Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2023

Η μνήμη των αναμνήσεων

Η ανύψωσις του χεριού σου

Έχει τη χάρι ζαρκαδιού που τρέχει

Σε χλόη γαλάζια σαν τα φύλλα της καρδιάς σου

Το στεφάνι που έρριξες στο λαιμό του αλόγου

Είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων

Η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη

Δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων

Δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού

Είναι μια συλλογή ενθυμημάτων

Που η διαφάνειά των ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου

Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν

Οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια

Στην επιφάνειά των πλέχουν χίλιες μικρές πομφόλυγες

Περιέχουν το πεντάσταγμα της απαλής καρδιάς σου

Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μου

 Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μας

Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους

Μπροστά μου το λειβάδι απλώνεται όπως χθες

Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες

Όμως εσύ δεν ήλθες

Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας

Είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε

Τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί

Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο

Χωρίς να την αφήση χλιμιντρίζει

Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του

Στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε

Το άλογο αυτό και εγώ

Είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο

Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά

Είμεθα κένταυρος που ξέρει

Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθης

 

Ανδρέας Εμπειρίκος

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

Η απώλεια της αγάπης

Μπαίνοντας σ’ ένα άδειο μέρος,

Χωρίς να τη βρω σε κανένα δωμάτιο

Τα κεριά και τα φώτα που ανάβω

Αργοσβήνουν μπροστά σ’ έναν άνεμο μελαγχολίας.


Χοντρή η επιφάνεια της σκόνης απλωμένη παντού

Ένα ταιριαστό θλιβερό μέρος να γράψεις το όνομά της

Ή να σχεδιάσεις το πρόσωπό της με τον τρόπο που κοίταξε

Εκείνη τη θρυλική νύχτα που ήρθε.


Το παλιό σπίτι καταρρέει σιγά-σιγά

Κάθε μέρα ακούω τον απαίσιο γδούπο

Που λέει πως ένα άλλο άνοιγμα υπάρχει εκεί

Να περνούν οι άνεμοι και να πλημμυρίζουν οι καταιγίδες.


Οι οπωρώνες μου στενάζουν και γέρνουν από φρούτα

Όπου, με Ινδική σοφία οι μέλισσες φέρνουν γύρω

Τ’ άφησα να σαπίζουν πάνω στα κλωνάρια

Και τρώω ότι πέφτει στο χώμα.


Οι βαριές αγελάδες κοπίασαν

Στην αγωνία με σβολιασμένες θηλές

Τα χέρια μου είναι χαλαρά

το αίμα μου κρύο.

Απορώ πως η καρδιά μου χτυπάει ακόμα.


Δεν έχω καμία επιθυμία να κλάψω ή να τραγουδήσω,

Ούτε επιθυμία να προσευχηθώ ή να καταραστώ

Η απώλεια της αγάπης είναι φοβερό πράγμα

Λένε ψέματα εκείνοι που πιστεύουν πως ο θάνατος είναι χειρότερος.


μετ. Γεωργ. Νικ. Σχορετσανίτ

Countee Cullen


Το απολωλός


Άδικα ψάχνεις, Κύριε, το απολωλός

κι άδικα θα χαρείς την εύρεσή του.


Αντίθετα, να ’σαι υπερήφανος

που διάλεξε με παρρησία να σ’ αρνηθεί

για την «τιμή και την πεποίθησί του».


Το απολωλός θα ζήσει κατά την κρίση του

και σύμφωνα μ’ αυτήν στο τέλος ίσως θα κριθεί.


Η ανησυχία και η θλίψη Σου

θα ’πρεπε μάλλον να στραφούν

στα υπόλοιπα ενενήντα εννέα: σε μας.


Με τη μορφή προβάτων, αδιάκοπα κοντά Σου

μας έχεις αιώνες τώρα

και για πάντα χάσει.


"Ο άνθρωπος μόνος", 2009

Γιάννης Βαρβέρης

Απώλεια


Δεν υπάρχει ζωή που

να μην είναι αθάνατη

έστω και για μια ελάχιστη στιγμή.

Ο θάνατος φτάνει πάντα καθυστερημένος

μετά από εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.


