Τρίτη 13 Ιουνίου 2023

Ακόμα Ανατέλλω


Μπορείτε να με γράψετε στην ιστορία

Με τα πικρά, στρεβλά σας ψέματα

Μπορείτε να με σύρετε στην ίδια τη βρωμιά

Αλλά ακόμα, σαν τη σκόνη, θ’ ανεβαίνω ψηλά.


Σας αναστατώνει η ευφορία μου;

Γιατί με περιβάλλετε με σκοτάδι;

Μήπως γιατί περπατώ σαν να κατέχω πετρελαιοπηγές

Που ξεχειλίζουν απ’ το σαλόνι μου;


Ακριβώς όπως τα φεγγάρια και όπως οι ήλιοι

Mε τη βεβαιότητα της παλίρροιας

Ακριβώς όπως οι ελπίδες που πηγάζουν από ψηλά

Ακόμα θ’ ανατέλλω.


Θέλατε να με δείτε να σπάω;

Καλυμμένο κεφάλι και χαμηλωμένα μάτια;

Ώμους που πέφτουν κάτω σαν δάκρυα

Aδύναμη από τις οργισμένες μου κραυγές;


Μήπως το αγέρωχό μου ανάστημα σας προσβάλλει;

Δεν σας έρχεται πολύ δύσκολο

Που γελώ σαν να έχω ορυχεία χρυσού

Σκάβοντας στην πίσω αυλή μου;


Μπορείτε να με πυροβολήσετε με τις λέξεις σας

Μπορείτε να με σφάξετε με τη ματιά σας

Μπορείτε να με δολοφονήσετε με το μίσος σας

Αλλά ακόμα, σαν αέρας, θα ανεβαίνω ψηλά.


Μήπως η σεξουαλικότητά μου σας ενοχλεί;

Εκπλήσσεστε

Που χορεύω σαν να φορώ διαμάντια

Tη στιγμή που σμίγουν οι μηροί μου;


Πέρα από τις καλύβες της ντροπής της ιστορίας

Ανατέλλω

Πάνω από ένα παρελθόν που ρίζωσε στον πόνο

Ανατέλλω

Είμαι ένας μαύρος ωκεανός, κυματιστός και ανοιχτός

Εκπνέοντας γιγαντώνομαι κι αντέχω στην παλίρροια


Aφήνοντας πίσω νύχτες φόβου και τρόμου

Ανατέλλω

Σε ένα ηλιοβασίλεμα που είναι θαυμαστά ξάστερο

Ανατέλλω

Κουβαλώντας τα χαρίσματα που οι πρόγονοι μού κληροδότησαν

Είμαι το όνειρο και η ελπίδα του σκλάβου.

Ανατέλλω

Ανατέλλω

Ανατέλλω


Maya Angelou

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

Το βιβλίο των πραγμάτων


Στο βιβλίο των πραγμάτων δεν υπάρχουν σύνορα,

Δεν υπάρχουν όρια που να περιορίζουν το ανήσυχο μυαλό μας.

Είμαστε πολίτες ενός ανοιχτού κόσμου,

όπου οι ιδέες ρέουν σαν ποτάμια, χωρίς περιορισμούς.


Η πένα γίνεται το όπλο μας,

οι λέξεις τα πυρομαχικά μας σε αυτή τη μάχη,

ενάντια στην καταπίεση, την άγνοια και την απάτη,

Ανεβαίνουμε ως ποιητές, φωτεινοί φάροι του φωτός.


Στα βάθη των στίχων μας, αμφισβητούμε τους κανόνες,

Αποκαλύπτοντας τις αλήθειες που άλλοι δεν τολμούν να πουν,

Εκθέτουμε τα συστήματα που διαιρούν και καταπιέζουν,

Και προσφέρουμε φωνή στους αποσιωπημένους και τους πράους.


Μέσα από μεταφορές και σύμβολα, αποκαλύπτουμε τα ψέματα,

που καλύπτουν τα πρόσωπα της εξουσίας με απάτη,

Μιλάμε για δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία,

Με κάθε συλλαβή, η αποστολή μας ολοκληρώνεται.


Τα ποιήματά μας είναι επαναστάσεις, λερωμένες με μελάνι από ελπίδα,

Ζωγραφίζουμε τον καμβά της αλλαγής με ζωντανές λέξεις,

Σπάζοντας τις αλυσίδες της σιωπής και της αδιαφορίας,

Αφυπνίζουμε τα μυαλά, σαν το τραγούδι των ελεύθερων πουλιών.


Στεκόμαστε ενωμένοι, ποιητές του κόσμου,

Δεμένοι με τη γλώσσα της συμπόνιας και της αλήθειας,

Οι λέξεις μας πλέκονται σαν ένα ταπισερί ονείρων,

Δημιουργώντας ένα μέλλον όπου η δικαιοσύνη θα βρει τη νιότη της.


Ας γράψουμε, λοιπόν, με στυλό σαν σπαθί μας,

Και ας αφήσουμε τις φωνές μας να αντηχήσουν μέσα στη νύχτα,

Γιατί στο βιβλίο των πραγμάτων, τα ποιήματά μας θα διαρκέσουν,

μια απόδειξη της δύναμης του κοινού μας αγώνα.


