπειτα γλίστρησα αθόρυβα μέσα από το βαρύ σύμπλεγμα των ποδιών του

και πήγα να βρω ένα ζωντανό πουλί- ένα άσπρο περιστέρι-

που πέταξε, κατευθείαν, από τα χέρια μου στο ανοιχτό στόμα του λύκου.

Μια δαγκωματιά, νεκρό. Τι υπέροχο, πρωινό στο κρεβάτι, είπε,

γλύφοντας τα δόντια του. Μόλις τον πήρε ο ύπνος, αμέσως, σύρθηκα με προσοχή στο πίσω μέρος της φωλιάς, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος τοίχος σε χρώματα βυσσινί

και χρυσαφί, όλο φως από τη λάμψη των βιβλίων.

Λέξεις, υπήρχαν λέξεις αληθινά ζωντανές στη γλώσσα, στο μυαλό,

λέξεις με θέρμη, παλμό, πάθος, φτερά ; μουσική και αίμα.

Όμως τότε ήμουν μικρή- και μου πήρε δέκα χρόνια

στο δάσος για να πω ότι ένα μανιτάρι

κλείνει το στόμα ενός θαμμένου πτώματος, ότι τα πουλιά

αρθρώνουν τη σκέψη των δέντρων, ότι ένας λύκος που γερνά

τραγουδά ουρλιάζοντας το ίδιο παλιό τραγούδι στο φεγγάρι, χρόνο το χρόνο,

τη μια εποχή μετά την άλλη, με την ίδια ρίμα, για τον ίδιο λόγο. Ένα χτύπημα

με το τσεκούρι

σε μια ιτιά να δω πώς κλαίει. Ένα χτύπημα με το τσεκούρι σ’ ένα σολομό

να δω τι άλμα κάνει. Ένα χτύπημα με το τσεκούρι στο λύκο

καθώς κοιμόταν, μια τσεκουριά, από τους όρχεις μέχρι το λαιμό και είδα

να γυαλίζουν αγνά λευκά  τα κόκαλα της γιαγιάς μου.

Γέμισα πέτρες τη γέρικη κοιλιά του. Τον έραψα.

Βγήκα έξω από το δάσος, με τα λουλούδια μου, τραγουδώντας, ολομόναχη.


Carol Ann Duffy

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Δήμητρα

 Όπου έζησα -χειμώνας και άγρια γη

Kάθισα στο κρύο πέτρινο δωμάτιό μου

και διάλεξα δυνατές λέξεις, γρανίτη, πυρόλιθο,

για να σπάσω τον πάγο.


H ραγισμένη μου καρδιά-

-προσπάθησα να το αποτρέψω-

όμως  γλίστρησε, επίπεδη,

πάνω στην παγωμένη λίμνη.


Εκείνη ήρθε από πολύ πολύ μακριά,

αλλά την είδα τελικά να περπατά,

η κόρη μου, το κορίτσι μου,

πάνω στους αγρούς,

με πόδια γυμνά,

να φέρνει όλα τα λουλούδια της άνοιξης

στο σπίτι της μητέρας της.


Ορκίζομαι πως ο αέρας μαλάκωσε

και έγινε θερμός

με την κίνησή της,

ενώ ο γαλάζιος ουρανός χαμογελούσε, την ίδια ακριβώς στιγμή,

με το μικρό ντροπαλό στόμα ενός νέου φεγγαριού.


 Carol Ann Duffy 

Εκπαίδευση για τον ελεύθερο χρόνο


Σήμερα θα σκοτώσω κάτι. Ο,τιδήποτε.

Αρκετά αγνοήθηκα και σήμερα

θα το παίξω Θεός. Είναι μια συνηθισμένη μέρα,

μια απόχρωση του γκρι με βαρεμάρα ανακατώνονται στους δρόμους.

Λιώνω μια μύγα στο παράθυρο με τον αντίχειρά μου.

Το κάναμε αυτό στο σχολείο. Σαίξπηρ. Ήταν σε

μια άλλη γλώσσα και τώρα η μύγα είναι σε μια άλλη

γλώσσα.

Εκπνέω ταλέντο στο τζάμι για να γράψω τʼ όνομά μου.

Είμαι μία ιδιοφυία. Θα μπορούσα να γίνω στʼ αλήθεια ο,τιδήποτε,

έστω και με μισή ευκαιρία. Όμως σήμερα θα αλλάξω τον κόσμο.

Τον κόσμο του κάτι. Η γάτα με αποφεύγει. Η γάτα

ξέρει ότι είμαι μία ιδιοφυία, και κρύφτηκε.

Χύνω το χρυσόψαρο στον καμπινέ. Τραβάω καζανάκι.

