Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ο Οδυσσέας στο ποτάμι

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό, ποτάμι
Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίμα σου με φως
Ύστερα θα’ρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάμες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει απ’ τα μάτια σου
θα σηκωθείς στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύμφες θα τρομάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θα ‘ναι δροσερό
σε δέντρο κάτω από το φως
Πιο πέρα τα άλλα δέντρα κι οι σιωπές
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο με το φόρεμα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο να αγγίζει το ποτάμι
την ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό
ποτάμι
Μα εσύ μιλώντας τώρα εμπρός στο Βασιλιά
και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώματα
Μιλώντας με τον τρόπο που μιλούν
οι ζωντανοί θυμήσου
Στη θάλασσα οι πνιγμένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο γυρνάνε πίσω

(Από τη Συλλογή "Μεταίχμιο Β")
Τάκης Σινόπουλος

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Ένα κάποιο στείλε μου σήμα

Με τ' όνομά σου να σε φωνάζω πια δεν μπορώ.
Πλην όμως ένα κάποιο στείλε μου σήμα.
Διότι είμαι μόνος
σαν τον καπνό μετά το φονικό στην κάννη του πιστολιού
και σαν την αγριοσυκιά
που φύτρωσε ξάφνου μες στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

Όπως το κουταλάκι της μετάληψης
αποβραδίς στο στόμα του πρωινού μελλοθανάτου
και όπως μια βαλανιδιά σε χώρο εκτέλεσης,
είμαι μόνος και σε περιμένω.

Με τις αισθήσεις μου τεντωμένες
όπως οι γάτες στο προσκλητήριο του ταβερνιάρη.
Με ένα μάτι που το οπτικό του νεύρο
είναι ο ουρανός ο ίδιος σε μικροσκόπιο
και με ένα αυτί που το τύμπανό του
δεν είναι παρά τσιγγάνων αντίσκηνο.

Με λέξεις που σκορπίζονται πανικόβλητες
όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου,
καθώς και με μια ψυχή σκοτεινή που όμως βλέπει πολλά
όπως το ένα, κλεισμένο στο φακό, μάτι των ρολογάδων,
είμαι μόνος.

Είμαι μόνος και σε περιμένω.


(από τη συλλογή “Κρυφός Κυνηγός”)
Γιώργος Μαρκόπουλος

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Απ’ το Συρτάρι

Εσκόπευα στης κάμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.
Aλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.
Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.
Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.
Aυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο —
α για μια μέρα μόνο, για μιαν  ώρα
μόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.
Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.
Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμμένη.
Άλλωστε, και βλαμμένη αν δεν ήταν,
θα μ’ ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει —
αν με ρωτούσανε ποτέ γι’ αυτήν. 


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 
Κ.Π.Καβάφης

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Το αλβανικό

Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
- Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
- Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
- Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
- Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
- Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;
- Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία….

(Τα ποιήματα, Κέδρος)
Θωμάς Γκόρπας

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Μήδεια (απόσπασμα)


Έρωτα εσύ, με περισσή
όταν λαβώνεις δύναμη,
μήδ' όνομα καλό από σέ
μήδ' αρετή μπορεί να βγει.
Μα μετρημένα αν πορευθεί
η Κύπριδα, άλλη σαν αυτή
θεά δεν έχει νοστιμιά.
Ω, Δέσποινά μου, επάνω μου
με το χρυσό δοξάρι σου
μη ρίξεις την αφεύγατη
σαγίτα, πού 'χει την αιχμή
βαμμένη στην αποθυμιά.

(Ευριπίδου, Μήδεια, β΄στάσιμο, στίχοι 627 – 634, Μετάφραση: Παντελής Πρεβελάκης)
Ευριπίδης 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Νυχτερίδα


Το απαίσιο δέρμα της
τεντωμένο από κάποιον έμπορο
μοιάζει με το δικό μου, εδώ, ανάμεσα στα δάχτυλα,
σαν κάποιου είδους υμένα, σαν του βατράχου.
Σίγουρα όταν γεννήθηκα το πρόσωπό μου ήταν μικρούλι
και σίγουρα πριν γεννηθώ μπορούσα να πετάω.
Όχι καλά, υπ’ όψιν, μόνο ένα πέπλο δέρματος
από τα μπράτσα μου ως τη μέση.
Πετούσα και τη νύχτα. Νύχτα να μη με βλέπουν
αλλιώς θα με χτυπούσαν.
Ίσως τον Αύγουστο, καθώς τα δέντρα υψώνονταν ως τ’ άστρα
πετούσα από φύλλο σε φύλλο μες το πηχτό σκοτάδι.
Αν μ’ έπιανες με το φακό σου
θα ‘βλεπες ένα ροδαλό πτώμα με φτερά,
έξω, έξω απ’ την κοιλιά της μάνας του, γεμάτο τρίχες
και τραχύ, να πετά πάνω απ’ τα σπίτια, τους στρατώνες.
Γι αυτό με μυρίζουν τα σκυλιά του σπιτιού σου.
Ξέρουν ότι είμαι κάτι που πρέπει να πιαστεί
κάπου στο κοιμητήριο που κρέμομαι ανάποδα
σαν μισερός μαστός.

Anne Sexton

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Τῆς ὀμορφιᾶς


Ἡ πιὸ γλυκιὰ παρθένα
Στολίζει τὸ δωμάτιο
Εὐφραίνει τὴν περισυλλογὴ

Ἂς ποῦμε πὼς εἴμαστε εὐτυχεῖς

Κι εἶναι ἡ σειρά μας
Νὰ βρεθοῦμε ἀθάνατοι,
Νὰ φιλήσουμε τὴν ὀμορφιὰ
Στὰ χείλη
Καὶ στὸ λεπτό της φόρεμα

Γιῶργος Σαραντάρης