Τετάρτη 23 Αυγούστου 2023

Η σιωπηλή επανάσταση

(απόσπασμα)


Οι άνθρωποι είναι παράλογοι, αδικαιολόγητοι και εγωκεντρικοί.

Αγαπήστε τους έτσι κι αλλιώς.


Αν κάνετε το καλό, οι άνθρωποι θα σας κατηγορήσουν για εγωιστικές υστεροβουλίες.

Κάντε το καλό ούτως ή άλλως.


Αν είστε επιτυχημένοι, θα κερδίσετε ψεύτικους φίλους και αληθινούς εχθρούς.

Πετύχετε ούτως ή άλλως.


Το καλό που κάνετε σήμερα θα ξεχαστεί αύριο.

Κάντε το καλό ούτως ή άλλως.


Η ειλικρίνεια και η ευθύτητα σας κάνουν ευάλωτους.

Να είστε ειλικρινείς και τίμιοι ούτως ή άλλως.


Οι μεγαλύτεροι άνδρες και γυναίκες με τις μεγαλύτερες ιδέες μπορούν να καταρριφθούν από τους μικρότερους άνδρες και γυναίκες με το ελάχιστο μυαλό.

Σκεφτείτε μεγαλεπήβολα ούτως ή άλλως.


Οι άνθρωποι προτιμούν τους μειονεκτούντες, αλλά ακολουθούν μόνο τους κορυφαίους.

Αγωνιστείτε για μερικούς αδικημένους όπως και να έχει. 


Αυτό που χτίζετε χρόνια μπορεί να καταστραφεί μέσα σε μια νύχτα.

Χτίστε έτσι κι αλλιώς.


Οι άνθρωποι χρειάζονται πραγματικά βοήθεια αλλά μπορεί να σας επιτεθούν αν τους βοηθήσετε.

Βοηθήστε τους ανθρώπους ούτως ή άλλως.


Δώστε στον κόσμο ό,τι καλύτερο έχετε και θα φάτε κλωτσιές στα δόντια.

Δώστε στον κόσμο το καλύτερο που έχετε έτσι κι αλλιώς. 


Kent M. Keith

Άτιτλο


Κάποτε είχα ένα παιδί, δεν είχε σάρκα

ήταν του πρόσφυγα το δάκρυ στη βροχή 

ήταν το χάδι που δεν έδωσε η μάνα

και μιας βασίλισσας η ξέπνοη φυγή.


Κάποτε είχα ένα παιδί, δεν είχε φύλο

είχε οράματα, ελπίδες, προσμονή

είχε ασίγαστη φωνή, τρεχάτη πένα

δυο γερά πόδια και μια λεύτερη ψυχή.


Κάποτε είχα ένα παιδί, τώρα έναν πόνο 

που φεύγει κι έρχεται, σωπαίνει και λύσσα κοφτή ανάσα, θολά ματιά κι ένα τέρας 

που τραγανίζει της ζωής την ομορφιά.


Στις καρδιές μας θα ζεις πάντα και σήμερα γίνεσαι 38.


Η μαμά της Zackie

Άτιτλο


Κάποτε κάποιοι θα χορεύουν έναν τελευταίο χορό στη μέση μιας ατελείωτης ερήμου. Αν είναι τυχεροί δεν θα θυμούνται πόσο παραδεισένιος ήταν αυτός ο πλανήτης.


Μίνως Ευσταθιάδης

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Ρωμαϊκή Νύχτα

 

 

Για που το έβαλες νυχτιάτικα στη Ρώμη,

σε δρόμους, όπου με τρόλεϊ και τραμ ο κόσμος

επιστρέφει; Βιαστικός, ανυπόμονος

λες και σε περιμένει εξοντωτική εργασία,

απ’ την οποία οι άλλοι τυχαίνει και γυρίζουν;

Είναι ακριβώς το απόδειπνο, όταν ο αέρας

μυρίζει ζεστή οικογενειακή απελπισία,

που ξεχειλίζει σε χίλιες κατσαρόλες, σε μεγάλους

ηλεκτροδοτημένους δρόμους, και σε άλλους

όπου πιο ευδιάκριτα λάμπουν τα αστέρια.

Στο μικροαστικό προάστιο, βασιλεύει η γαλήνη

που ικανοποιεί ενδόμυχα τον καθένα,

και τον παραδίδει στην ελεεινή ευτυχία

που εύχεται να τον καλύπτει όλες τις νύχτες

της ύπαρξής του. Αχ! αν είσαι διαφορετικός

-μέσα σε έναν επίσης ένοχο κόσμο-σημαίνει

πως δεν είσαι αθώος…Τράβα, κατέβα, γλίστρησε

στο σκοτεινό στρόβιλο που βγάζει Τραστέβερε:

Ιδού, ακίνητη και αναστατωμένη, λες και βγήκε

από τη λάσπη άλλων αιώνων-έτοιμη να παραδοθεί

σε όποιον μπορεί να απολαύσει άλλη μια μέρα,

που την ξέκλεψε από τον θάνατο και την οδύνη-

έχεις στα πόδια σου μπροστά όλη τη Ρώμη…

Κατεβαίνω από το Πόντε Γκαριμπάλντι,

χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα την κουπαστή

τη φθαρμένη επιφάνεια της πέτρας, σκληρή

μες τη ζεστή αποφορά που τρυφερά η νύχτα

αντανακλάει προς τα ψηλά πλατάνια. Διαφάνειες

μιας μισοσβησμένης σεκάνς, στην απέναντι όχθη,

γεμίζουν τον ξασπρουλιάρη ουρανό, μελανά

και τετράγωνα τα ρετιρέ των πολυκατοικιών.

