Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Αϋπνία


Δεν κοιμάμαι, κι ούτε περιμένω να κοιμηθώ.
Ούτε στο θάνατο περιμένω να κοιμηθώ.
Με περιμένει μια αϋπνία του πλάτους των άστρων
κι ένα άχρηστο χασμουρητό του μήκους του κόσμου.

Δεν κοιμάμαι.δεν μπορώ να διαβάζω όταν ξυπνάω τη νύχτα,
Δεν μπορώ να γράφω όταν ξυπνάω τη νύχτα,
Δεν μπορώ να σκέφτομαι όταν ξυπνάω τη νύχτα-
Θεέ μου,ούτε μπορώ να ονειρεύομαι όταν ξυπνάω τη νύχτα!

Α, το όπιο του να είσαι κάποιος άλλος!

Δεν κοιμάμαι,κείμαι, ξύπνιο πτώμα, κι αισθάνομαι,
Και η αίσθησή μου είναι μια άδεια σκέψη.
Περνάν από μένα,αναστατωμένα,πράγματα που μου συνέβησαν
-Όλα εκείνα για τα οποία μετανιώνω και κατηγορώ τον εαυτό μου.
Περνάν από μένα ,αναστατωμένα,πράγματα που δε μου συνέβησαν
-Όλα εκείνα για τα οποία μετανιώνω και κατηγορώ τον εαυτό μου.
Περνάν από μένα,αναστατωμένα,πράγματα που δεν είναι τίποτα,
Και γι'αυτά ακόμα μετανιώνω,κατηγορώ τον εαυτό μου,δεν κοιμάμαι.

Δεν έχω το σθένος για να έχω τη δύναμη για ν'ανάψω ένα τσιγάρο.
Κοιτάω το μπροστινό τοίχο του δωματίου σαν νά'ταν το σύμπαν,
Εκεί έξω είναι η σιωπή όλου αυτού του πράγματος.
Μια μεγάλη σιωπή τρομακτική σε κάποια άλλη περίσταση,
Σε κάποια άλλη περίσταση στην οποία να μπορούσα να αισθάνομαι.

Γράφω πράγματι συμπαθητικούς στίχους-
Στίχους που λένε πως τίποτα δεν έχω να πω,
Στίχους που επιμένουν να το λένε,
Στίχους,στίχους,στίχους,στίχους,στίχους...
Τόσους στίχους...
Και η αλήθεια ολόκληρη,κι η ζωή ολόκληρη έξω απ'αυτούς κι από μένα!

Νυστάζω,δεν κοιμάμαι,αισθάνομαι και δεν ξέρω πού να αισθάνομαι.
Είμαι μια αίσθηση χωρίς ανάλογο άνθρωπο,
Μια αφαίρεση αυτοσυνείδησης χωρίς το τίνος,
Εκτός από το αναγκαίο για να αισθάνομαι συνείδηση,
Εκτός από-εκτός από δεν ξέρω τι...Δεν κοιμάμαι,δεν κοιμάμαι,δεν κοιμάμαι.
Τι μεγάλη νύστα σ'όλο το κεφάλι και πάνω στα μάτια και την ψυχή!
Τι μεγάλη νύστα σε όλα,παρά στο να μπορέσω να κοιμηθώ!

Ω ξημέρωμα,τόσο αργείς...Έλα...
Έλα μάταια, να μου φέρεις άλλη μέρα όμοια μ'αυτήν,κι έπειτα άλλη νύχτα όμοια μ'αυτήν...
Έλα να μου φέρεις τη χαρά μιας τέτοιας θλιβερής ελπίδας.
Γιατί είσαι πάντα χαρούμενο,και πάντα φέρνεις ελπίδες,
Σύμφωνα με την παλιά λογοτεχνία των αισθήσεων.

Έλα,φέρε την ελπίδα,έλα,φέρε την ελπίδα.
Η κούρασή μου χώνεται μέσα στο στρώμα.
Πονάει η πλάτη μου επειδή δεν είμαι ξαπλωμένος πλάγια.
Αν ήμουν ξαπλωμένος πλάγια θα πονούσε η πλάτη μου από το πλάγιο ξάπλωμα.

