Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

Γυναίκες σαν και μένα


Γυναίκες σαν και μένα δωρίζουν όνειρα,

ακόμα κι αν θα τα στερηθούν οι ίδιες.

Γυναίκες σαν και μένα δίνουν την ψυχή τους,

γιατί η ψυχή είναι σαν μια σταγόνα νερό στην έρημο.

Γυναίκες σαν και μένα απλώνουν το χέρι

και σε βοηθούν να σηκωθείς, ριψοκινδυνεύοντας

να γκρεμιστούν κι αυτές με τη σειρά τους.

Γυναίκες σαν και μένα κοιτάζουν μπροστά,

έστω κι αν η καρδιά μένει πάντα κάποια βήματα πίσω.

Γυναίκες σαν και μένα

αναζητούν ένα νόημα στο να υπάρχουν και,

όταν το βρουν,

θα προσπαθήσουν να το διδάξουν

σε όποιον απλώς επιβιώνει.

Γυναίκες σαν και μένα, όταν αγαπούν,

αγαπούν για πάντα…

και όταν πάψουν ν’ αγαπούν είναι μόνο επειδή

σκλήθρες της ύπαρξης κείτονται

ανυπεράσπιστες στα χέρια της ζωής.

Γυναίκες σαν και μένα κυνηγούν ένα όνειρο…

το όνειρο ν’ αγαπηθούν γι’ αυτό που είναι

και όχι γι’ αυτό που οι άλλοι θα ’θελαν να είναι.

Γυναίκες σαν και μένα γυρνούν τον κόσμο

αναζητώντας εκείνες τις αξίες, που τώρα πια,

έχουν παραπέσει στης ψυχής την απολησμονιά.

Γυναίκες σαν και μένα θα ’θελαν ν’ αλλάξουν,

όμως αυτό θα σήμαινε να ξαναγεννηθούν.

Γυναίκες σαν και μένα φωνάζουν σιωπηλά,

για να μην μπερδεύεται η φωνή τους με τα δάκρυα.

Γυναίκες σαν και μένα είναι εκείνες που εσύ

καταφέρνεις πάντα να τους τσακίζεις την καρδιά,

γιατί ξέρεις ότι θα σ’ αφήσουν να φύγεις,

δίχως ερωτήσεις.

Γυναίκες σαν και μένα αγαπούν βαθιά, ξέροντας πως,

ως αντάλλαγμα, δεν θα πάρουν παρά μόνο ψίχουλα.

Γυναίκες σαν και μένα τρέφονται απ’ το ελάχιστο

και πάνω σ’ αυτό,

δυστυχώς, θεμελιώνουν την ύπαρξή τους.

Γυναίκες σαν και μένα περνούν απαρατήρητες,

όμως είναι οι μόνες που αληθινά θα σ’ αγαπήσουν.

Γυναίκες σαν και μένα είν’ εκείνες που,

στο φθινόπωρο της ζωής σου

θα λυπηθείς για όλα όσα θα μπορούσαν να σου δώσουν

και που εσύ δεν θέλησες…

.

μτφ.:: Ευαγγελία Πολύμου

(1931-2009)

Alda Merini 

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

πένθος

 


πενθώ

για κείνους που πεθαίνουν σε τέσσερις τοίχους

για κείνους που ξεχάσανε

κι εκείνους που συμβιβαστήκαν

πενθώ

για τα παιδιά που εξαργυρώνουν το ρούχο της νιότης

για τους βασανιστές και τους ηγεμόνες

όσους καταδιώκουν τη δική τους ελπίδα

πενθώ

για τις γυναίκες που δίνουν μόνον ηδονή

μέσα στη νύχτα που μακραίνει

χωρίς να θαμποφέγγει χάραμα

πενθώ ακόμα

για την ανώφελη θυσία των επιγόνων της φωτιάς

για τις θλιμμένες μέρες των δειλών

το θανάσιμο τίμημα της ήρεμης ζωής


Τόλης Νικηφόρου

Ρωμαϊκή Νύχτα


Για που το έβαλες νυχτιάτικα στη Ρώμη,

Σε δρόμους, όπου με τρόλεϊ και τραμ ο κόσμος

Επιστρέφει; Βιαστικός, ανυπόμονος

Λες και σε περιμένει εξοντωτική εργασία,

Απʼ την οποία οι άλλοι τυχαίνει και γυρίζουν;

Είναι ακριβώς το απόδειπνο, όταν ο αέρας

Μυρίζει ζεστή οικογενειακή απελπισία,

Που ξεχειλίζει σε χίλιες κατσαρόλες, σε μεγάλους

Ηλεκτροδοτημένους δρόμους, και σε άλλους

Όπου πιο ευδιάκριτα λάμπουν τα αστέρια.

