Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι


Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.

Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.

Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί

ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια...

Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός, γεγονότα συνέβησαν...

Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πώς πέθανε κι ο πατέρας.


Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια.


Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε.


(Από τη συλλογή Οι πυροτεχνουργοί, 1979)

Γιώργος Μαρκόπουλος

Σκοινάκι


Ήμουν μικράκι

κι όλο έκανα σκοινάκι.

Πηδούσα χαρωπά απ’ τον ένα

στον άλλο και τον άλλον ήχο

ψηλά με το σκοινάκι είχα το νου

αλλά το άφησα

μου έπεσε

στη μέση τ’ ουρανού.

Τώρα ήχο ήχο

στη στρατόσφαιρα

στα αζήτητα

το σκοινάκι

πήρε μαζί του

και τη βαρύτητα.


«Στα ξένα», εκδ. Κέδρος, 2001

Γιάννης Βαρβέρης

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Δήμητρα

 Όπου έζησα -χειμώνας και άγρια γη

Kάθισα στο κρύο πέτρινο δωμάτιό μου

και διάλεξα δυνατές λέξεις, γρανίτη, πυρόλιθο,

για να σπάσω τον πάγο.


H ραγισμένη μου καρδιά-

-προσπάθησα να το αποτρέψω-

όμως  γλίστρησε, επίπεδη,

πάνω στην παγωμένη λίμνη.


Εκείνη ήρθε από πολύ πολύ μακριά,

αλλά την είδα τελικά να περπατά,

η κόρη μου, το κορίτσι μου,

πάνω στους αγρούς,

με πόδια γυμνά,

να φέρνει όλα τα λουλούδια της άνοιξης

στο σπίτι της μητέρας της.


Ορκίζομαι πως ο αέρας μαλάκωσε

και έγινε θερμός

με την κίνησή της,

ενώ ο γαλάζιος ουρανός χαμογελούσε, την ίδια ακριβώς στιγμή,

με το μικρό ντροπαλό στόμα ενός νέου φεγγαριού.


 Carol Ann Duffy 

Εκπαίδευση για τον ελεύθερο χρόνο


Σήμερα θα σκοτώσω κάτι. Ο,τιδήποτε.

Αρκετά αγνοήθηκα και σήμερα

θα το παίξω Θεός. Είναι μια συνηθισμένη μέρα,

μια απόχρωση του γκρι με βαρεμάρα ανακατώνονται στους δρόμους.

Λιώνω μια μύγα στο παράθυρο με τον αντίχειρά μου.

Το κάναμε αυτό στο σχολείο. Σαίξπηρ. Ήταν σε

μια άλλη γλώσσα και τώρα η μύγα είναι σε μια άλλη

γλώσσα.

Εκπνέω ταλέντο στο τζάμι για να γράψω τʼ όνομά μου.

Είμαι μία ιδιοφυία. Θα μπορούσα να γίνω στʼ αλήθεια ο,τιδήποτε,

έστω και με μισή ευκαιρία. Όμως σήμερα θα αλλάξω τον κόσμο.

Τον κόσμο του κάτι. Η γάτα με αποφεύγει. Η γάτα

ξέρει ότι είμαι μία ιδιοφυία, και κρύφτηκε.

Χύνω το χρυσόψαρο στον καμπινέ. Τραβάω καζανάκι.

Βλέπω ότι αυτό είναι καλό. Το παπαγαλάκι πανικοβάλλεται.

Κάθε δεκαπέντε μέρες, περπατώ δυο μίλια μέχρι την πόλη

για το επίδομα. Υπογράφω. Δεν εκτιμούν το αυτόγραφό μου.

Δεν έμεινε τίποτα να σκοτώσω. Τηλεφωνώ στο ράδιο

και λέω στον σπίκερ ότι μιλάει με έναν σούπερ-σταρ.

Μου το κλείνει. Παίρνω το κουζινομάχαιρο και βγαίνω.

Τα πεζοδρόμια αστράφτουν άξαφνα. Αγγίζω το χέρι σου.


