Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας


- 1 -

Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Φρουροί ασάλευτοι προσμένουν διαταγές
Και αν μερικοί συμπολιτεύονται με τους ολέθρους
Και άλλοι κοιτάζουν τ'άλογα στα δόντια
Μάχεται τους ολέθρους ο αιγίπαν
Κι ενώ κροτούν επίμονα τα τύμπανα
Γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.

Και το μεγάλο πανηγύρι αρχίζει.

Συν γυναιξί και τέκνοις
Οι κάτοικοι των πόλεων ξεχύνονται στα ξέφωτα
Γιατί τα τύμπανα αντηχούν στα ηλιακά των πλέγματα
Και οι κραδασμοί μέσ' απ' τη γη ξεχύνονται
Σπάργωσιν φέρνοντας στα σώματα και τις ψυχές.

- 2 -

Και το μεγάλο πανηγύρι συνεχίζεται.
Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Άλλοι παλεύουν παίζοντας στα χώματα
Πίδακες αναπηδούν από τη γη
Επιταχύνειται η έκκρισις των σιελογόνων
Τα ντέφια των αθιγγανίδων πάλλονται
Όσον και οι μαστοί των όταν
Σαν αυροφίλητες μπρατσέρες βολτατζάρουν
Στα κύματα των χορευτικών στροβίλων
Δίνοντας σάρκα και οστά στους μύθους
Δίνοντας σάρκα και οστά στους ζωντανούς ρυθμούς
Με όρθιες τις ρώγες στους αρσενικούς ανέμους
Με όρθιους τους στημόνες των μυστικών ανθέων
Κάτω απ' το σέλας των πλατυγύρων φορεμάτων
Όταν τ' αγόρια ορθώνονται με την ψυχή στο στόμα
Και ο Σείριος καλεί την Ανδρομέδα
Κι οι γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.

- 3 -

Τι κι αν δε φαίνονται του στερεώματος τ' αστέρια
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ακούονται οι φωνές των ουρανίων σωμάτων
Και πάλλεται ο αήρ και αντιβοούν της πανηγύρεως τα πλήθη
Και ενώ με λόγια αστράπτοντα ξεσπούν οι χρησμοί
Εκθλίβεται απ' τους κορμούς των δένδρων το ρετσίνι
Ευφραίνονται μες στο τριφύλλι οι μόσχοι
Και χρεμετίζουν τ' άλογα καθώς
Κούροι λιγνοί σηκώνουν τους αλτήρες
Και σείονται οι αθιγγανίδες

Και αγαλλιούν μπρος στους γυμνούς μαστούς τ' αγόρια
Ολίγος κόσμος έμεινες στις πόλεις
Μες στις αυλές στους δρόμους στις πλατείες
Οι απομένοντες καρατομούν τα βλοσυρά του παρελθόντος χρόνια
Διότι οι μοίρες γράψαν στα ντουβάρια


- 4 -

Τα ριζικά των νέων εποχών
Κι αίφνης παντού όπου τα δέντρα υψώνονται
Σε κήπους σε δενδροστοιχίες
Και ας είναι ο μήνας Μάριτος
Σαν προανάκρουσμα του επερχομένου θέρους
Εκστατικές ξεσπούν οι συνηχήσεις
Των δονουμένων τζιτζικιών.

Κι αίφνης κοντά στης πανηγύρεως τον χώρο
Μέσα από σπήλαιον βαθύ προβαίνει
Ως άνθρωπος Νεαντερντάλειος
Ως άνθρωπος απόλυτος οριστικώς erectus

Πολύ πριν ακουσθή η κλαγγή των λεγεώνων
Πρωτόκλητος και αρχέτυπος προβαίνει
Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
Ως μέγας αναμάρτητος Αδάμ
Μ' ένα λαλίστατον ειρηνικό πουλί στον ώμο
Ως άρχων της γης μοιραίος προβαίνει
Αναζητών λαόν πιστόν και αγέλας καλιμμάστων νεανίδων
Βαρύγδουπος κισσοστεφής προβαίνει
Θανάτω θάνατον πατήσας
Ο νέος αιών.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοιν θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

(μετάφραση Γ. Μπλανάς)
Dylan Thomas

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Η πέτρα του ήλιου

  (απόσπασμα)


Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων,
Σε παρουσίες πλέω ηχηρές,
Σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες
Ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον
Ω δάσος από μαγικές κολόνες,
Κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω
Στους διαδρόμους του διάφανου φθινοπώρου,

Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο
Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα
Τα παράλληλα μυστήριά του
Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν
Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου
Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου
Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…
Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι
Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου
Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει
Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο
Η φούστα σου η νερένια
Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…
Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…
Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι
Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…
Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου
Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο
Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται
Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα
Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας….

Octavio Paz

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Στες Σκάλες

Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.
Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θά ’βρες, καθώς δεν την βρήκα.

Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.

Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 
Κ.Π.Καβάφης

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας


Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου...
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω - νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Νίκος Καροῦζος

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Το βιμπραφόν

Έχεις ακούσει Βιμπραφόν;
Προχτές ένα κοριτσάκι με ρωτούσε
τι κρύβει το βραχιόλι που φοράω.
Και `γω σου λέω τώρα,
κρύβει, μια σειρά από Βιμπραφόν.
Κάποιος χτυπάει στο παράθυρό μου.
Τι ξέρεις για τον εαυτό μου;

Το πάρκο σκούριασε.
Το φθινόπωρο μπαίνουν άνθρωποι στα νοσοκομεία.
Το φθινόπωρο είναι η εποχή των εγγραφών.

Όμως εμένα στο μυαλό μου
κυκλοφορεί το Βιμπραφόν.
Πυκνό, ανεξιχνίαστο, γοητευτικό παρόν μου.

Άχρηστες βιβλιοθήκες
είναι οι στιγμές που απορείς.
Ανεξιχνίαστες μαύρες τρύπες
που καταπίνουν, που καταπίνουν κάθε είδος διαφυγής
όταν δεν είναι οι οικονομικές συνθήκες
αλλά οι αρρώστιες
που σε χωρίζουν από αυτούς που επιθυμείς.

Έχεις ακούσει Βιμπραφόν;
Τώρα, μέσα στις χάντρες έχει εισχωρήσει,
κανείς δεν μπορεί να μας χωρίσει.
Κι όταν κάποιος χτυπήσει στο παράθυρό σου
να ξέρεις θα σου πει,
Το πάρκο σκούριασε.
Το φθινόπωρο μπαίνουν άνθρωποι στα νοσοκομεία.
Το φθινόπωρο είναι η εποχή των εγγραφών.
και μετά, θα σου ζητήσει λίγο Βιμπραφόν...

Λένα Πλάτωνος

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Αυτός ο έρωτας


Αυτός ο έρωτας
Τόσο βίαιος
Τόσο εύθραυστος
Τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κι απαίσιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι απαίσιος
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο όμορφος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Και τόσο μηδαμινός
Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι
Και τόσο ήρεμος για τον εαυτό του
Σαν ήρεμος άντρας στη νύχτα
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους άλλους να φοβούνται
Που τους έκανε να μιλάν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας παραφυλαγμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε παραφυλάξει
Καταδιωγμένος, πληγωμένος, ποδοπατημένος, αποτελειωμένος, απαρνημένος, ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε καταδιώξει, πληγώσει, ποδοπατήσει, αποτελειώσει, απαρνηθεί, ξεχάσει
Ολόκληρος αυτός ο έρωτας
Τόσο ζωντανός ακόμη
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Εκείνος που υπήρξε
Αυτό το πάντα καινούριο πράγμα
Και που δεν άλλαξε
Όμοια αληθινός σαν φυτό
Όμοια τρέμοντας σαν πουλί
Όμοια ζεστός όμοια ζωντανός σαν καλοκαίρι
Μπορούμε κ’ οι δυο
Να φεύγουμε και να ξαναγυρνάμε
Μπορούμε να ξεχνάμε
Και μετά να ξανακοιμόμαστε
Να ξυπνάμε να υποφέρουμε να γερνάμε
Να κοιμόμαστε ακόμη
Να ονειρευόμαστε το θάνατο
Να ξυπνάμε να χαμογελάμε και να γελάμε
Και να ξανανιώνουμε
Ο έρωτας μας στέκει εκεί
Πεισματάρης σαν γαϊδούρα
Ζωντανός σαν πόθος
Σκληρός σαν μνήμη
Ηλίθιος σαν κλάψα
Τρυφερός σαν ανάμνηση
Κρύος σαν μάρμαρο
Όμορφος σαν μέρα
Εύθραυστος σαν παιδί
Μας κοιτάει χαμογελώντας
Και μας μιλάει χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ τον ακούω τρέμοντας
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω
Για σένα και για όλους όσους αγαπιούνται
Και αγαπήθηκαν
Ναι του φωνάζω
Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους
Που δεν ξέρω
Στάσου εκεί
Εκεί που είσαι
Εκεί που ήσουν άλλοτε
Στάσου εκεί
Μην κουνιέσαι
Μη φεύγεις
Εμείς αγαπιόμαστε
Σε ξεχάσαμε
Εσύ μη μας ξεχνάς
Δεν έχουμε παρά εσένα πάνω στη γη
Μη  μας αφήσεις να κρυώσουμε
Πάντα πολύ μακρύτερα
Κι αδιάφορο πού
Δώσε μας σημάδι ζωής
Πολύ αργότερα στη γωνιά κάποιας δεντροστοιχίας
Στο δάσος της μνήμης
Πρόβαλε άξαφνα
Τέντωσέ μας το χέρι
Και σώσε μας.

Jacques Prevert