Wislawa Szymborska

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Άτιτλο

Εδώ, στον τόπο της σφαγής ξανά, στα ίχνη των πυκνών ερώτων πάλι, κι ας λαχταρούσαν να χαθούν,   

ταξιδευτές, σε πόλεις και τερπνές υπαίθρους.

Οι καταβάσεις ψέμα, οι διαδρομές, πώς λιγοστέψαν οι διαδρομές,                                            

ο αέρας τόσο σπάνιος, η ακινησία, δρόμος κανείς, στα όρη στα βουνά, ούτε φυγή, 

μονάχα θεία πνιγμονή-

κολυμπητές στης άμμου τα βαθιά, όπως τυφλό, σε αρτηρία τυφλή

ουρλιάζει το αίμα


Τζένη Μαστοράκη

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Η γέφυρα του Μπρούκλιν


Μπήξε μια φωνή

από τη χαρά σου Coolidge

Για κάτι τέτοια εγώ

με όλη μου την καρδιά τα  σπαταλάω τα λόγια.

Κοκκινίσετε λοιπόν

όμοια με της σημαίας μου το ύφασμα

τέτοιον έπαινο ακούγοντας

κι ας πα’ να ‘σαστε σεις

δέκα φορές που λέει ο λόγος

οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Όπως μέσα στην εκκλησία μπαίνει

με κατάνυξη ο πιστός

όπως, απλός και σοβαρός

πάει να κλειστεί σ’ ένα κελί και ν’ ασκητέψει,

όμοια κι εγώ

μέσα στα σύννεφα που απλώνει

το ηλιοβασίλεμα το αποκαλυπτικό

με ταπεινοσύνη αληθινή ανεβαίνω

πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.

Όπως εισβάλλει ο νικητής σε κάποια πολιτεία

που την πνίγει ο κορνιαχτός

καβάλα στα κανόνια του

πόχουν λαιμό αψηλό σαν της καμηλοπάρδαλης –

όμοια κι εγώ, γιομάτος περηφάνια

κι όλος δίψα για ζωή

πάω καμαρωτός να σκαρφαλώσω

πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.

Όπως ένας ζωγράφος που δεν του κόφτει και πολύ

κάθεται ώρες κι ατενίζει

μ’ έρωτα και με προσοχή

σ’ ένα Μουσείο κάποια Παναγία,

όμοια κι εγώ, μες στους αιθέρες στέκω

τους σπαρμένουμς μ’ άστρα

ορθός, ατενίζοντας τη Νέα Υόρκη

ψηλά πάνω απ’ τη γέφυρα του Μπρούκλιν.

Βαριά κι ασφυχτική την ώρα που βραδιάζει

θα ‘λεγες, η Νέα Υόρκη

τα ‘χει όλα λησμονήσει και βάσανα και ορόφους

και μονάχα των σπιτιών οι ψυχές φαντάζουν

μέσα στο διάφανο των παραθύρων φέγγος.

Εδώ ψηλά μόλις που ακούγεται

των βαρούλκων ο βόμβος,

κι είν’ ένας τέτοιος πάλι βόμβος πιο γλυκός

που σε κάνει να μαντέψεις πως

περνάν σιδηροδρομικοί συρμοί

κυλώντας και τραντάζοντας

με χλαπαταγή σάμπως να βάλθηκε

κάποιος στην πιατοθήκη να σωριάζει πιάτα.

Κι όταν η ώρα φτάσει που

– σαν από κάποιου ρυακιού το ανάβρυσμα –

το παιδί του μπακάλη

πάει να κάνει διανομή τα πακέτα τη ζάχαρη,

ακριβώς είναι τότε όπου θωρείς

κάτω απ’ τη γέφυρα κατάρτια να διαβαίνουν

αψηλά στο μπόι, το πολύ όσο και μία καρφίτσα.

Νιώθω περήφανος, το λέω

για τούτο-δω το ατσάλινο χιλιόμετρο

να τα ζωντανεμένα τα παλιά όνειρά μου –

να ξεπεράσει με τη δύναμή της

η απλή κατασκευή τους παλαιούς ρυθμούς,

τα μπουλόνια τ’ ατσάλινα

μόνο αυτά να λογαριάζουν

και ο υπολογισμός τους ο ακριβής.