Στο μικροαστικό προάστιο, βασιλεύει η γαλήνη

Που ικανοποιεί ενδόμυχα τον καθένα,

Και τον παραδίδει στην ελεεινή ευτυχία

Που εύχεται να τον καλύπτει όλες τις νύχτες

Της ύπαρξής του. Αχ! αν είσαι διαφορετικός

-μέσα σε έναν επίσης ένοχο κόσμο-σημαίνει

Πως δεν είσαι αθώος…Τράβα, κατέβα, γλίστρησε

Στο σκοτεινό στρόβιλο που βγάζει Τραστέβερε:

Ιδού, ακίνητη και αναστατωμένη, λες και βγήκε

Από τη λάσπη άλλων αιώνων-έτοιμη να παραδοθεί

Σε όποιον μπορεί να απολαύσει άλλη μια μέρα,

Που την ξέκλεψε από τον θάνατο και την οδύνη-

Έχεις στα πόδια σου μπροστά όλη τη Ρώμη…


Κατεβαίνω από το Πόντε Γκαριμπάλντι,

Χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα την κουπαστή

Τη φθαρμένη επιφάνεια της πέτρας, σκληρή

Μες τη ζεστή αποφορά που τρυφερά η νύχτα

Αντανακλάει προς τα ψηλά πλατάνια. Διαφάνειες

Μιας μισοσβησμένης σεκάνς, στην απέναντι όχθη,

Γεμίζουν τον ξασπρουλιάρη ουρανό, μελανά

Και τετράγωνα τα ρετιρέ των πολυκατοικιών.

Κοιτάζω, βαδίζοντας πάνω στο γυαλιστερό

Σαν κόκαλο πλακόστρωτο, θα έλεγα οσφραίνομαι

Πεζός και μεθυσμένος-διάτρητος από γερασμένα

Αστέρια και μουσικά παράθυρα-

Τη μεγάλη, οικεία συνοικία:

Το μαύρο, υγρό Καλοκαίρι την επιχρυσώνει,

Με τις αναθυμιάσεις που φέρνει ο αέρας

Από τους λόφους του Λάτσιο, καλύπτοντας

Με χρυσόσκονη σιδηροτροχιές και προσόψεις.


Και πως ευωδιάζει, μέσα στην αποπνικτική

Ζέστη που γίνεται χώρος κι αυτή, διάστημα,

Αυτό το διάζωμα: από το Πόντε Σουμπλίσιο

Ως το Τζανίκολο, η βρώμα ανακατεύεται με την έκσταση

Της ζωής που δεν είναι ζωή. Μιαρά σημάδια

Που άφησαν μεθύστακες των γεφυριών,

Αρχαίες πουτάνες, ορδές ανυπότακτων νεολαίων:

Μιάσματα ανθρωπιάς, ανθρωπινώς μεταδιδόμενα,

Παραμένουν εκεί να μαρτυρούν, βιαίως και σιωπηλώς,

Αυτούς τους ανθρώπους τα χαμηλά τους κι αθώα

Ένστικτα, τους μίζερους απώτερους σκοπούς τους.


Pier Paolo Pasolini

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Πέντε ποιήματα για την Κρις


Ι

Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.

ΙΙ

Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.

ΙΙΙ

Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.

ΙV

(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.

V

Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι στην απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.

Julio Cortázar

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Του έρωτα


1

Με κούρσεψαν τα χρώματα

Ο ιδρώτας στη μασχάλη σου είναι μπλε

Λιθρίνι μες στον κόλπο σου πως σπαρταράω

Για το κίτρινο

Ω η έκρηξη στο τυρκουάζ στο χρυσαφί

Όταν σου λύνω την ταινία τ’ ουρανού

Και τρέμω για το άσπρο που ενεδρεύει…

 

2

Ω πόσο, πόσο ήσουν ωραία

Που σπαρταρούσες

Ζαρκάδια που τα βίτσιζε ο πόθος μας

Χοροπηδούσαν τα φιλιά μου στις μασχάλες σου

Καλπάζανε που σπαρταρούσες.


3

Το κορμί σου εύξεινος λόγος του νερού

Κι η γλώσσα μου καρίνα

Να μελετά τα ρεύματα

Να μιλάει με υφάλους.

Το κορμί σου Όργανο του αγέρα

Κιθάρα του Θεού

Οι χορδές μου λιώνουνε τα δάχτυλα

Μα κρούω, κρούω και μου μιλά

Ότι εντός του κάτι αθανατίζεται.