Alen Steger

Η κοκκινοσκουφίτσα


Στο τέρμα της παιδικής ηλικίας, τα σπίτια χάνονται σιγά – σιγά

στη θέση τους αλάνες, το εργοστάσιο, περιβόλια

που τα συντηρούν υποταγμένοι σύζυγοι, σαν ερωμένες,

η σιωπηλή γραμμή του τρένου, το τροχόσπιτο του ερημίτη,

μέχρι που φτάνεις επιτέλους στην άκρη του δάσους.

Εκεί αντίκρισα πρώτη φορά το λύκο.

Στεκόταν σ’ ένα ξέφωτο, διάβαζε τα ποιήματά του φωναχτά

με τη μακρόσυρτη φωνή του σαν ουρλιαχτό, ένα χαρτόδετο βιβλίο στο τριχωτό του

χέρι,

στα γένια του κηλίδες κόκκινου κρασιού. Τι μεγάλα αφτιά!

Τι μεγάλα μάτια που είχε! Τι δόντια!

Σε ένα διάλειμμα, είμαι απόλυτα σίγουρη, με πρόσεξε,

μικρή, χαριτωμένη κι άβγαλτη, και με κέρασε ένα ποτό,

το πρώτο μου ποτό. Ίσως να με ρωτήσετε γιατί. Να γιατί. Ποίηση.

Ο λύκος, το ήξερα, θα με οδηγούσε βαθιά μέσα στο δάσος,

μακριά από το σπίτι μου, σ’ ένα περίπλοκο μέρος όλο αγκάθια

όπου φέγγουν εκεί μόνο τα μάτια της κουκουβάγιας. Σύρθηκα στο κατόπι του,

οι κάλτσες μου έγιναν κομμάτια, κόκκινα ξεφτίδια από το σακάκι μου

σκάλωσαν σε κλωνάρια και κλαδιά, ίχνη φόνου. Έχασα και τα δυο μου παπούτσια

αλλά έφτασα εκεί, στη φωλιά  του λύκου, καλύτερα να προσέχω. Μάθημα πρώτο

εκείνη τη νύχτα,

η ανάσα του λύκου στο αφτί μου,  ήταν το ποίημα της αγάπης.

Έμεινα κολλημένη στο παλλόμενο σώμα του μέχρι την αυγή, για ποιο

λόγο, λοιπόν, δεν μπορεί ένα νεαρό κορίτσι να ερωτευτεί παράφορα ένα λύκο;

Έπειτα γλίστρησα αθόρυβα μέσα από το βαρύ σύμπλεγμα των ποδιών του

και πήγα να βρω ένα ζωντανό πουλί- ένα άσπρο περιστέρι-

που πέταξε, κατευθείαν, από τα χέρια μου στο ανοιχτό στόμα του λύκου.

Μια δαγκωματιά, νεκρό. Τι υπέροχο, πρωινό στο κρεβάτι, είπε,

γλύφοντας τα δόντια του. Μόλις τον πήρε ο ύπνος, αμέσως, σύρθηκα με προσοχή στο πίσω μέρος της φωλιάς, όπου υπήρχε ένας ολόκληρος τοίχος σε χρώματα βυσσινί

και χρυσαφί, όλο φως από τη λάμψη των βιβλίων.

Λέξεις, υπήρχαν λέξεις αληθινά ζωντανές στη γλώσσα, στο μυαλό,

λέξεις με θέρμη, παλμό, πάθος, φτερά ; μουσική και αίμα.

Όμως τότε ήμουν μικρή- και μου πήρε δέκα χρόνια

στο δάσος για να πω ότι ένα μανιτάρι

κλείνει το στόμα ενός θαμμένου πτώματος, ότι τα πουλιά

αρθρώνουν τη σκέψη των δέντρων, ότι ένας λύκος που γερνά

τραγουδά ουρλιάζοντας το ίδιο παλιό τραγούδι στο φεγγάρι, χρόνο το χρόνο,

τη μια εποχή μετά την άλλη, με την ίδια ρίμα, για τον ίδιο λόγο. Ένα χτύπημα

με το τσεκούρι

σε μια ιτιά να δω πώς κλαίει. Ένα χτύπημα με το τσεκούρι σ’ ένα σολομό

να δω τι άλμα κάνει. Ένα χτύπημα με το τσεκούρι στο λύκο

καθώς κοιμόταν, μια τσεκουριά, από τους όρχεις μέχρι το λαιμό και είδα

να γυαλίζουν αγνά λευκά  τα κόκαλα της γιαγιάς μου.

Γέμισα πέτρες τη γέρικη κοιλιά του. Τον έραψα.

Βγήκα έξω από το δάσος, με τα λουλούδια μου, τραγουδώντας, ολομόναχη.


Carol Ann Duffy

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2023

Η ζωή μας μία φορά μας δίνεται

(απόσπασμα)


Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι, φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…


Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας…

Ό­μως τ’ αφήσαμε γι’ αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.