Κοιτάζω, βαδίζοντας πάνω στο γυαλιστερό

σαν κόκαλο πλακόστρωτο, θα έλεγα οσφραίνομαι

πεζός και μεθυσμένος-διάτρητος από γερασμένα

αστέρια και μουσικά παράθυρα-

τη μεγάλη, οικεία συνοικία:

Το μαύρο, υγρό Καλοκαίρι την επιχρυσώνει,

με τις αναθυμιάσεις που φέρνει ο αέρας

από τους λόφους του Λάτσιο, καλύπτοντας

με χρυσόσκονη σιδηροτροχιές και προσόψεις.

Και πως ευωδιάζει, μέσα στην αποπνικτική

ζέστη που γίνεται χώρος κι αυτή, διάστημα,

αυτό το διάζωμα: από το Πόντε Σουμπλίσιο

ως το Τζανίκολο, η βρώμα ανακατεύεται με την έκσταση

της ζωής που δεν είναι ζωή. Μιαρά σημάδια

που άφησαν μεθύστακες των γεφυριών,

αρχαίες πουτάνες, ορδές ανυπότακτων νεολαίων:

Μιάσματα ανθρωπιάς, ανθρωπινώς μεταδιδόμενα,

παραμένουν εκεί να μαρτυρούν, βιαίως και σιωπηλώς,

αυτούς τους ανθρώπους τα χαμηλά τους κι αθώα

ένστικτα, τους μίζερους απώτερους σκοπούς τους.


Pier Paolo Pasolini

Η Frida Kahlo στη Marty McConnell


δεν αρκεί να φύγεις- πρέπει να

να μείνεις μακριά. εκπαίδευσε την καρδιά σου

σαν σκύλος. Άλλαξε τις κλειδαριές.

ακόμα και στο σπίτι που δεν έχει ποτέ

Είσαι τυχερό, τυχερό κορίτσι.

Έχεις ένα διαμέρισμα...

ακριβώς στο μέγεθός σου. Μια μπανιέρα.

γεμάτη τσάι. Μια καρδιά στο μέγεθος της

της Αριζόνα, αλλά όχι τόσο άνυδρη. 

Μην εύχεσαι να φύγεις...

το ραγισμένο παρελθόν σου, 

τα στραβά δάχτυλα των ποδιών σου,

τα προβλήματά σου

είναι μαριονέτες από χαρτί.

που έφτιαξες ή αγόρασε επειδή ο πωλητής

στην αγορά ήταν τόσο συναρπαστικός που απλά...

που έπρεπε να τις έχεις. Έπρεπε να τον έχεις.

Και το έκανες. Και τώρα κατεβάζεις

τη γέφυρα ανάμεσα στα σπίτια σας,

τον κάνεις να τηλεφωνήσει πριν...

να τον επισκεφτείς, παίρνεις έναν εραστή

για δεδομένο, παίρνεις

έναν εραστή που σε κοιτάζει

σαν να είσαι μαγική.

το πρώτο μπουκάλι που θα καταναλώσεις

σε αυτό το μέρος ένα κειμήλιο. Τοποθέτησέ το

σε όποιον βωμό κι αν φτιάξεις.

με ένα μαχαίρι και πέντε βατόμουρα.

Μην χάσεις πολύ βάρος.

τα ηλίθια κορίτσια πάντα προσπαθούν

...να εξαφανιστούν για εκδίκηση. Και εσύ...

δεν είσαι ηλίθια. Αγαπούσες έναν άντρα...

με περισσότερα χέρια από μια παρέλαση

από ζητιάνους, και τώρα στέκεσαι εδώ.

και η καρδιά σου σαν κρεβάτι με ουρανό. 

Η καρδιά σου σαν καμβάς.

Η καρδιά σου διαρρέει κάτι τόσο δυνατό...

που το μυρίζουν στο δρόμο.