Βλέπω ότι αυτό είναι καλό. Το παπαγαλάκι πανικοβάλλεται.

Κάθε δεκαπέντε μέρες, περπατώ δυο μίλια μέχρι την πόλη

για το επίδομα. Υπογράφω. Δεν εκτιμούν το αυτόγραφό μου.

Δεν έμεινε τίποτα να σκοτώσω. Τηλεφωνώ στο ράδιο

και λέω στον σπίκερ ότι μιλάει με έναν σούπερ-σταρ.

Μου το κλείνει. Παίρνω το κουζινομάχαιρο και βγαίνω.

Τα πεζοδρόμια αστράφτουν άξαφνα. Αγγίζω το χέρι σου.


Carol Ann Duffy

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Όρθιο Γυναικείο Γυμνό




Έξι ώρες στην ίδια στάση για λίγα φράγκα.

Κοιλιά θηλές οπίσθια στο φως του παραθύρου,

κι εκείνος στραγγίζει από πάνω μου το χρώμα. Λίγο πιο δεξιά,

Δεσποινίς. Προσπαθήστε να μείνετε ακίνητη.

Η αναπαράσταση μου θα γίνει με κάθε λεπτομέρεια και θα με κρεμάσουν

στα μεγάλα μουσεία. Οι μπουρζουάδες θα μουρμουρίζουν σκανδαλισμένοι

μπροστά στο είδωλο μιας πόρνης του ποταμού. Αυτό εκείνοι το ονομάζουν Τέχνη.



Ίσως να είναι κι έτσι. Τον απασχολεί ο όγκος, ο χώρος.

Εμένα το επόμενο γεύμα. Αδυνατίσατε,

Δεσποινίς, κι αυτό δεν είναι καλό. Το στήθος μου κρέμασε

ελαφρώς, το στούντιο είναι κρύο. Στα φύλλα του τσαγιού

μπορώ να διακρίνω τη Βασίλισσα της Αγγλίας να καρφώνει το βλέμμα της

στο σχήμα του κορμιού μου. Θεσπέσιο, ψιθυρίζει,

καθώς προχωρά. Αυτό με κάνει να γελώ. Το όνομά του



είναι Georges. Μου λένε είναι μεγαλοφυία.

Υπάρχουν στιγμές που δεν συγκεντρώνεται

και γίνεται σκληρός όταν λεω ότι κρυώνω.

Με κατέχει πάνω στον καμβά καθώς βυθίζει κάθε τόσο

το πινέλο του στο χρώμα. Αγοράκι μου,

τα δικά σου τα λεφτά δε φτάνουν για τις τέχνες που πουλώ.

Και οι δυο μας φτωχοί, τα βολεύουμε κάθε φορά όπως μπορούμε.

Τον ρωτώ Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί

πρέπει. Δεν έχω επιλογή. Μη μιλάτε.

Το χαμόγελό μου τον κάνει να τα χάνει. Αυτοί οι καλλιτέχνες

παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά. Τη νύχτα γεμίζω τα κενά μου

με κρασί και χορό τριγύρω στα μπαρ. Μόλις το έργο είναι τελειωμένο

μου το δείχνει με καμάρι, ανάβει τσιγάρο. Λεω

Δώδεκα φράγκα και πιάσε το σάλι μου. Αυτό το πράγμα δεν είμαι εγώ.


Carol Ann Duffy

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Μικρό Γυναικείο Κρανίο


Με κάποια έκπληξη, ισορροπώ το μικρό γυναικείο κρανίο μου
μέσα στα χέρια μου.
Με τι μοιάζει; με οκαρίνα; Φυσάω στο μάτι του.
Δε μπορεί να κλάψει, κρατάει την ανάσα μου μόνο για όσο εκπνέω,
κάπως ανήσυχη τώρα, μέσα στην τρύπα που ήταν κάποτε η μύτη,
κολλώ το αυτί μου στο πλατύ χαμόγελό του. Ένας στεναγμός που εξατμίζεται.
Για κάποια ώρα, κάθομαι στο καπάκι της τουαλέτας με το κεφάλι μου
μέσα στα χέρια μου, σοκαρισμένη. Το αισθάνομαι πολύ πιο ελαφρύ απ’ όσο
νόμιζα –
το βάρος μιας τράπουλας, μιας μικρής ποιητικής συλλογής,
αλλά και με κάτι άλλο, σα να μπορούσε να αιωρηθεί.
Αποκρουστικό.
Άρα γιατί φιλάω το φρύδι του, με τα ζεστά μου χείλη στο
αδύναμο οστό του
και το πηγαίνω στον καθρέφτη να ζητήσει ένα μουκάλι μύρα;
Το ξεπλένω κάτω απ’ τη βρύση, χαζεύω τη σκόνη να κυλά μακριά, όπως η άμμος
από ένα σκουφάκι κολύμβησης, μετά το στεγνώνω – νεογνό – απαλά
με μια πετσέτα. Βλέπω την ουλή στο σημείο που έπεσα μόνο και μόνο για έρωτα
από προδοτικά σκαλιά, και είναι σα να διαβάζω εκείνη την μέρα συντριβής
σε γραφή Braille.
Έρως, ψιθυρίζω στο κρανίο μου, και μετά, δυνατότερα, άλλες
μεγαλόπρεπες λέξεις,
φωνάζω τα κούφια ουσιαστικά μέσα σ’ ένα δωμάτιο με άσπρα πλακάκια.
Κάτω θα νομίζουν ότι έχασα το μυαλό μου. Όχι.
Απλώς κλαίω
μέσα σ’ αυτές εδώ τις δύο τρύπες, ή χασκογελάω
με το γελοίο της υπόθεσης, από δω
μια φίλη μου. Βλέπεις; κρατώ το πρόσωπό της σε τρεμάμενα,
παθιασμένα χέρια.