Ήρθανε να την πάρου­νε, και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο… Πήγαμε στην κηδεία της και κει άκουσα τον παπά να λέει. «Χους εί και εις χουν απελεύσει», και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέ­δες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…

Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα πράγματα που πάραξε ο άνθρωπος έχουν μιαν αλαφράδα, μια οικειότητα, στοργή και αγάπη για τη ζωή, άλλο πράμα.


Χρόνης Μίσσιος 

Ηχώ και Νάρκισσος

(απόσπασμα)


-Είμαι πολύ λυπημένος

-Λυπημένος

-Θέλω να βρω κάτι που να τ' αγαπάω

-Εγώ το βρήκα. Σ’ αγαπάω.

-Κανείς δεν νιώθει μέσα μου τι νιώθω.

-Εγώ σε νιώθω.

-Ό,τι αγάπησα ως τώρα το παράτησα. Το πιστεύεις; Κράτησε τόσο λίγο.Τόσο λίγο!

-Τόσο λίγο.

-Έχω ένα μικρό δαίμονα μέσα μου που τα γκρεμίζει όλα, σε μια στιγμή. Ό,τι αγαπάω φτερουγίζει και φεύγει. Ό,τι αγγίζω χάνεται. Γι αυτό τραγουδάω τη νύχτα…

-Σ΄ άκουσα τη νύχτα.

-…θλιμμένα.



1954

Νότης Περγιάλης 

Προσευχή

 Πρίγκιπα, χρειάζομαι χρήματα, κι άλλα χρήματα

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει αδίσταχτα χρειάζομαι χρήματα

Για να σε κερδίσω δε θα φτάναν όλα τα τραγούδια της γης

Χρειάζομαι πολλά, πάρα πολλά μπορώ να σου πω

Αυτά τ’ ανθοκήπια, κι αυτές οι πισίνες, κι αυτά τα υδρόβια

Μες στα δωμάτια που μας προσμένουν χρειάζονται χρήματα

Χρειάζομαι τόσα λεφτά για τσιμέντο και χάλυβα κι όλη τη θάλασσα

Χρειάζομαι φως από πικρό αμμοχάλικα, α, Πρίγκιπα

Κι είμαστε τόσο, μα τόσο φτωχοί

Χρειάζομαι χρήματα να γεννηθώ σαν και εσένα απαράλλαχτος

Το ήρεμο γαλάζιο τοπίο στα μάτια σου χρειάζεται χρήματα

Τα μισάνοιχτα χείλη σου και το άσκεφτο ανάβλυσμα

Η ανώφελη άγνοια χρειάζεται χρήματα

Να παγιωθεί

Άρχοντα, δε νιώθω πια τίποτε ούτε για σένα

Το παιχνίδι μας δεν αλλάζει τα καθορισμένα βήματα

Χρειάζομαι χρήματα για να μεταμορφώσω ένα χερσότοπο

Σε πανδαιμόνιο μουσικής

Το παλιό σου κρασί

Το παλιό σου κρασί είναι βέβαια καλύτερο, Άρχοντα

Σπιθίζει τόσο όμορφα στα παθιασμένα σου χείλη

σιροπάτο από το άρωμα της οξιάς και της πεύκης

πιο ευγενές από το αθώο όλο μάλαμα χρώμα του

σωστό βάλσαμο για τις άδολες υπάρξεις

Αυτά σκεφτόμουνα, Άρχοντα, καθώς μαδούσα ένα τριαντάφυλλο

Περίλυπος μες στο τρεμουλιαστό σου φως και μονάχος

Σέρνοντας πόδια γυμνά στην ξεπλυμένη έρημο

Αυτά σκέφτομαι ξανά και ξανά στο ιδεόγραμμα

Μιας πόλης που χάνεται σιγά μες στη μνήμη μου

Καθάριο γυαλί χιλιάδων ωρών η μορφή σου

Γιατί τα δάκρυα δεν ωφελούνε σε τίποτε, Πρίγκιπα

Φώτα και στάχτη, ρόδο κι αγκάθια, σώμα και θρύψαλα

Γι' αυτό με τα χρόνια χάνω, σιγά κάθε νόημα

Αν όλα’αυτά γίνουν ξάφνου μια πένθιμη λάμψη


Ωδές στον Πρίγκιπα, εκδόσεις Ύψιλον, 1991

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Απολαύσεις


Το πρώτο βλέμμα απ’ το παράθυρο το πρωί

Το παλιό βιβλίο που ξαναβρέθηκε

Συνεπαρμένα πρόσωπα

Χιόνι, η αλλαγή των εποχών

Η εφημερίδα

Ο σκύλος

Η διαλεκτική

Να κάνεις ντουζ, να κολυμπάς

Παλιά μουσική

Άνετα παπούτσια

Να αντιλαμβάνεσαι

Καινούργια μουσική

Να γράφεις, να φυτεύεις

Να ταξιδεύεις

Να τραγουδάς

Να είσαι φιλικός


1954

Μετάφραση: Μαρίνα Αγαθαγγελίδου

Bertolt Brecht