Κι αν ακόμα υποθέσουμε

ότι κάποτε η συντέλεια του κόσμου εσήμαινε

κι ότι το χάος έφερνε καπάκι

τον πλανήτη μας ολάκερο

αν υποθέσουμε ότι δεν απόμεινε παρά

μονάχ’ ετούτ’ η γέφυρα,

τεντωμένη περήφανα πάνω απ’ τις ύστερες τις τέφρες

πάλι και τότε –

με τον ίδιο τρόπο που από κάτι οστά

πιο ψιλά κι από βελόνες,

ξαναστήνονται οι πελώριες σαύρες

στα βάθρα των Μουσείων –

θα μπορούσε κάλλιστα

ξεκινώντας απ’ αυτή τη γέφυρα

των αιώνων ο γεωλόγος

απαρχής να συναρμόσει πάλι

τους σημερινούς καιρούς.

Θα μπορούσε να πει:

να!  τούτο-δω που βλέπετε το ατσάλινο ποδάρι

από τη μια στην άλλη του άκρη

έσμιγε θάλασσες και κάμπους,

από κείνο-κει το μέρος

η Ευρώπη κατά τα δυτικά εξορμούσε

τα ινδιάνικα φτερά της

χάνοντας στον άνεμο.

Κοιτάξτε τούτο το πλευρό

που φανερά θυμίζει κάποια μηχανή –

και φανταστείτε πόσα μπράτσα στ’ αλήθεια

θα χρειαζόταν κανείς ώστε

με το ποδάρι του πάνω στο Μανχάταν

στηριγμένο γερά να τραβήξει επάνω του

θέλω να πω στα χείλη του,

ολάκερο ένα Μπρούκλιν;

Αν κρίνω απ’ τα καλώδια τα ηλεκτρικά –

το συμπέρασμα είναι απλό –

πρόκειται για την εποχή

που διαδέχτηκε την ανακάλυψη του ατμού –

εδώ πέρα κιόλας οι άνθρωποι

ούρλιαζαν απ’ τα ραδιόφωνα

εδώ πέρα κιόλας οι άνθρωποι

πετούσαν μ’ αεροπλάνα.

Η ζωή εδώ πέρα

γι’ άλλους ήτανε αμεριμνησία σωστή,

γι’ άλλους πάλι – ατέρμονη κραυγή

λιμού και πείνας.

Από τούτο-δω το μέρος

οι άνεργοι δίνανε βουτιά

στον ποταμό τον Hudson

να πνιγούνε.

Και μπορώ εύκολα να συνεχίσω

με λεπτομέρειες πιο πολλές τον πίνακά μου,

τόσο που, ακολουθώντας κάποιος

τα ηχερά τα πλέγματα

θα ‘βγαινε ίσια στους πρόποδες των άστρων.

Ορίστε, που σα να τον βλέπω ακόμη –

στο σημείο αυτό

κάποτ’ εστάθη ο Μαγιακόφσκι

ορθός εστάθη κι ύφαινε

λέξη προς λέξη τα ποιήματά του.

Αυτή ‘ναι η γέφυρα του Μπρούκλιν.

Ώρες κάθομαι και την κοιτάζω

καθώς θα κοίταζ’ ένας Εσκιμώος

το τραίνο που περνάει,

δεν ξεκολλάω από πάνω της

τσιμπούρι της γίνομαι και λέω

Α ναι, μάλιστα…

μια τέτοια γέφυρα –

είναι η αλήθεια η ίδια


(1925)

μτφρ. Οδυσσέας Ελύτης

Vladimir Mayakovsky

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Ο πατέρας

 Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός

Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του

Κάτω απ' τη μαύρη του τραγιάσκα

Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του


Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ

Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου

Με τα ηλιοψημένα χείλια του

Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο

Κάτω απ' την κληματαριά τής αυλής


Αψηλός και δυνατός ήταν

Κι όταν με σήκωνε αψηλά

Με τ' ατσαλένια μπράτσα του

Δε φοβόμουν καθόλου

Όπως κι εκείνος δε φοβόταν

Ούτε τη ζωή του

Ούτε το θάνατό του:

Περνούσε με το τρένο του

Σφυρίζοντας

Μες απ' τις σκοτεινές

Τις στοιχειωμένες σήραγγες

Και τις νικούσε


Από τη συλλογή Θαλασσινό Ημερολόγιο (1981)

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου