Φαντάσου τα σύννεφα να στάζουν.
Άνοιξε μία τρύπα στον κήπο σου
και φύτεψέ τα μέσα.
1963 Spring
Yoko Ono
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι σκύλοι μ'άσπρα λουλούδια στο κεφάλι περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Φαντάσου τα σύννεφα να στάζουν.
Άνοιξε μία τρύπα στον κήπο σου
και φύτεψέ τα μέσα.
1963 Spring
Yoko Ono
Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσια μπλε φωτάκια κι ένα πορτοκαλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί
Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους
είσαι απο εκείνα τα παιδιά
που μέσα στο μυαλό τους έχουν
ένα σπασμένο πύργο ελέγχου
κι ένα ραντάρ μες στην καρδιά
Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες πεταλούδες κι ένα χρυσό πουλί
και τα διακόσια ένα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί
Πετάς κι εγώ μονάχα ξέρω
τι σ’ έχει κάνει να κρατάς
την πιο τρελή γραμμή πορείας
χωρίς μια ζωνη ασφαλείας
χωρίς να σκέφτεσαι που πας
Πτήση 201 απο Βουδαπέστη
διακόσιες μπαλαλάικες κι ένα μικρό βιολί
και τα διακόσια ενα με φέρνουνε σε σένα
που με περιμένεις πίσω απ’ το γυαλί
Μαριανίνα Κριεζή
Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.
Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.
Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.
Λευτέρης Πούλιος
Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολόνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δώματα με τα νεκρά πουλιά
ο Αίγιστος το δίχτυ ο Κώστας
ο Κώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα
που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Κώστας σκοτωμένος
ο Ορέστης σκοτωμένος
ο Αλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Κώστας ο Ορέστης ο Αλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει από τον ουρανό
τ’ άλογα τ’ Αχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμα τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή στους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Οιδίποδας
είναι ο Ηλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Ηλίας της λαχαναγοράς
Μίλτος Σαχτούρης
Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να 'χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να 'σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν' αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ' το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,
αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν' ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν' αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,
αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ' αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ' την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν' αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν' αντέξεις σ' αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα 'χεις
άλλο εξόν απ' τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,
αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ' άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας
στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής σου,
τότε θα 'ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να 'σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.
Rudyard Kipling
Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε τη χώρα.
Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων λιμνών
και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ως το σταθμό των αναχωρητών.
Εκεί δε βρέθηκε καμιά βοήθεια γιατί το βέλασμα των μεγαλοσαύρων
εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του κι από δω κι από κει
και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν τα πραγματικά γεγονότα
στην περιιπτάμενη γαμήλιο πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου.
Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία. Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική.
Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους. Οι κρόταφοι των νεκρών ανθούσαν.
Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης είχε σχηματίσει διώρυγα
στο στενότατο σημείο του περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένες με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών ισχνοτέρων και από τα κόκαλα μιας νυχτερίδος.
Ανδρέας Εμπειρίκος