Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

23 Κόκκινα φώτα

23 κόκκινα φῶτα οἱ βραδινοὶ στόχοι μου,
στόχοι τοῦ νοῦ καὶ στόχοι τοῦ ὅπλου.
Χαϊδεύω τὸ σκύλο, ρίχνω μία πέτρα, γεμίζω τὸ ὅπλο.
Σημαδεύω τὸ φεγγάρι, πέφτει τὸ φεγγάρι
καὶ τότε λέω τό ῾ριξα ῾γώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.

Γύρω γύρω ὅλοι, δεμένοι μὲ σοῦστες,
φεύγουν ταξίδια, πᾶνε γιὰ μπάνιο
κι ἐγὼ στὴ μέση στημένος
ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες,
στὴ μέση ἀρχηγός, ἐγώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.
Μὲ μάτια ποὺ καῖνε ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες.

Ὁ ἥλιος βαράει κι ἡ ὥρα δὲν περνάει,
κι ἐγώ, στὴ μέση στημένος,
ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες,
ἐγώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.
Τὸ κίτρινο αὐτοκίνητο μὲ θλίβει ἀφάνταστα
γιατὶ δὲν μπορῶ ποτὲ νὰ τὸ ἐλέγξω.

Πάντα τὸ ξεχνάω καὶ πάντα, πάντα περνάει
νὰ μοῦ φέρει τὴ θλίψη
καὶ τότε κλαίω, καὶ κλαίω πάντα,
ἐγώ, ὁ τρελός, μοναχός.

Αργύρης Μπακιρτζής

Αποστολή διασώσεως


[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971)
Τάσος Κόρφης

Σουγιάς



Τα μάτια σου ανοίγαν τα πλευρά μου
όπως ένας σουγιάς ανοίγει μια παλιά κονσέρβα
και χύνεται το σαπισμένο υλικό της.

Τίτος Πατρίκιος

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Το περιέχον περιεχόμενον

γ'

Είμαι η λυκοπαγίδα κι είμαι ο λύκος
που πιάστηκε σ’ αυτή
Κανένας δεν το βλέπει δεν το ξέρει
Ούτε εκείνοι που με χαιρετούν από μακριά
Ούτε αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν ή μου σφίγγουνε το χέρι
Τόσο έντεχνα έχω πνίξει μέσα μου το ουρλιαχτό
Του θριάμβου το ουρλιαχτό του πόνου
Κυκλοφορώ ανάμεσά τους μ’ άνεση φορώντας
Το πιο αδιάφορο χαμόγελο το πιο καθημερινό
Ενώ οι δαγκάνες μου χώνονται βαθιά
Όλο και πιο βαθιά μες στα πλευρά μου

Αργύρης Χιόνης

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Άτιτλο

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,
ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.
Έχουν αλλάξει όλα
κάτω απ΄τον ίδιο ουρανό.
Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,
άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.
Ας ξαναπέσουν όλα
στην πράσινη βουβή αγκαλιά.
Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω
το καπάκι τ΄ουρανού που κλείνει.
Σ΄αυτή την κιβωτό
είμαι το είδος δίχως ταίρι.

Μιχάλης Γκανάς

Για τον άνεμο.


(VI)

Άμισθος εργάζεται ο αέρας. Σαν ασθενοφόρο
σπεύδει, μόλις, απ' το κινητό του,
λάβει σήματα
της άπνοιας.
Και ως θεράπων, πάνω από το ύπτιο
σώμα της λιποθυμίας τρυφερά
σκύβει.

Μανόλης Πρατικάκης

Για την εκείνη πλευρά

Μεσημεριανή ζέστη. Ζάλη.
Πόρτα βιβλιοπωλείου. Βαριά.
Αυστηρή μορφή. Επιβλητική, πίσω από τον πάγκο.
Σαχτούρη, λίγο Σαχτούρη δώστε μου.
Τέτοια δηλητήρια δίνονται μόνο κατόπιν συνταγής,
κύριε.
Είμαι ο Ισραήλ Βαραντσιόφσκι
και ασκώ το δικαίωμά μου στην σιωπή.
Κλείσιμο πόρτας. Πτώση αυλαίας.
Ενδοφλέβιος οργασμός
Ολοκληρωτικός
Σε ταχύτητες ακραίες
Κι ύστερα
Στα σιντριβάνια
Τα κοκόρια ξενύχταγαν
Τον ήλιο και τον θάνατο

Χρήστος Διαμαντής