Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Ο απέραντος χώρος του τραπεζιού σου


Ο απέραντος χώρος, ο απλωμένος στο τραπέζι σου

Όπου κινείσαι σαν άλογο τινάζοντας τη χαίτη

Η ανατέλλουσα στους λόφους σελήνη, πιασμένη από

                                       το δόκανο των μηρών σου

Ο απέραντος χώρος διαχέεται ψηλά, πιο πάνω απ’ το

                                                            τραπέζι σου

Ο μπλε ουρανός ψάλει εκεί τα τραγούδια του, σ’ αυτό

                                      τον χώρο του τραπεζιού σου

Η έξαψη και ο ιδρώτας του έρωτα, σταγονίτσες θερμής

                                                                 υγρασίας

Και η πράσινη σκιά του γρασιδιού εκεί

Έρωτας κι αγκαλιάσματα εκεί, στο τραπέζι σου

Εκεί ανατέλλει ο απέραντος χώρος σαν καμβάς του

                                                   Τουλούζ Λωτρέκ

Πάνω στο νυχτερινό σου τραπέζι,- το περικυκλωμένο

                                                        με αγκαλιές


Biblap Majee

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Άτιτλο


Και αυτές οι γυναίκες και οι άντρες που ακάλεστοι

σαν έρωτες ήρθαν

που δεν προλάβαμε οτιδήποτε

γιατί βιαζόμασταν

και ησυχία εσωτερική δεν είχαμε.

Κι αυτά τα κόκκινα φανάρια

που περάσαμε πεζοί

αργά στους δρόμους της Εγνατίας

μεθυσμένοι

παρέα με κάποιο σκυλί

με το μάτι του τραυματισμένο

και τη ράχη του γεμάτη κολλημένες τσίχλες.

Το νυκτερινό λεωφορείο που πήραμε τόσες φορές

το ανοικτό παράθυρο να φυσάει ο αέρας

η τελευταία μπύρα

στη διαδρομή πριν το καληνύχτα.

Οι ταξιδιώτες που πάνε στο αεροδρόμιο

για να ταξιδέψουν

να βρουν τον αγαπημένο τους

ίσως άλλοι να βρουν δουλειά

ή άλλοι να βρουν τον εαυτό τους

και από το παράθυρο κοιτάνε

σα να ’ναι η τελευταία φορά.

Τα πάρκα, οι δρόμοι, οι γέφυρες στη Χαρίλαου

με θέα που κάθε Ανάσταση ή Πρωτοχρονιά

θα μας έβρισκε εκεί

με τα πυροτεχνήματα που ακόμα μου αρέσουν,

εκεί που ώρες καθίσαμε,

νυχτοπερπατήσαμε

και τα τσιγάρα

από πνευμόνι σε πνευμόνι γυρνούσαν.

Οι τοίχοι στους δρόμους

που άσπροι καθώς είναι

κάποιο επιδέξιο χέρι θα βρεθεί

να αφήσει την καύλα του με χρώμα και όνομα.

Οι ενοχές που δε μαρτυρήσαμε ούτε σε εμάς τους ίδιους.

Οι σιωπές που μαρτύρησαν μετά από μας.

Όλα τα σ’ αγαπώ τα στερημένα.

Για τα σπίτια των φίλων που μαζευόμαστε

χασομεράμε σε οθόνες

παίζουμε

βριζόμαστε

κι όλο φωτιές ανάβουμε

τη μια μετά την άλλη

και ακόμα μαλώνουμε με χάζι ποιος θα ’ναι ο πρώτος

και μια πρόταση με σωστή σύνταξη δεν μπορούμε να αρθρώσουμε.

Για τα όνειρα που βλέπαμε κι εξήγηση ζητούσαμε.

Γι’ αυτούς που αγαπάμε και όλο το ξεχνάμε.


Άγγελος Ευθυμιάδης

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

ο πεθαμένος ποιητής


 ο πεθαμένος ποιητής βρίσκεται ακόμα

μες στο συρτάρι του γραφείου του

πάνω απ’ τις κόλλες

πίσω απ’ τη φούντα (της ουράς της γάτας του)

και δίπλα απ’ το περίστροφο

που είχε ξεσκονίσει κάποτε ν’ αυτοκτονήσει

μα τον πρόλαβε το γήρας


τι λέτε ρε

ο πεθαμένος ποιητής χορεύει μες στο στόμα σου

κάθε που ουρλιάζεις

κάθε που “σύντροφοι”

κάθε που “κι άλλο κι άλλο κι άλλο”

ξαπλώνει μέσα στο δέρμα που γδέρνουν

τα νύχια σου γιορτάζοντας ή πενθώντας

σέρνει τις σόλες των παπουτσιών σου

κάθε που τριγυρνάς χαμένος


 ο ποιητής

ο πεθαμένος

μια απούσα παρουσία ζωντανή

φάντασμα μες στο σώμα

και πού και πού σκουντάει τον γραφιά

που μέσα στο συρτάρι του γραφείου του

βρίσκεται ακόμα


Κατερίνα Ζησάκη

Γενική Αποχαιρετισμού


Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα

Κανένα παράπονο

Οι καλόγριες πετάνε

Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά

Ζούμε χωρίς κεφάλι

Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν

Πεθαίνουμε κανονικά

Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη

Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου

Με απέσυραν βιαστικά


Πελαγία Φυτοπούλου

Kείνες τις μέρες


Είχε βρει αυτός τρόπο

και τα βόλευε:

χρόνια ψάλτης στους Άγιους Πάντες,

ασφαλιστής το επάγγελμα―

είτε αργίες είτε καθημερινές,

το ίδιο πελατολόγιο

να τρομοκρατεί

και να καθησυχάζει.


Μουσικοδιδάσκαλο πια,

οικογενειάρχη,

διορισμένο στη Μ. Εκπαίδευση

―ποτέ δεν έδωσ’ αφορμή,

λόγο κακό δεν είπε για κανένα,

κρεμασμένο τον βρήκανε

κείνες τις μέρες

του Χρηματιστηρίου.


"Σε κλειστά βιβλία",

Ντέμης Κωνσταντινίδης

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Το έντομο έρωτας


Ένας άντρας και μια γυναίκα σ’ ένα δωμάτιο
σ’ έναν κύβο ζάχαρης στο τσάι του χρόνου
ένας άντρας και μια γυναίκα
γυμνοί στο κρεβάτι
προσπαθούν να κερδίσουν το στοίχημα
να κερδίσουν
χάνοντας στη θύελλα τον εαυτό τους.

Ο καλός Θεός όμως είναι πονόψυχος
τους προστατεύει από το θαύμα.
Ο καλός εαυτός τους συγκρατεί
λίγα εκατοστά πριν την άβυσσο…

Ποίηση, Πλέθρον, 1994, 73 σελ.
Τάσος Μπέσιος

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

10 Απριλίου 1938


 Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη πού περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι o καρπός πού αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι ή θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
πού αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;

Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις
στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.

Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου,
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.

Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποίοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμμιά;

Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι’ αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.

Ζωή Καρέλλη