Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

Ο χωρισμός


Σάμπως ο χωρισμός να μας τρομάζει:
πάνω μου εσύ ακουμπάς και πλάι σου εγώ απομένω
κι ας έχει αρχίσει πια να σκοτεινιάζει, –
κ’ είσαι εσύ σκεφτικός κ’ εγώ σωπαίνω.

Μπαίνουμε σ’ εκκλησία κ’ εκεί θωρούμε
ένα ξόδι, μια βάφτιση, ένα γάμο,
και φεύγουμε, γιατί δε θέλουμε να δούμε:
για μάς το ίδιο δε γίνεται… Τι άλλο να κάμω

παρά ν’ ακούω που άτονα αναστενάζεις,
στο κοιμητήρι, πλάι σου καθισμένη,
ενώ στο χιόνι τα παλάτια σχεδιάζεις
όπου θα ζούμε μαζί και χωρισμένοι.

Anna Akhmatova 

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Άτιτλο

Η μύγα
Ανάμεσα στο σκηνικό κι εμένα
Το τζάμι
Κενό εκτός από εκείνη

Μπρούμητα ξαπλωμένη
μαγγωμένη μες στα μελανά της έντερα
Κεραίες τρελαμένες πτερύγια ενωμένα
Πόδια πλεγμένα στόμα θηλάζον στο κενό
Σπαθίζοντας το κυανό συνθλίβεται στο αόρατο
Κάτω από τον ανίσχυρό μου αντίχειρα ανατρέπει
Τη θάλασσα και τον γαλήνιο ουρανό

Samuel Beckett 

Τα τρία τέταρτα της ζωής μου


Στον Τάσο Δενέγρη

Μέσα στης γης τα χάσματα και την επιδερμίδα
Άγνωστες ποσότητες σπανίων ορυκτών
Τοποθετημένα σαν κεφάλαια σ’ επίκαιρα σημεία
Μια γενειάδα ακολουθεί την άλλη αστραπιαία
Χώρες αλλάζουν χέρια εμβαδόν υψόμετρο
Ονόματα πόλεως γίνονται χερσόνησοι
Τοποθεσίες πολυάνθρωπες γίνονται θάλασσες
Ποτάμια δανείζονται τις κοίτες των άλλων ποταμών
Λόφοι παραμερίζονται από ζηλότυπα βουνά
Πολυτελή ανάκτορα ερημώνονται και καταντούν υπόγεια
Άνθρωποι σοφοί ξαναμωραίνονται
Και το μυαλό τους εξατμίζεται στο χάος το απληροφόρητο
Ξύλινα σπίτια τοποθετημένα σε νέες διασταυρώσεις
Γίνονται θύματα της πυρκαγιάς ερωτικών διαθέσεων
Γέφυρες υποτάσσονται στους πεζούς
Φέρετρα στοιβάζονται γιατί όλοι τώρα
Καίνε τους « πρώην» τους με αρώματα
Σε κλίβανους ατομικούς
Κατεψυγμένοι εγκέφαλοι σκέπτονται στις βιβλιοθήκες
Κύριοι φρακοφόροι μελετούν τις αντιδράσεις τους
Σεξουαλικές ανωμαλίες
Γίνονται «Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου»
Όργανα της τάξης αλλάζουν φύλο καθημερινά
Όργια σε ρωμαϊκές βίλες
Παίρνουν τον χαρακτήρα
Μιας σφαγής συνειδήσεων
Εξαγορασμένη τρυφερότητα φτάνει ως τα πεζοδρόμια
Στο μεταξύ τα πόδια μου
Είναι από άμμο κι από μαργαρίνη
Τα χέρια μου είναι από φτερά πουλιών
Το κεφάλι μου είναι βιδωτό
Το στόμα μου αναβοσβήνει
Όπως τα φώτα της κυκλοφορίας
Κόκκινο πράσινο κίτρινο κόκκινο καφέ…
Τα λόγια μου ταχυδρομούνται
Σε στοίβες εκατομμυρίων
Κλείνω τ΄ αυτιά μου για να μην ακούγονται
Τα παράπονα των ταχυδρόμων
Ένας ταμίας που κατάκλεψε μια Τράπεζα
Ομολογεί τα πάντα σ΄ ένα μέντιουμ
Που πάει να τον καταγγείλει στην αστυνομία
Μια νεράιδα ντύνεται στο σεληνόφως
Μια γυναίκα στου Dior – εγώ δεν ντύνομαι
Πουθενά – μένω γυμνός –
Το σπίτι μου είναι ο παράδεισος των ανωμάλων έλξεων
Μόνο στραβόξυλα περνούν για διαβατήρια
Μόνο χαμόγελα έχουν μια γεύση υπόξινη
Μόνον οι βάσεις και τα οξέα
Ξέρουν τι σημαίνουν οι συνθέσεις
Που μοιράζονται τα ηλεκτρόνιά τους με άλλα άτομα-

Νάνος Βαλαωρίτης

Άγραφη γραφή


Άκουσα να μιλάν με τόνους τραγωδίας σε σαλόνια του1880
Ν΄ αναστενάζουν σ΄ ένα υπνοδωμάτιο ξενοδοχείου αριθμ. 12
Είδα να τρέχει μια γυμνή στο τρίτο πάτωμα του μυαλού μου
Να μουγκρίζουνε δυο τέρατα ανθρωπόμορφα
Να την προκαλούνε – καθώς περνούσε – αδιάντροπα
Χτυπώντας ρυθμικά το πάτωμα με τις ουρές τους
Όταν έπεφτε ψιλή ψιλή βροχή
Στάχτη από ηφαίστειο στόμα γυναικείο
Κράτησα το χέρι ενός τρελόπαιδου που ξεψυχούσε
Στεφάνωσα το αγαπημένο μέτωπο
Με λίγα ξερά και άδεια λόγια παρηγοριάς
(Δε θυμάμαι αν ήταν κορίτσι ή αγόρι
Ο αδικοσκοτωμένος σ’ ένα κομμάτι γης 2×1 ½ μ.)
Τρεις αιώνες πέρασαν πριν γίνουν όλα αυτά
Πριν ν’ αντιγράψω σ’ ένα τετράδιο καθαρό
Τους θρήνους μιας απαρνημένης
Το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού
Ταφές ανθρώπων ζωντανών – νεκρών που ξαναζωντανεύουν
Σχήματα μεταξωτά που αναδιπλώνονται
Ένα πλάσμα που φοβόταν ν’ αγαπήσει
Κομμάτι μάρμαρο από σάρκα
Και τη γραφή την άγραφη
Που είδα γραμμένη στ’ όνειρό μου
Με γράμματα φωτιάς που καίγαν το χαρτί

Νάνος Βαλαωρίτης

Το αίνιγμα


Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;

Νάνος Βαλαωρίτης

Οι καλύτεροι της ράτσας μας


Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες
Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας
                                             οι ποιητές
                                             οι παραμυθάδες
                                             οι τερατολόγοι γενικώς
Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα
Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι
Στα στάσιμα νερά της μετριότητας
Οι όμηροι του φόβου

Γιάννης Αγγελάκας

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

δέος, 2


είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

Τόλης Νικηφόρου