Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Παρά ένα δώδεκα μαγικά παραμύθια


ΙΙ

Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, κρυώνω. Ήτανε, πράγματι, χειμώνας.

Το τζάμι τη λυπήθηκε, της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο.

Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, πού ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.

Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τι ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου; Είναι βροχή δωματίου.


Λεκτικά τοπία, 1983

Αργύρης Χιόνης 

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2022

Τα δεσμά

 Τα πράγματα συγχέονται,

τα μέτρα διασαλεύονται,

όλες οι λέξεις λιώνουν,

χάνονται σε ένα ποτάμι μελωδίας.

Και εγώ αναζητώ τα δεσμά μου

στα μάτια σου.

Αναζητώ την αιχμαλωσία

στη σύγχυση των χρωμάτων

στην στιγμή που άφησα πίσω μου την υποταγή

και γεύτηκα την ελευθερία.

Επαναστάτησα εναντίον του δεσμώτη μου,

μα όταν ελευθερώθηκα με βασάνισε η λευτεριά.

Άφησε με να ζήσω στη λάμψη των ματιών σου

Κάνε τα χέρια σου αλυσίδες,

και ζέστανε με τη θέρμη τους

την παγωμένη νύχτα.

Επιθυμώ να με σκεπάσεις με το δικό σου φως,

Να βλέπω μέσα απ’ τα δικά σου μάτια

το μαγικό κόσμο της καρδιάς.

Επιθυμώ να υψώσεις τα κατάρτια σου

στις θάλασσες της δικής μου αγάπης,

να αλιεύσεις τα μαργαριτάρια της.

Τράβηξέ με στη δική σου τροχιά.

Δεν άδειασε το ποτήρι εντελώς.

Ναι, προτιμώ την αιχμαλωσία σου,

δεν με ελκύει πια η αύρα της ελευθερίας.



Wafaa Wagdi 

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Για κείνον που ζητάει ένα ποίημα για τον πόλεμο


Είναι καλύτερα θαρρώ σε χρόνια σαν κι αυτά

Του ποιητή το στόμα να μένει σιωπηλό, γιατί, μα την αλήθεια,

Δεν έχουμε το χάρισμα να επέμβουμε σ’ ενός πολιτικού δουλειά.

Είναι αρκετή του ποιητή η ανάμειξη, όση να ευχαριστήσει

Μια κόρη στη νωχέλεια της νιότης της,

Ή ένα γέροντα σε μία χειμωνιάτικη νυχτιά.


W. B. Yeats

Κραυγή δέκατη πέμπτη


Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ

Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα

Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο

Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της

Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά

Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας

Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα

Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού


Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε

Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε

Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα

Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο

Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν

Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά

Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες

Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες

Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.


Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν

Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ

Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια

Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε

Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ

Με σπασμένη φωνή που κλαίει

Κάθε φορά στη θύμησή τους.


Κραυγές της νύχτας (1960) 

Κλείτος Κύρου

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

Μπροστά σ'ένα παλιό άλμπουμ


Γυρίζεις πάντοτε, μελαγχολία,

Ώ, γλυκύτητα της μοναχικής ψυχής.

Διάπυρη οδεύει προς το τέλος της η χρυσαφένια μέρα .


Με ταπεινότητα λυγίζει στον πόνο ο υπομονετικός,

Βγάζοντας ήχους αρμονίας και τρυφερής παραφροσύνης

Κοίτα! Σκοτεινιάζει κιόλας


Ξαναγυρίζει η νύχτα και κάτι θνητό παραπονιέται

Και κάποιο άλλο πάσχει μαζί του

Τρέμοντας κάτω από τα φθινοπωρινά αστέρια

Το κεφάλι σκύβει βαθύτερα χρόνο με το χρόνο.


Georg Trakl

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

Ο βράχος και το κύμα


«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο

λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.

«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα

μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,

έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα

του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:

«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,

και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,

περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,

να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,

μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα

και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,

με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,

τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.

Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι

θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»


Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,

αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.

Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,

του φεγγαριού, που 'ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν

και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,

καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε

τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.


Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,

χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα

ν' αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,

και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;

Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,

αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,

και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,

εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;

Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»


«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος

χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.

Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,

έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.

Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,

σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,

ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ' αχνάρια...

Μ' έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...

Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου

το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου

τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.

Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,

καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,

γίγαντας στέκω εμπρός σου!»


Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του

εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.

Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει

σα να 'ταν από χιόνι.

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη

η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει

στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,

που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

 

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Πού θα είσαι;


Θα έρθουν με τήβεννους

να σωφρονίσουν

και με λευκές ρόμπες

να υποτάξουν

κι εσύ πού θα είσαι

όταν έρθουν;


Πού θα είμαστε όλοι εμείς

όταν έρθουν;


από το περιοδικό "Τεφλόν", 2014

Pat Parker