Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Ποίημα Γενεθλίων

Ποιος.

Ο μήνας της ανθοφορίας τελείωσε. Τα φρούτα μαζεύτηκαν,
Φαγώθηκαν ή σάπισαν. Είμαι ολόκληρη στόμα.
Οκτώβρης, ο μήνας της αποθήκευσης.

Αυτό το υπόστεγο, μουχλιασμένο σαν στομάχι μούμιας:
Παλιά εργαλεία, χερούλια και σκουριασμένοι χαυλιόδοντες.
Είμαι σαν στο σπίτι μου εδώ, ανάμεσα στα νεκρά κεφάλια.

Άσε με να καθίσω μέσα σ’ ένα ανθοδοχείο,
Οι αράχνες δεν θα το προσέξουν.
Η καρδιά μου κομμένο γεράνι.

Τουλάχιστον ο άνεμος ας άφηνε ήσυχα τα πνευμόνια
μου.
Σκυλίσιο σώμα οσφραίνεται τα πέταλα. Ανθίζουν ανάποδα.
Κροταλίζουν σαν ορτανσίες.

Κεφάλια με παρηγορούν καθώς σαπίζουν,
καρφωμένα στα δοκάρια της στέγης από χθες:
Τρόφιμοι ιδρύματος που δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Λάχανα: σκουληκιασμένο μωβ, βερνίκι ασημί,
Ένδυμα μουλαρίσιων αυτιών, κελύφη νυχτοπεταλούδας
αλλά με πράσινη καρδιά
Οι φλέβες τους άσπρες σαν ξύγκι γουρουνιού.

Ω η ομορφιά της συνήθειας!
Οι πορτοκαλιές κολοκύθες δεν έχουν μάτια.
Τούτοι οι διάδρομοι γεμάτοι γυναίκες που νομίζουν πως
είναι πουλιά.

Ιδού ένα σχολείο βαρετό.
Είμαι ρίζα, είμαι πέτρα, ένας σβώλος κουκουβάγιας,
Χωρίς όνειρο κανένα.

Μητέρα, είσαι το μοναδικό στόμα
Για το οποίο θα γινόμουν η γλώσσα του. Μητέρα της ετερότητας
Φάγε με. Ρωγμή στο καλάθι των αχρήστων, σκιά των εισόδων.

Είπα: Πρέπει να το θυμάμαι αυτό από τότε που ήμουν μικρή.
Υπήρχαν τόσο τεράστια λουλούδια,
Πορφυρά και κόκκινα στόματα, παντελώς αξιαγάπητα.

Τα στεφάνια από κλαδιά βατομουριάς μ’ έκαναν να κλαίω.
Τώρα με ανάβουν σαν ηλεκτρική λυχνία.
Για βδομάδες δεν μπορώ να θυμηθώ απολύτως τίποτε.

Sylvia Plath 

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ…

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, –κι ήσαν όλοι, γύρω μόνοι,
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει

Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονο μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

Tη στιγμή του σταυρωμού μου και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου…

Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου, –κι όπως ήρθα και θα φύγω.

Τ’ είναι τάχα, για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
–κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου…

 [Αποχαιρετισμοί στη μουσική, II) 
Ναπολέων Λαπαθιώτης

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Che fece .... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.


(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Κ.Π. Καβάφης

Κυριακή Απόγευμα

Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
όταν τα θέματα σουρούπωναν
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερινά απογεύματα»
κι όλον εσένα Κυριακή
που είναι μπάντα δύσκολη.


Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος
Κική Δημουλά

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Νυχτερινό

Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη. Ακόμα μια νύχτα
κάτω από τους ίδιους αστερισμούς

Ακόμα μια νύχτα θα σφίξω τα χέρια σου·
τα μάτια σου είναι γατίσια σα μια ταράτσα φθινοπωρινού ξενοδοχείου
ο ουρανός υπόσχεται βροχή και ξέρεις
πόσο χλομιάζουν οι ώρες, τα τρένα αρχίζουν χειμερινά δρομολόγια
κι ύστερα δεν ξέρω αν θ’ ακούω για πάντα
εκείνη τη ραγισματιά στη φωνή, εσένα μονάχα ή ένα γράμμα
δίχως καν σκέψη ανταπόκρισης

Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη, χαμένος σε παιδικές χορωδίες
θυμάμαι ένα κλάμα παιδιού όταν οι δρόμοι χαμηλώνουν τα φώτα

Από τη συλλογή Δύσκολος θάνατος (1954)
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Ο εραστής

Mιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας
λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και ήτανε,
άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.


(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)
Νίκος Εγγονόπουλος

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Σόνια


Έγειρε το χλωμό κεφάλι της μ’ ένα λυγμό
κι αποκοιμήθηκε
για πάντα
Πάνω της ο ουρανός ορεινός
άγονο τοπίο-σκοτεινός-
πέτρες μόνο και βράχια κι ούτε βροχή….
Νύφη εσύ με πασαλειμμένο το στόμα σου κόκκινο
τούλια χέρια λιωμένα δαντελωτά
προσφέρανε ικετευτικά
ένα ματσάκι κρινάκια
Γύρω στο χώμα οι φίλες σου
θλιμμένες και βαμμένες υπερβολικά
σουρσίματα αλλόκοτα κάνανε
σαν για να τις προσέξουνε
και παίξουν σε κάποια ταινία
Να αυτό το δαχτυλίδι ποίημα παιδικό
Λόγος Τιμής
αυτή την ώρα που οι Μελλοντικοί
το πέταγμα των αετών μαθαίνουν
αυτή την ώρα που το κούτελό σου
δείχνει εκείνο που δε φαίνεται
την ίδια πάντα ώρα
που οι ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΦΑΛΤΣΕΤΕΣ
τους Διαφορετικούς σκοτώνουν…

Κατερίνα Γώγου