Πλήρης ημερών
πλήρης νυκτών
ερώτων
λύπης
κόπου
Αλόη Σιδέρη
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι σκύλοι μ'άσπρα λουλούδια στο κεφάλι περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Τη μέρα εκείνη χιόνιζε
κι αυτή η χάρτινη σακούλα
χόρευε στον αέρα γύρω μου
δεκαπέντε λεπτά·
εκείνη την ημέρα κατάλαβα
πως πίσω από τα πράματα
υπάρχει μια ολόκληρη ζωή.
Ναι, καμιά φορά
υπάρχει τόση ομορφιά στον κόσμο
που δεν μπορώ να την αντέξω, είπε.
Τρελάθηκες, του είπα
τι ομορφιά κι αηδίες
αυτή η χάρτινη σακούλα
χόρευε πάνω από ένα ψόφιο πουλί
κάποιος την είχε πετάξει
και το πουλί μαζί.
Βλέπεις εσύ τίποτα όμορφο;
ναι, είπε, έτσι απλά το είπε
βλέπω
υπάρχει ένας τρόπος να πλαγιάζεις ψόφιος.
Μαρία Λαϊνά
ΙΙ
Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, κρυώνω. Ήτανε, πράγματι, χειμώνας.
Το τζάμι τη λυπήθηκε, της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο.
Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, πού ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τι ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου; Είναι βροχή δωματίου.
Λεκτικά τοπία, 1983
Αργύρης Χιόνης
Τα πράγματα συγχέονται,
τα μέτρα διασαλεύονται,
όλες οι λέξεις λιώνουν,
χάνονται σε ένα ποτάμι μελωδίας.
Και εγώ αναζητώ τα δεσμά μου
στα μάτια σου.
Αναζητώ την αιχμαλωσία
στη σύγχυση των χρωμάτων
στην στιγμή που άφησα πίσω μου την υποταγή
και γεύτηκα την ελευθερία.
Επαναστάτησα εναντίον του δεσμώτη μου,
μα όταν ελευθερώθηκα με βασάνισε η λευτεριά.
Άφησε με να ζήσω στη λάμψη των ματιών σου
Κάνε τα χέρια σου αλυσίδες,
και ζέστανε με τη θέρμη τους
την παγωμένη νύχτα.
Επιθυμώ να με σκεπάσεις με το δικό σου φως,
Να βλέπω μέσα απ’ τα δικά σου μάτια
το μαγικό κόσμο της καρδιάς.
Επιθυμώ να υψώσεις τα κατάρτια σου
στις θάλασσες της δικής μου αγάπης,
να αλιεύσεις τα μαργαριτάρια της.
Τράβηξέ με στη δική σου τροχιά.
Δεν άδειασε το ποτήρι εντελώς.
Ναι, προτιμώ την αιχμαλωσία σου,
δεν με ελκύει πια η αύρα της ελευθερίας.
Wafaa Wagdi
Είναι καλύτερα θαρρώ σε χρόνια σαν κι αυτά
Του ποιητή το στόμα να μένει σιωπηλό, γιατί, μα την αλήθεια,
Δεν έχουμε το χάρισμα να επέμβουμε σ’ ενός πολιτικού δουλειά.
Είναι αρκετή του ποιητή η ανάμειξη, όση να ευχαριστήσει
Μια κόρη στη νωχέλεια της νιότης της,
Ή ένα γέροντα σε μία χειμωνιάτικη νυχτιά.
W. B. Yeats
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους.
Κραυγές της νύχτας (1960)
Κλείτος Κύρου
Γυρίζεις πάντοτε, μελαγχολία,
Ώ, γλυκύτητα της μοναχικής ψυχής.
Διάπυρη οδεύει προς το τέλος της η χρυσαφένια μέρα .
Με ταπεινότητα λυγίζει στον πόνο ο υπομονετικός,
Βγάζοντας ήχους αρμονίας και τρυφερής παραφροσύνης
Κοίτα! Σκοτεινιάζει κιόλας
Ξαναγυρίζει η νύχτα και κάτι θνητό παραπονιέται
Και κάποιο άλλο πάσχει μαζί του
Τρέμοντας κάτω από τα φθινοπωρινά αστέρια
Το κεφάλι σκύβει βαθύτερα χρόνο με το χρόνο.
Georg Trakl