Carol Ann Duffy

Ποιητής για τους Καιρούς Μας


Γράφω, φίλε μου, τους τίτλους μιας Εφημερίδας Καθημερινής.
Είναι απλά ένα ταλέντο με τ’ οποίο γεννιέται κανείς.
Δεν χρειάζεται να είσαι κανένας εκπαιδευτικός,
μόνο βρόντηξε τις λέξεις σα να ουρλιάζουν Πανικός!
ΝΤΑΗΛΙΚΙ, ΡΟΥΣΦΕΤΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ! ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ
Γεια μας. Το θέμα είναι να τραβήξεις την προσοχή με μια μόνο φράση
τη στιγμή που προσπερνά των πελατών η ορδή με βιάση.
Έχω κάνει κάμποσα λάθη, ας το παραδεχτώ,
μα τα μπαλώνουν στο τυπογραφείο, σιγά, και τι μ’ αυτό.
ΜΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ΛΕΤΣΟΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΜΠΑΡΕΤΖΟΥ
ΣΕ ΓΚΑΛΑ ΤΗΛΕΠΕΡΣΟΝΑ ΜΕ ΦΩ-ΜΠΙΖΟΥ
Γουστάρω στην ιδέα ότι είμαι ενός είδους ποιητής
για τους καιρούς μας. Εγώ κερνάω. Δεν ξέρω αν με εννοείς;
Έχω ένα ιδιαίτερο ταλέντο και το εξασκώ
σε πιασάρικα χάι-κου για τον πρωθυπουργό.
ΑΠΟΧΕΡΑΙΤΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ: ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΒΟΥΝ ΦΩΤΙΕΣ
«ΤΙΤΑΝΙΚΟΣ» Η ΕΛΛΑΔΑ – ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Βέβαια, τη σήμερον ημέρα, δύσκολο να τρομοκρατήσεις
όπως πριν κάποια χρόνια που ήταν θρίλερ οι ειδήσεις.
Και τι δεν θα ‘δινα, αδελφέ μου, να πάρω εγώ τα πρωτεία
μ’ έναν τίτλο για του Τιτανικού την τραγωδία.
ΔΙΠΛΟΜΑΤΗΣ ΜΕ ΟΥΚΡΑΝΗ ΚΑΜΑΡΙΕΡΑ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ Ή ΚΑΡΙΕΡΑ;
Και, ναι, έχω ένα όνειρο – ε, εσύ! πιάσε άλλο ένα κρασί –
πως τα παιδιά θα ξέρουνε τους τίτλους μου φαρσί.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΟΡΟΪΔΙΑ ΜΕ ΔΟΣΗ ΚΑΙ ΧΡΕΟΣ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΣΕ ΓΙΩΤ ΟΡΓΙΩΝ: ΣΟΚ ΚΑΙ ΔΕΟΣ
Τα ποιήματα της δεκαετίας… ΜΙΕSENS! Φιλεleft Αυταπάτη!
Τέχνη, παιδί μου! Πιο καλή κι από το πιο γαμώ κρεβάτι.