Marty McConnell

Διάλεξη για τους εφιάλτες σε επτά νύχτες


Μπορούμε να βγάλουμε δύο συμπεράσματα, τουλάχιστον απόψε- αργότερα μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη. Το πρώτο είναι ότι τα όνειρα είναι ένα αισθητικό έργο, ίσως η αρχαιότερη αισθητική έκφραση. Παίρνουν μια παράξενα δραματική μορφή. Εμείς είμαστε το θέατρο, οι θεατές, οι ηθοποιοί, η ιστορία. Το δεύτερο αναφέρεται στη φρίκη των εφιαλτών. Η ξύπνια ζωή μας βρίθει από τρομερές στιγμές: όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η πραγματικότητα μας κατακλύζει. Ο εφιάλτης έχει μια ιδιαίτερη φρίκη, και αυτή η φρίκη μπορεί να εκφραστεί σε οποιαδήποτε ιστορία.

Λοιπόν, τι θα γινόταν αν οι εφιάλτες ήταν αυστηρά υπερφυσικοί; Αν οι εφιάλτες ήταν κραυγές από την κόλαση; Τι θα γινόταν αν οι εφιάλτες λάμβαναν κυριολεκτικά χώρα στην κόλαση; Γιατί όχι; Τα πάντα είναι τόσο παράξενα που ακόμη και αυτό είναι δυνατό.


Jorge Luis Borges

Η βαριά αρκούδα που προχωράει μαζί μου

Η βα­ριά αρ­κού­δα που προ­χω­ρά­ει μα­ζί μου,

Λε­κια­σμέ­νη στο πρό­σω­πο από μέ­λι,

Πα­τά­ει άχα­ρα κι αδέ­ξια εδώ και ΄κει,

Κι εί­ναι πα­ντού το κε­ντρι­κό μο­τί­βο,

Αυ­τή η πει­να­σμέ­νη, ητ­τη­μέ­νη, αγροί­κα αρ­κού­δα

Που ει­ν’ ερω­τευ­μέ­νη με ζα­χα­ρω­τά, με τον θυ­μό, τον ύπνο,

Ένα τρε­λό παι­δί για όλες τις δου­λειές που τα μπερ­δεύ­ει όλα

Σκαρ­φα­λώ­νει στο κτί­ριο, κλω­τσά­ει στο πο­δό­σφαι­ρο,

Τον αδελ­φό του εγκλω­βί­ζει στην φορ­τω­μέ­νη με το μί­σος πό­λη

Ανα­πνέ­ο­ντας δί­πλα μου, αυ­τό το ζώο το βα­ρύ,

Αυ­τή η βα­ριά αρ­κού­δα που στο πλάι μου κοι­μά­ται,

Ουρ­λιά­ζει στον ύπνο της για ένα κό­σμο ζά­χα­ρης,

Για μια γλυ­κύ­τη­τα εσω­τε­ρι­κή όμοια μ’ αγκα­λιά νε­ρού,

Ουρ­λιά­ζει στον ύπνο της για το σφι­χτό σκοι­νί

Που χα­λα­ρώ­νει και τα σκο­τά­δια από κά­τω χά­σκου­νε

– Πα­νι­κό­βλη­τος ο υπε­ρό­πτης που κορ­δώ­νε­ται,

Ντυ­μέ­νος το κου­στού­μι του με φου­σκω­μέ­νο τον κα­βά­λο,

Αγω­νιά να σκέ­φτε­ται πως το τρε­μου­λια­στό του κρέ­ας

Στο τέ­λος θα πρέ­πει να σκιρ­τή­σει σ’ ένα τί­πο­τα.

Αυ­τό το ζώο το ανα­πό­φευ­κτο μα­ζί μου προ­χω­ρά,

Ήδη μ’ ακο­λου­θεί από το έρε­βος της μή­τρας,

Κι­νεί­ται όπου κι­νού­μαι, δια­στρε­βλώ­νο­ντας τα νεύ­μα­τά μου,

Μια γε­λοιο­γρα­φία, μια πρη­σμέ­νη σκιά,

Του πνεύ­μα­τος ένας βλα­κώ­δης κλό­ουν,

Μπερ­δεύ­ει και προ­σβάλ­λει με την σκο­τει­νιά του,

Κρυ­φή ζωή κοι­λιάς κι οστού,

Θο­λά, πο­λύ κο­ντά, μες στα προ­σω­πι­κά μου, άγνω­στο,

Πα­λεύ­ει ν’ αγκα­λιά­σει την αγα­πη­μέ­νη μου

Που μα­ζί της θα περ­πά­τα­γα χω­ρίς αυ­τό από δί­πλα,

Χυ­δαία την αγ­γί­ζει, αν και μια μό­νο λέ­ξη

Θα γύ­μνω­νε την καρ­διά μου και θα με έκα­νε σα­φή,

Σκου­ντου­φλά­ει, σπαρ­τα­ρά και αγω­νί­ζε­ται να ταϊ­στεί

Με σέρ­νει μα­ζί του κα­θώς το στό­μα του ανοι­γο­κλεί­νει,

Εν μέ­σω εκα­το­ντά­δων χι­λιά­δων όμοιων μ’ αυ­τό,

Η οχλα­γω­γία της πεί­νας πα­ντού.


Delmore Schwartz

Delmore Schwartz

Delmore Schwartz