Carol Ann Duffy

Άτιτλο

 Κι ύστερα τι

δεν είχε τίποτα να φοβηθεί ή να κρύψει

οι φτωχοί δεν έχουν τίποτα να κρύψουν έλεγε

κι έγραφε με το δάχτυλο ένα κύκλο στο χώμα

και μέσα του στο κέντρο ένα ανθρωπάκι

η παραλία ήταν ήσυχη

κάποιος είχε ρίξει μια πετονιά

και περίμενε χωρίς να τρέμει

στο γυρισμό είχε βραδιάσει

τον βρήκε στην ίδια θέση

και για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια από τότε που

ήτανε μικρό παιδί

του ’ρθε η επιθυμία

εκεί πίσω από τον άνθρωπο

να πάρει ένα χαλίκι και να το πετάξει στη θάλασσα

θαρρώ πως πήρε ένα

το ’σφίξε στη χούφτα του στάθηκε μια στιγμή

ο άνθρωπος εκεί ένα γυρτό μαύρο σημάδι

συνέχισε

το καφενείο ήταν κλειστό οι καρέκλες ανάκατες

κάθησε σε μια δίπλα στο τζιου-μποξ

στ’ αυτιά του ακόμα η πλάκα από τ’ απόγεμα

το φανταράκι απόψε πάλι

η Αλεξανδρούπολη είναι μακριά

ο Αριστείδης αυτή την ώρα θα γράφει γράμματα που δε

θα στείλει

ή θα σκέφτεται σκοπιά

θα μακαρίζει εμάς τους έξω

και θα ονειρεύεται μια βαθιά πολυθρόνα

έναν καφέ που θα πίνει μ’ αργές γουλιές

και τσιγάρα αμέτρητα τσιγάρα

στο μυαλό του ακόμα η πλάκα

έχει μεράκια

βλακείες είπε κι ένιωσε το κρύο

από τη νύχτα και τη θάλασσα

ήθελε να σηκωθεί και να φύγει

κι έμενε εκεί στην καρέκλα δίπλα στο τζιου-μποξ

χωρίς να κοιτάζει τη θάλασσα

και το μικρό πράσινο φωτάκι του φάρου

μια ν’ ανάβει μια να σβήνει

το τραγούδι συνέχιζε μέσα του και τον ενοχλούσε

γιατί έχει μέρες να πάρει γράμμα

μ’ αρέσει να βλέπω τους άντρες να ξυρίζονται

όλους;

ναι όλους

κι ύστερα το λίγο αίμα που έτρεξε

σκατά είπε και πάλι δεν κινήθηκε

ο άνθρωπος’ με την πετονιά σκέφτηκε και κρύωνε πάλι

το τραγούδι ακόμα

απ’ το κορίτσι του

ηλίθιε φώναξε δυνατά και σηκώθηκε ντροπιασμένος

όταν είδε λίγο πιο κάτω αριστερά στον άσπρο τοίχο με

τις διαφημίσεις

δυο νεαρούς να τρέχουνε και να χάνονται στο στενό

πήγε στον τοίχο

το χρώμα έσταζε σαν αίμα κάτω από τα γράμματα

μαλάκα είπε τρόμαξες τα παιδιά

είχε αρχίσει να ξημερώνει


Αγγελική Ελευθερίου

Άτιτλο

 Στον ύπνο της έβλεπε όνειρα ερωτικά

ξύπνησε με διάθεση να φάει φαγιά ωραία και γλυκά πολλά

γλυκά

δε βρήκε παρά ένα βαζάκι με ζαχαρωμένο σταφύλι

από το περασμένο καλοκαίρι

της το ’χε φέρει η μάνα της και δεν ξέρει πώς

αλλά της ήρθε να πει

το ’πε κιόλας «Θεός σχωρέσ’ την»

στάθηκε μια στιγμή άφησε το κουταλάκι στο γλυκό μπήκε

στο δωμάτιο

και πια ήξερε

μέρες τώρα την τριγύριζε

πως η αγωνία ξανάρθε

δεν ήθελε

ο καιρός ήταν ωραίος άνοιξη

είχε κατέβει και στα μαγαζιά

αγόρασε υφάσματα χρωματιστά

άκουσε κάτι γυναίκες στο τρόλεϋ που μιλούσαν για

χρώματα

φορέματα και τέτοια της άρεσε

σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη μάνα της

όχι τώρα αργότερα είπε

μπορεί να καταλάβει τώρα

τι να καταλάβει είπε και τ’ άφησε

μπήκε στο δωμάτιο άναψε τσιγάρο

το σπίτι βρώμισε σκέφτηκε κι ανασκουμπώθηκε

και θυμήθηκε που όταν ήτανε μικρή και μαλώνανε οι

γονείς της

όλο δουλειές έκανε κι έτρωγε και ξύλο κι όλο μαλώναν κι όλο

το ίδιο κι όταν ο άντρας της γύριζε με νεύρα

όλο έκανε για να περάσει η μπόρα όπως λέγανε και δεν

επέρναγε

κι άρχισε να σπάει και να πετάει να ξεκαθαρίζει τα παλιά

έβαλε και μουσική που της άρεσε

κι άρχισε να χορεύει γύρω απ’ τα σκουπίδια

κουράστηκε και σταμάτησε

από τα πόδια και τα χέρια της έτρεχε αίμα

σκοτωμένο το ’πε

πλύθηκε κι άλλαξε

το τηλέφωνο χτύπησε ήταν η μάνα της

το ακουστικό το κρατούσε λίγο μακριά


Αγγελική Ελευθερίου

Άτιτλο

 


Κάποτε θα ‘πρεπε αυτή η ιστορία να τελειώνει

μαζί ή μόνη

μαζί

μόνη

όχι μαζί

και ξανά μόνη

να μείνει ή να φύγει

να μείνει

να φύγει

να μείνει να

να φύγει πάλι

Στο τέλος αποφάσισε

ό,τι ήταν από αρχής συντελεσμένο

μαζί

να μείνει μόνη

μαζί να φύγει

μόνη

Πες μου μια ιστορία χωρίς τέλος


Αγγελική Ελευθερίου