4

Ήσουν η έξαψη του ακόντιου

Το ρίγος του σαν ήτανε να τιναχτεί

Η λάμψη του μες στον αγέρα ήσουν

Καρφωμένη τώρα μέσα μου

Ως τρέμει το καρυόφυλλο

Συνέχεια τρέμεις

Κι εγώ στη μέθην όλος.


5

Εγώ είμαι της θύελλας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είμαι της λαίλαπας

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ

Είναι που εντός μου είσαι η δίνη

Είναι που έσπασες τον άξονα

Που κράταγε την τάξη

Κι όλα γίναν ιαχές

Νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα

Γι’ αυτό σ’ αγαπώ….


8

Ω αρπίστρια του νου μου

Στις φλέβες μου άπιαστη σαϊτα

Σαν με κοιτάζεις.


9

Τι βουητό βυθού

Τι έλξη στο λαβύρινθό μου

Τ’ όνομά σου.

   

10

Στο κούφιο χώμα μου

Τ’ άγιο τ’ απάτητο

Τ’ αχνάρι που άφησες, η λάρνακά μου.

 

11

Λες τον έρωτα δεσμώτη

Λέω τον έρωτα λυόμενο

Ο ένας καταπάνω του αλλουνού

Για τράκο κίνησαν οι δυο κουρσάροι.

 

12

Άμοιρη δεν το ‘ξερες

Που ήμουνα γυάλινος

Πως θα γινόμουν θρύψαλα

Πριν καν με αγγίσεις.

 

Έκτωρ Κακναβάτος


 

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα



Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

έλα τώρα που σε θέλω, σε θέλω πολύ

δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα στη γη,

μονάχα εσύ

το δικό σου το κορμί

αγόρι μου μη μιλάς

αλλά γδύσου αν μ’ αγαπάς


Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Στο δωμάτιο 457

με τα φώτα αναμμένα, τα μάτια ανοικτά


Ζόμπι,

εκτοπλάσματα – άνθρωποι

ζόμπι, ζόμπι

οι νεκροί μου συγκάτοικοι

που μ’ έχουν κτίσει

σε μια πόλη απάνθρωπη, σκοτεινή

ζόμπι, ζόμπι

που τη ζωή μας ορίζουνε

που μας κυκλώνουν και που σχεδόν μας αγγίζουνε

στη χώρα των ζόμπι

κάνε κάτι να μείνουμε ζωντανοί

ζωντανοί


Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα

έλα τώρα που σε θέλω, σε θέλω πολύ

δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μένα στη γη,

μονάχα εσύ

το δικό σου το κορμί

αγόρι μου μη μιλάς

αλλά γδύσου αν μ’ αγαπάς


Μαριανίνα Κριεζή

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Ευχή


Άλλοι φεύγουν γλιστρώντας απ’ το κατάστρωμα ενός καραβιού

κι άλλοι με τα μάτια στο ταβάνι ένα ξημέρωμα μόνοι,

άλλοι την ώρα του ύπνου κι άλλοι με μια σφαίρα στο στήθος.


Όλοι γνωρίζουν πού πηγαίνουν μα όχι γιατί

δεν αναχωρήσαν νωρίτερα ή δεν στάθηκαν λίγο παραπάνω

να σκαλίζουν με το τακούνι τους τα ξερά φύλλα

ή να σχεδιάζουν αδέξιους χάρτες μ’ ένα μολύβι

σε κιτρινισμένο τετράδιο. Και τι παίρνουν μαζί τους;


Σίγουρα αυτό το σώμα που δεν θέλει να κοιτάζει κανείς

κι όλα του τα υπάρχοντα: παλιές ανάσες, ελπίδες,

δείγματα της φθοράς, δέρμα και δόντια.


Όσοι έμειναν πίσω φαντάζονται το δικό τους σενάριο

που έχει κύματα λύπης κι έναν μακρύ αποχαιρετισμό

ίσως κι έναν μισοτελειωμένο καμβά που θα ολοκληρώσει

κάποιος άλλος που ενδέχεται να κάτσει στο ίδιο παράθυρο.


Όλοι πάντως μένουν μόνοι: σε μια φωτισμένη παγόδα

ή σ’ ένα κρεβάτι που τυλίγουν οι φλόγες

κ’ ύστερα γίνεται βάρκα σ’ αμίλητα σκοτεινά νερά.


Είθε αυτή η μοναξιά να διαρκέσει μόνο για λίγο.


Δημήτρης Ελευθεράκης