Εδώ δεν υπάρχουν δέντρα ή νερά,
ούτε καρδιές που να διψούν μαρτύριο.
Μονάχα χρώματα φωτιάς,
μονάχα κεραυνοί
και η ξερή σιωπή ανάμεσά μας.
Και οι σάλπιγγες φτάσαν στα στόματα.
Οι σάλπιγγες σκληρές στους τέσσερις
ορίζοντες.
Γιώργος Ιωάννου
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι σκύλοι μ'άσπρα λουλούδια στο κεφάλι περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Εδώ δεν υπάρχουν δέντρα ή νερά,
ούτε καρδιές που να διψούν μαρτύριο.
Μονάχα χρώματα φωτιάς,
μονάχα κεραυνοί
και η ξερή σιωπή ανάμεσά μας.
Και οι σάλπιγγες φτάσαν στα στόματα.
Οι σάλπιγγες σκληρές στους τέσσερις
ορίζοντες.
Γιώργος Ιωάννου
Ήθελε να φωνάξει – δεν άντεχε πια. Κανείς δεν ήταν ν’ακούσει,
κανείς δεν ήθελε ν’ακούσει. Φοβόταν και ο ίδιος τη φωνή του,
την έπνιγε μέσα του. Η σιωπή του εκρηγνύονταν. Κομμάτια απ’ το σώμα του
τινάζονταν στον αέρα. Αυτός τα μάζευε με πολλή προσοχή, εντελώς αθόρυβα,
τα’ βαζε πάλι στη θέση τους να κλείσει τις οπές. Κι αν έβρισκε τυχαία
μια παπαρούνα, ένα κίτρινο κρινάκι, τα μάζευε κι εκείνα, τα τοποθετούσε
στο σώμα του, σαν δικά του κομμάτια – έτσι διάτρητος, παράξενα ανθισμένος.
Γιάννης Ρίτσος
Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα , αυτό δεν μ` ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια
Δεν είναι ότι μ' έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—
Ούτε ότι μ' άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας ή των αστεριών
Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα : ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στον λευκό υετό του χειμώνα—
Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.
Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου , σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα .Σε γνώρισα αμέσως.
Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο , ένα πόδι.
Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.
Μτφ. Κατερίνα & Ελένη Ηλιοπούλου
Sylvia Plath
Αποκεφαλιστή
ανθισμένων ονείρων με στήμονες νεκροκεφαλές
ως συνήθως ευφυής
ελέγχοντας αυστηρά τα επίπεδα της σεροτονίνης
αυξομειώνοντας τις δόσεις του Prozac
ξαπλώνεις κάτω από το μονότονο ήχο της βροχής
μουρμουρίζοντας το Exit music for a Film των Radiohead
Και ζώντας κατʼ επανάληψη
ό, τι δεν έχει πια αξία
και άνευ σημασίας είναι εδραιωμένο ως συναίσθημα
κάνοντας τον σκύλο του Παβλόφ
να σαλιάζει στη θέα ενός πλαστικού οστού
που οι ακονισμένοι του κυνόδοντες
έχουν ρημάξει,
δεν κατανοείς την αλλαγή
Ο κόσμος έχει μετακινηθεί
ξεθάψανε τους νεκρούς σου
συγχώρεσες τον εαυτό σου
και ξανάκανες τα ίδια λάθη
Κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά σου
τους σάπιους μίσχους μιας ανθοδέσμης
που ξεχάστηκε χρόνια τώρα στο νερό
άπλωσες τον ρύπο
εμπιστευτικά
μυστικά
διαγράφοντας την ανάμνηση του γεγονότος
Στα δάχτυλά σου
μεγάλωσαν τα νύχια
και γαντζώθηκε η κόπωση
γιατί,
το να διαβάζεις ένα βιβλίο με τόσο μικρά γράμματα
πνιγμένο στις λεπτομέρειες
τοποθετώντας το χέρι σου κάθε φορά στο κατάλληλο σημείο
σε αποκάμει
φορτώνοντάς σου τη βαθιά θλίψη
όσων χαμένων κουβαλά κανείς
ένα δόντι, ένα καστανό μάτι, ένα φιλί
μια δύσοσμη αναπνοή, μια αγκαλιά,
τη δομή ενός κρυστάλλινου δακρύου
καθώς προσεκτικά το κουβαλάς
χρόνια τώρα
για να το χύσεις
το πολύτιμό σου
σʼ εκείνη τη μία και μόνη στιγμή
που κατρακυλώντας από τα μάγουλα
καμπανιστό θα διαλυθεί στο λευκό μου μάρμαρο.
Γιάννης Αντιόχου
Τόσα για σένα έχω γράψει κι όμως
νιώθω πως δεν σε ξέρω πια καθόλου
σαν άστρα είμαστε τ’ ουράνιου θόλου
που τα ’χει απομακρύνει κάποιος νόμος
επώδυνης βαρύτητας κι ο τρόμος
μιας σύντηξης ακόμα τ’ απωθεί,
αλλ’ απ’ τη γη λάμπουν σαν να ποθεί
το ένα τ’ άλλο…
Υπόθεση Ευδαιμονίας
Διονύσης Καψάλης
(απόσπασμα)
Τα παιδιά δεν είναι δικά σας παιδιά.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής για τον εαυτό της.
Έρχονται στον κόσμο μέσα από 'σας,
αλλά δεν προέρχονται από εσάς
και, παρότι είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε 'σας.
Mπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας
όχι όμως τις σκέψεις σας.
Γιατί έχουν τις δικές τους σκέψεις.
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους
όχι όμως την ψυχή τους.
Γιατί η ψυχή τους ζει στο σπίτι του αύριο
που εσείς δεν μπορείτε να το επισκεφτείτε ούτε καν στα όνειρά σας.
Μπορείτε να πασχίσετε να τους μοιάσετε,
μην προσπαθείτε όμως να τα κάνετε να σας μοιάσουν.
Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει πίσω
ούτε μένει στο χτες.
Eίστε τα τόξα απ’ τα οποία τινάζονται
σαν ζωντανές σαΐτες τα παιδιά σας.
Ο τοξότης βλέπει στόχο στη γραμμή του Απείρου
και σας λυγίζει με τη δύναμή του
ώστε οι σαΐτες του να φύγουν γοργά
και να φτάσουν μακριά.
Δεχτείτε το λύγισμά σας στα χέρια του με χαρά.
Γιατί αυτός,
όπως αγαπά τη σαΐτα που εκτοξεύεται,
αγαπά και το τόξο που είναι σταθερό.
Khalil Gibran
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.
Jorge Luis Borges