Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Μητέρα μου

 Μητέρα μου


Μητέρα μου, πόσο φρικτὰ βαραίνει

ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.

Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος

γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.


Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία

κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου,

ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου

ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.


Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα,

τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω.

Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω

πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.


Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα

ποὺ πνιχτικό, βαθὺ σκότος θὰ γίνη

στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει...

Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα.


Μαρία Πολυδούρη

Σαν τη μητέρα, αλήθεια

 Πηγαίνει αργά στο σινεμά,

μάλιστα στον εξώστη.

Σ' έργα κατά προτίμηση, βουβά

και θαμπωμένα. Κι εκεί

- μέσα στους τόσους εξευτελισμούς -

η μόνη του χαρά να βλέπει τις γυναίκες

της γενιάς γύρω απ' το τριάντα.

Με κείνα τα βαθιά καπέλα,

με τις σειρές τα περιδέραια,

τα μάτια, τα κοντά μαλλιά∙

με τις ψιλές γλυκιές φωνές,

με τις κινήσεις τους τις μητρικές.


Σαν τη μητέρα, αλήθεια∙

σαν τη μάνα του

των πρώτων παιδικών του χρόνων...


Τότε που τον φωνάζανε μοναχογιό.


Γιώργος Ιωάννου

Τύψεις


όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει

η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι

τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου

από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:

δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια

φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα

λόγια πιο πρόστυχα κι απ' τις χειρονομίες -

μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου

όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω

μ' ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει

βουβή ξενυχτισμένη και χλομή

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Η μάνα μου και ο σατανάς

 


Τη μεγάλη Παρασκευή

η Παναγιά ξαναγίνεται το πρόσωπο της ημέρας

και η δική μου μάνα ξεμαρμαρώνει.

Δε φοράει πια εκείνο το ροζ

που τη θάψανε

κι ούτε κατεβαίνει ολοένα

με το κουτί της μαζί.

Τη Μεγάλη Παρασκευή

η μάνα μου ζωντανή, ζεστή σαν το κερί

φοράει το τετριμμένο και μαζί το άλλο.

Το νύχι της το προτελευταίο

παχουλό στις άκρες σαν το δικό μου

άγνωστη

όταν κρυφοσκεπτόταν

και κρυφοαμάρτανε

μακριά μου

σαν άρχιζε τον ατέλειωτο θάνατό της


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

Ο τοκετός του θανάτου


Ένας άνθρωπος ήτανε

τον είχανε

σε μία κατάψυξη

πάγος ήτανε.


Άνοιξε το ψυγείο της

η μάνα του

απόψυξη

κρακ κρακ

τσακίστηκε

κάτω έξω

και

-συναισθηματικός-


πάει

έλιωσε

ο άνθρωπος.


Γιάννης Βαρβέρης

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Άτιτλο


Είπε:

ψηφίζω το γαλάζιο.

Εγώ το κόκκινο.

Κ’ εγώ.

Το σώμα σου ωραίο.

Το σώμα σου απέραντο

Χάθηκα στο απέραντο.

Διαστολή της νύχτας.

Διαστολή του σώματος.

Συστολή της ψυχής.

Όσο απομακρύνεσαι

σε πλησιάζω.

Ένα άστρο

έκαψε το σπίτι μου.

Οι νύχτες με στενεύουν

στην απουσία σου.

Σε αναπνέω.

Η γλώσσα μου στο στόμα σου,

η γλώσσα σου στο στόμα μου –

σκοτεινό δάσος….

οι ξυλοκόποι χάθηκαν

και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι

υπάρχω.

Τα χείλη μου

περιτρέχουν τ’ αυτί σου.

Τόσο μικρό και τρυφερό

πώς χωράει

όλη τη μουσική;

Ηδονή –

πέρα απ’ τη γέννηση,

πέρα απ΄το θάνατο…

τελικό κ’ αιώνιο

παρόν.

Αγγίζω τα δάχτυλα

των ποδιών σου.

Τι αναρίθμητος ο κόσμος.

Κάτω απ΄όλες τις λέξεις

δύο σώματα ενώνονται

και χωρίζουν.

Μέσα σε λίγες νύχτες

πώς πλάθεται και καταρρέει

όλος ο κόσμος.

Η γλώσσα εγγίζει

βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.

Ενώνεται.

Τώρα

με τη δική σου αναπνοή

ρυθμίζεται το βήμα μου

κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.

Ένας αιώνας

κ’ εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ’ άστρα

αφού λείπεις;

Με το κόκκινο του αίματος

είμαι.

Είμαι για σένα.


Γιάννης Ρίτσος

Το παλάτι του φεγγαριού

(απόσπασμα)

Είχα πηδήξει από την άκρη του γκρεμού, και έπειτα, την τελευταία στιγμή, κάτι με έπιασε στο ενδιάμεσο. Αυτό το κάτι, είναι αυτό που ερμηνεύω ως αγάπη. Είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σταματήσει έναν άνθρωπο από το να πέσει, τόσο δυνατό, ώστε να αναιρέσει τους νόμους της βαρύτητας.

Paul Auster