Έλα,ξημέρωμα,φτάσε!τι ώρα είναι;Δεν ξέρω.
Δεν έχω δύναμη για ν'απλώσω ένα χέρι στο ρολόι,
Δεν έχω δύναμη για τίποτα,για τίποτα πια...
Μόνο για τους στίχους τούτους,γραμμένους την άλλη μέρα.
Ναι,γραμμένους την άλλη μέρα.
Όλοι οι στίχοι γράφονται πάντα την άλλη μέρα.

Απόλυτη νύχτα,απόλυτη σιγή,εκεί έξω.
Ειρήνη σ'όλη τη Φύση.
Και η Ανθρωπότητα αναπαύεται και ξεχνά τις πίκρες της.
Ακριβώς.
Η Ανθρωπότητα ξεχνά τις χαρές και τις πίκρες της.
Αυτό συνήθως λέγεται.
Η Ανθρωπότητα ξεχνά,ναι,η Ανθρωπότητα ξεχνά,
Αλλά και ξύπνια η ανθρωπότητα ξεχνά.
Ακριβώς.Αλλά εγώ δεν κοιμάμαι.

Fernando Pessoa (Alvaro de campos)


Ποίημα σε ευθεία γραμμή


Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να τον τσάκισαν στο ξύλο.
Όλοι μου οι γνωστοί υπήρξαν πρωταθλητές σε όλα.
Εγώ, τόσες φορές χυδαίος, φαύλος κι ελεεινός,
τόσες φορές αδιαφιλονίκητα παράσιτο,
ασυγχώρητα βρόμικος,
εγώ που τόσες φορές δεν είχα την υπομονή να κάνω μπάνιο,
εγώ που τόσες φορές υπήρξα γελοίος, παράλογος,
που πεδικλώθηκα δημοσίως στα χάλια των καλών τρόπων,
που υπήρξα γελοίος, τσιγκούνης, υποταγμένος κι υπερόπτης,
που υπέφερα ταπεινώσεις σιωπηλά,
που όταν δεν σιώπησα ήμουν ακόμη πιο γελοίος,
εγώ που υπήρξα κωμικός για τις καμαριέρες,
εγώ που αισθάνθηκα το κλείσιμο του ματιού των κλητήρων,
εγώ που διέπραξα αίσχη οικονομικά, ζητώντας δανεικά
χωρίς να τα ξεπληρώσω,
εγώ, που σαν ήρθε η ώρα της τιμωρίας, κρύφτηκα
πέρα απο τη δυνατότητα της τιμωρίας,
εγώ που υπέφερα την αγωνία των μικρών ασήμαντων
πραγμάτων,
διαπιστώνω πώς δεν υπάρχει όμοιος μου στον κόσμο.
Όλος ο κόσμος που γνωρίζω και μιλάει μαζί μου
ποτέ δεν διέπραξε μια γελοία πράξη, ποτέ δεν ταπεινώθηκε,
δεν υπήρξαν παρά πρίγκιπες-όλοι τους πρίγκιπες-στη
ζωή...
Και τι δεν θα 'δινα για ν'ακούσω την ανθρώπινη φωνή
κάποιου
να εξομολογείται όχι μια αμαρτία αλλά μια παλιανθρωπιά,
να διηγείται όχι μια βιαιότητα αλλά μια δειλία!
Όχι, όλοι τους είναι το Ιδανικό αν ακούσω τι μου λένε.
Ποιός σ'αυτό τον απέραντο κόσμο θα μου εξομολογηθεί
ότι μια φορά υπήρξε ελεεινός;
Ω πρίγκιπες, αδέλφια μου,
Άει στο καλό, βαρέθηκα τους ημίθεους!
Που υπάρχουν άνθρωποι σ'αυτό τον κόσμο;
Λοιπόν μονάχα εγώ είμαι ο ελεεινός κι ο λάθος σ'αυτή τη
γη;
Μπορεί οι γυναίκες να μην τους αγάπησαν,
μπορεί να τους πρόδωσαν-αλλά ποτέ τους δεν υπήρξαν
γελοίοι!
Κι εγώ, που υπήρξα γελοίος χωρίς να με προδώσουν,
πώς μπορώ να μιλώ με τους ανωτέρους μου χωρίς να
τρέμω;
Εγώ, που υπήρξα ελεεινός, στην κυριολεξία ελεεινός,
ελεεινός με την ταπεινή και ποταπή έννοια της
ελεεινότητας.

