Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι


(απόσπασμα)

«Λοιπόν, τι κάνουμε; Ε;»
Ήμασταν εγώ, ο Άλεξ δηλαδή, και οι τρεις ντρούγκηδές μου, που πα να πει ο Πιτ, ο Τζόρτζι και ο χαζο-Ντιμ. Καθόμασταν στο Γαλατομπάρ Κορόβα και στύβαμε τα ρασουντόκια μας ψάχνοντας να βρούμε κάτι να κάνουμε το βράδυ. Ήταν ένα φλιπάτο, σκοτεινό και κρύο χειμωνιάτικο απόβραδο, αν και ευτυχώς δεν έβρεχε. Το Γαλατομπάρ Κορόβα ήταν ένα μέστο από εκείνα που σέρβιραν γάλα-συν. Και μπορεί εσείς, ω αδελφοί μου, να έχετε ξεχάσει πια πώς ήταν εκείνα τα μέστα, μια που τα πράγματα αλλάζουν τόσο σκόρικα σήμερα και όλοι βιάζονται να ξεχάσουν, άσε που ούτε εφημερίδες δε διαβάζουν πια. Τέλος πάντων, αυτό που πουλούσαν εκεί μέσα ήταν γάλα συν κάτι άλλο. Δεν είχαν άδεια για αλκοόλ, αλλά τον καιρό εκείνο κανένας νόμος δεν απαγόρευε να σπρώχνει κανείς μερικά από εκείνα τα καινούρια βέσκια που έβαζαν μέσα στο παλιό, καλό μολόκο. Κι έτσι μπορούσες να πιτάρεις το μολόκο σου με βελοσέτ ή σύνθεμεσκ ή ντρένκρομ ή κάνα δυο άλλα τέτοια βέσκια που θα σου χάριζαν ένα όμορφο, ήσυχο και σκέτο έργο τρόμου δεκαπεντάλεπτο, να βιντάρεις τον Μπογκ και Όλους τους Πανάγιους Αγγέλους Του να κάνουν το κομμάτι τους στο αριστερό σου σαμπόγκι, με φώτα να σκάνε ασταμάτητα μέσα στο μόζγκι σου. Ή, ακόμα, μπορούσες να πιτάρεις γάλα με ξυράφια, που το λέγαμε έτσι επειδή σε έκανε κοφτερό σαν ξυράφι, έτοιμο για λίγο βρόμικο είκοσι-εναντίον-ενός, και αυτό ακριβώς πιτάραμε κι εμείς εκείνο το βράδυ που ξεκινάει η ιστορία μου.

(A Clockwork Orange. Penguin Modern Classics, 1996)
Anthony Burgess

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Το φάρμακο


Υπάρχουν πράγματα που ακόμα
θέλω να κρατάω κρυφά
υπάρχουν πρόσωπα που δεν κατονομάζω
μ’ όλο που συνεχώς απομακρύνονται
κι ούτε που θα ‘ταν τρομερό
αν αποκάλυπτα τα πάντα
μόνο που η αποσιώπηση
είναι κι αυτή ένα φάρμακο
για την καταπολέμηση της λήθης.

Τίτος Πατρίκιος

Ο ύπνος


Ο ύπνος λύνει τα σώματα
τ’ αλαφρώνει τα μετεωρίζει
λευτερώνει κρυφές δυνάμεις
ανομολόγητες επιθυμίες
αισθήσεις απαγορευμένες
Ο ύπνος δεν μπόρεσε ποτέ
ούτε την πιο επιπόλαια συνουσία
ν’ αντικαταστήσει.

Τίτος Πατρίκιος

Κυκλικό


Άραγε πώς γεννιέται
από ένα τίποτα η επιθυμία;
Πώς η επιθυμία γίνεται έρωτας,
ο έρωτας πως αλλάζει
σε μακρινή ανάμνηση;
Άραγε πως μπορεί
η ανάμνηση να σβήνει
μες στο τίποτα;

Τίτος Πατρίκιος

Οφειλή



Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ’ έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.

Τίτος Πατρίκιος

Ανοιχτά σύνορα



Θυμάσαι είχαμε κάνει την ίδια υπογράμμιση
στο ίδιο βιβλίο του Μαρξ...

Δεν υπάρχουν για μας μακρινοί περίπατοι
σε δρόμους ολόσκεπους με δέντρα
το πολύ στα κράσπεδα σκονισμένες πικροδάφνες.
Στις άδειες τσέπες μας δεν κουδουνάνε αστέρια
μόνο ένα κουτί τα πιο φτηνά τσιγάρα
και ρέστα από χιλιάρικο.
Το μέτρησαν επιτέλους οι ξένες αποστολές
το γράψαν οι εφημερίδες με ημίμαυρα
το αγνοούν οι Πολιτικές Επιστήμες του Πανεπιστήμιου:
στον τόπο μας
έχουμε κατά κεφαλήν
ογδόντα δολάρια εισόδημα το χρόνο.

Ακρόπολη
αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε
ποιοι πέρασαν
ποιοι πολέμησαν
ποιοι χάραξαν τ' όνομά τους
ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα
είμαι κι εγώ ένας απ' αυτούς.
Πατάω το ίδιο χώμα
με τα θαμμένα παράνομα βιβλία
και τ' αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό
στην ίδια πόλη ζω
που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο.
Και γίνονται όλα ένα
τ' ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου
σας μιλάω εγώ απ' την Αθήνα
στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό
που βαρέθηκε να 'ναι γαλάζιος
τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.
Μιλάω σε σένα Παρίσι
με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο
πλυμένο απ' τη βροχή, το αίμα,
τις βρισιές των κομμουνάρων,
Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι' αυτοκτονίες.
Σε σένα Άγια Πετρούπολη
με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα
που γδύθηκες τ' όνομά σου
για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν.
Μιλάω σε σένα Μαδρίτη
κάρβουνα σαν και μας
καρφωμένη απ' τις μαυριτάνικες λόγχες,
Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.
Το εμβατήριο.

Γενάρης 1950
Τίτος Πατρίκιος

Όταν μιλούν

Όταν μιλούν στα καφενεία
για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια
πως να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα
που αντιστέκεται ακόμα και στην απομόνωση,
για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται στο χάος
χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων,
πως να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται
μεσα απ' το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων.

Τίτος Πατρίκιος