Τη νύχτα
Που κυλάνε στους ώμους
Λυμένοι σπασμοί
Σε ήθελα
Να χαϊδέψεις
Με βλέφαρα γυμνά
Το κορμί μου
Σκοτεινός και βουβός
Να σαρώνεις τον άνεμο
Και να ’ρχεσαι
Βαρύς σα σιωπή
Κι απλά
Θα σε δεχτώ
Ελένη Βακαλό
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι σκύλοι μ'άσπρα λουλούδια στο κεφάλι περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Τη νύχτα
Που κυλάνε στους ώμους
Λυμένοι σπασμοί
Σε ήθελα
Να χαϊδέψεις
Με βλέφαρα γυμνά
Το κορμί μου
Σκοτεινός και βουβός
Να σαρώνεις τον άνεμο
Και να ’ρχεσαι
Βαρύς σα σιωπή
Κι απλά
Θα σε δεχτώ
Ελένη Βακαλό
Όταν σου ζήτησα νερό
δεν δίψαγα·
η πεθυμιά μου ήταν
της προσφοράς την προθυμία
ν’ απολαύσω.
Αργύρης Χιόνης
Σε άδεια κάμαρη ανήλιαγη και κρύα,
εγώ πεθαίνω με βαθιά πληγή στα στήθια –
ποτέ κανένας δεν με θέλησε κοντά του,
ποτέ κανένας δεν μ’ αγάπησε στ’ αλήθεια.
Είν’ η ψυχή μου από χρόνια διψασμένη,
-ζητάει κρασί για να το πιει και να μεθύσει-,
ψυχή ανάλαφρη, ολοφώτεινη, καθάρια,
που τους εχθρούς της καταφέρνει ν’ αγαπήσει.
Και θέλω απλόχερα τριγύρω να σκορπίσω
αυτό που μέσα μου ριγεί και τραγουδάει,
σαν πολυέλαιος σε γιορτή να κουδουνίσω,
σαν πολυέλαιος που κρέμεται στα χάη.
Γιατί της νιότης η φωτιά με στροβιλίζει
κορυδαλλός είν’ η ψυχή μου και σκιρτάει,
τρέμει η καρδιά μου και ψηλά μ’ ανασηκώνει –
μ’ ένα φτερούγισμα στον ουρανό με πάει.
Elissaveta Bagryana
Βλέπεις τον άνθρωπο
βαδίζει πλάι σου, δουλεύει και μιλά
ντυμένος άψογα, διαβάζει, ταξιδεύει-
ωστόσο παραμένει αδιαπέραστος
και άγνωστος.
Ποιο όργανο θ' ακροαζόταν την ψυχή του;
Και ποιο μηχάνημα θα εισχωρούσε
μες στων ονείρων του τον ουρανό;
Πώς θα επισημανθούν οι μετεωρίτες της σκέψης του
και πώς θα τους συλλάβεις;
Πώς θα μπορέσεις να υπολογίσεις
της ελπίδας το ξύπνημα,
του πάθους τ' ολοστρόγγυλο φεγγάρι,
την έκλειψη της θλίψης,
το βάθος της απάτης;
Πώς θα μετρήσεις
την καταστροφική πλημμύρα της απόγνωσης
που την ακτή θα καταστρέψει
που θα συντρίψει
τα τηλεγραφικά τα σύρματα των νεύρων,
και μες στο αίμα της θα πνίξει
ετούτη τη φτωχή καρδιά
του ανθρώπου;
(μετ. Ρίτα Μπούμη-Παπά)
Elisaveta Bagryana
Θα προσποιούµαστε
ότι κοιταζόµαστε
ενώ παράλληλα
θα κηδευόµαστε
σε διπλανούς τάφους.
Κι όταν το σκοτάδι
θα πέσει
µόνοι θα µείνουµε.
Θα σηκωθούµε
και θα χορεύουµε
και θα φιλιόµαστε.
Και έπειτα…
έτσι για πλάκα
θα αλλάξουµε τάφους.
Γιώργος Κοκκινίδης
Φέτο δε θά ‘ρθει η άνοιξη, δε θ’ αφήσουμε
τους κούκους να τιτιβίσουν τα τραγούδια
των στασιαστών, τις μυγδαλιές να τους μυρώσουν,
όχι, τον ήλιο δε θα τον αφήσουμε
να ξεκαλοκαιριάσει, και τα τζιτζίκια
να τσιρίζουν ζει ζει ζει.
Ετούτος ο Νοέμβρης θα μείνει καρφωμένος
μέσα στο χρόνο, με τις ατέλειωτες του νύχτες,
με το βοριά στα στηλωμένα μάτια μας,
με τους τριγμούς κλαριών ή πατημάτων,
κρωγμούς ή συνθηματικές κραυγές συνωμοτών.
Δεν ξεγελιόμαστε απ’ τα τεχνάσματα σας.
Κάποιος ρίχνει κόκκινο χρώμα στα ποτάμια —
δεν έρευσε από φλέβες τόσο κόκκινο.
Κάποιος βάφει πορφυρένια τη θάλασσα
και τα σύννεφα στάζουν αίματα, αίματα,
πλημμυρίζουν οι δρόμοι.
Λεία Χατζοπούλου-Καραβία
0 ύπνος ιερή συνήθεια
είτε ελαφρύς
εμβρυακός
είτε πολλά βαρύς
με χάπια παπαρούνας
άλλοτε πέφτεις για ύπνο
και πέφτεις και πέφτεις
όλο βαθύτερα
βυθίζεσαι στο κατακάθι
με τα τετράδια σου
άγραφα τριαντάφυλλα
να έχουν ήδη βουλιάξει
το χέρι μόνο που κρατάει το μολύβι
έχει μείνει απ’ έξω
τελευταίο σινιάλο
άλλοτε πλέεις στο καϊμάκι
φτερά από παιδικά φαντάσματα
τότε που ζεστός
τρελός ποιητής ξυπνούσες
κι έγραφες στίχους
στη γαλάζια πιτζάμα σου
Μαρία Λάτσαρη