(ετερώνυμο του Fernando Pessoa)
Alvaro de Campos

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Υπερασπίζομαι την Αναρχία


Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.
Μέσα απ' του καθένα
την πανέμορφη ιδιαιτερότητα
ν' αποκαταστήσουμε
του Σύμπαντος την Αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ' τα σχολεία
Ονειρεύομαι γιατί αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.
Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη»
Τα σύνορα τους στρατούς
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.
Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν' αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή.
Και τη Ζωή πράξη.
Είναι ένα όνειρο που μπορώ μπορώ μπορώ
Σ' ΑΓΑΠΩ
και δεν με σταματάς δεν ονειρεύομαι. Ζω.
Απλώνω τα χέρια
στον Ερωτά στην αλληλεγγύη
στην Ελευθερία.
Όσες φορές χρειαστεί κι απ' την αρχή.
Υπερασπίζομαι την ΑΝΑΡΧΙΑ.

Κατερίνα Γώγου

Οδηγίες-παραδείγματα για το πώς να νιώσετε φόβο



Σ’ένα χωριό της Σκοτίας πουλάνε βιβλία που έχουν μία σελίδα λευκή σκορπισμένη σε κάποιο βιβλίο του τόμου. Αν κάποιος αναγνώστης ανοίξει το βιβλίο σ’αυτή τη σελίδα, όταν το ρολόι χτυπήσει τρεις το απόγευμα, πεθαίνει.

Στην πλατεία Κιρινάλ, στη Ρώμη, υπάρχει ένα σημείο, που γνώριζαν οι μυημένοι μέχρι τον 19ο αιώνα, απ’ όπου, στο φως της πανσέληνου, φαίνονταν πως κινούνταν ελαφρά τα αγάλματα των Διόσκουρων που παλεύουν με τα αφηνιασμένα τους άλογα.

Στο Αμάλφι, εκεί που τελειώνει η παραλία, υπάρχει μία προβλήτα που εισχωρεί στη θάλασσα και στη νύχτα. Λίγο πιο πέρα απ’το τελευταίο φανάρι, ακούγεται το γάβγισμα ενός σκύλου.

Ένας κύριος απλώνει την οδοντόπαστα στο βουρτσάκι του. Ξαφνικά, βλέπει, ξαπλωμένη ανάσκελα, μια μικροσκοπική μορφή γυναίκας, από κοράλλι ή ίσως από ψίχα βαμμένου ψωμιού.

(Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα)
Julio Cortasar

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Θεός μου φαίνεται..


Θεός μου φαίνεται στ΄ αλήθεια εμένα κείνος
ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από
κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαμβάνει
και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει
και που λιώνει στο στήθος την καρδιά μου
σου τ΄ ορκίζομαι" γιατί μόλις που πάω να
σε κοιτάξω νιώθω ξάφνου μου κόβεται η μιλιά μου
μες στο στόμα η γλώσσα μου
στεγνώνει" πυρετός κρυφός με σιγοκαίει κι
ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω μα
βουίζουν τ΄ αυτιά μου κι ένας κρύος ιδρώτας
το κορμί μου περιχάει" τρέμω σύγκορμη αχ
και πρασινίζω σάν το χόρτο και λέω πώς λίγο ακόμη"
λίγο ακόμη και πάει θα ξεψυχήσω.


(μτφρ: Οδυσσέας Ελύτης)
Σαπφώ

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

ένταση


ο είμαι έκρινε, ο έχω κατήγγειλε, ο ορίζω κυνήγησε, ο θέλω γκρέμισε, ο είμαστε έδεσε, ο νιώθω θανάτωσε, ο υπόλοιποι έθαψε, ο λάμπω ανέστησε, ο όλοι πανηγύρισε, ο καθένας χάθηκε, ο καθένας βίωσε

(Περ όπερ λεκ)
Άγγελος κυρίου

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Το τελευταίο ποίημα


Σ’ έχω τόσο πολύ ονειρευτεί
Έχω τόσο πολύ βαδίσει, τόσο πολύ μιλήσει,
Τόσο πολύ αγαπήσει τη σκιά σου,
Που δεν μου μένει πια τίποτε από σένα.
Μου μένει να είμαι η σκιά μες στις σκιές
Να είμαι εκατό φορές πιο σκιά κι απ’ τη σκιά
Να είμαι η σκιά που θα έρθει και θα ξαναρθεί
μέσα στην ηλιοφώτιστη ζωή σου

Robert Desnos