Carol Ann Duffy

Ξένος



Φαντάσου να ζεις σε μια ξένη, σκοτεινή πόλη για είκοσι χρόνια.
Υπάρχουν κάποιες ζοφερές κατοικίες στις ανατολικές συνοικίες
και μια απ’ αυτές είναι η δική σου. Με το που προσγειώνεσαι, ακούς
την ξενική σου προφορά ν’ αντηχεί κατεβαίνοντας τα σκαλιά. Σκέφτεσαι
σε μια γλώσσα δική σου και μιλάς στη δική τους.
Έπειτα γράφεις στην πατρίδα. Η φωνή μέσα στο κεφάλι σου
υπαγορεύει το γράμμα σε μια τοπική διάλεκτο – πίσω απ’ αυτή
είναι ο ήχος των τραγουδιών της μητέρας σου,
τόσο καιρό πριν, και τώρα δεν ξέρεις
γιατί τα μάτια σου υγραίνονται και ποια είναι η λέξη για
αυτό.
Χρησιμοποιείς τις δημόσιες συγκοινωνίες. Κοιμάσαι. Δουλεύεις. Φαντάσου
ένα βράδυ
να βλέπεις ένα όνομα γραμμένο για σένα με κόκκινο σπρέι
πάνω σ’ έναν πέτρινο τοίχο. Ένα όνομα μίσους. Κόκκινο σαν το αίμα.
Χιονίζει στους δρόμους, κάτω απ’ τα φώτα νέον,
σαν να περνά αυτό το μέρος κομματιασμένο μπροστά απ’ τα μάτια σου.
Και στο ντελικατέσσεν, κάπου-κάπου, τα κέρματα
στην παλάμη σου απλά δεν μεταφράζονται. Άναρθρα,
γιατί αυτό δεν είναι το σπίτι σου, δείχνεις τα φρούτα. Φαντάσου
κάποιος σαν εσένα να λέει Εγκώ ντεν ξέρει τι ατοί άντρωποι εννοεί
ατοί σαν μόνο πάει κοιμηθεί και όνειρα δει. Φαντάσου το.

Carol Ann Duffy

Δήμητρα



Όπου έζησα -χειμώνας και άγρια γη
Kάθισα στο κρύο πέτρινο δωμάτιό μου
και διάλεξα δυνατές λέξεις, γρανίτη, πυρόλιθο,
για να σπάσω τον πάγο.

H ραγισμένη μου καρδιά-
-προσπάθησα να το αποτρέψω-
όμως  γλίστρησε, επίπεδη,
πάνω στην παγωμένη λίμνη.

Εκείνη ήρθε από πολύ πολύ μακριά,
αλλά την είδα τελικά να περπατά,
η κόρη μου, το κορίτσι μου,
πάνω στους αγρούς,
με πόδια γυμνά,
να φέρνει όλα τα λουλούδια της άνοιξης
στο σπίτι της μητέρας της.

Ορκίζομαι πως ο αέρας μαλάκωσε
και έγινε θερμός
με την κίνησή της,
ενώ ο γαλάζιος ουρανός χαμογελούσε, την ίδια ακριβώς στιγμή,
με το μικρό ντροπαλό στόμα ενός νέου φεγγαριού.

Carol Ann Duffy

Εκπαίδευση για τον ελεύθερο χρόνο


Σήμερα θα σκοτώσω κάτι. Ο,τιδήποτε.
Αρκετά αγνοήθηκα και σήμερα
θα το παίξω Θεός. Είναι μια συνηθισμένη μέρα,
μια απόχρωση του γκρι με βαρεμάρα ανακατώνονται στους δρόμους.
Λιώνω μια μύγα στο παράθυρο με τον αντίχειρά μου.
Το κάναμε αυτό στο σχολείο. Σαίξπηρ. Ήταν σε
μια άλλη γλώσσα και τώρα η μύγα είναι σε μια άλλη
γλώσσα.
Εκπνέω ταλέντο στο τζάμι για να γράψω τ’ όνομά μου.
Είμαι μία ιδιοφυία. Θα μπορούσα να γίνω στ’ αλήθεια ο,τιδήποτε,
έστω και με μισή ευκαιρία. Όμως σήμερα θα αλλάξω τον κόσμο.
Τον κόσμο του κάτι. Η γάτα με αποφεύγει. Η γάτα
ξέρει ότι είμαι μία ιδιοφυία, και κρύφτηκε.
Χύνω το χρυσόψαρο στον καμπινέ. Τραβάω καζανάκι.
Βλέπω ότι αυτό είναι καλό. Το παπαγαλάκι πανικοβάλλεται.
Κάθε δεκαπέντε μέρες, περπατώ δυο μίλια μέχρι την πόλη
για το επίδομα. Υπογράφω. Δεν εκτιμούν το αυτόγραφό μου.
Δεν έμεινε τίποτα να σκοτώσω. Τηλεφωνώ στο ράδιο
και λέω στον σπίκερ ότι μιλάει με έναν σούπερ-σταρ.
Μου το κλείνει. Παίρνω το κουζινομάχαιρο και βγαίνω.
Τα πεζοδρόμια αστράφτουν άξαφνα. Αγγίζω το χέρι σου.

Carol Ann Duffy