Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Ε π ί π ι σ τ ώ σ ε ι


Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής
από τα Σάλωνα της Στερεάς
μέρα Λαμπρής εζωγραφήθη
από πλανόδιο ζωγράφο ομπρελά και κρεβατά
για λίγο ρύζι λάδι και σαπούνι.

Γούλας ο Κοράτος ο επιλεγόμενος Θορής εζωγραφήθη και επωλήθη απ’ τη γριά του σε υπαίθριο παλιατζή
για ένα βουρτσάκι νάυλον, για μια παλιά παλάντζα κι έναν καθρέφτη από το Κόνγκο.

Η θλίψη σου, ρε μάτια μου,
σαν την Καισαριανή τα βράδια του φθινοπώρου.

Πάψε πια να με καρφώνεις με ρεμπέτικα πίσω απ’ τις μάντρες της, στους δρόμους. Οι ναυτικοί ναυάγησαν, οι ναυτικοί στα πετρελαιοφόρα στη μοιρασιά μαλώνοντας χαθήκανε για πάντα.

Στερνή φορά που μου ’γραψες, θυμάσαι!
Πήρα το γράμμα σου σε μπαρ
«έχεις γράμμα», είπε ο θερμαστής
έβρεχε παρέες που βρίζαν και φωνάζαν
και κάποιο ράδιο που έκλαιγε στην άκρη.
«Ο μικρός έφυγε ένα βράδυ, έγραφες,
λες και πήγε στη γωνία για τσιγάρα ή καραμέλες».

Νύχτες μεγάλες με το φόβο του άπειρου διπλοσφαγμένες
νύχτες με υπόκωφους θορύβους τυραννικές και απέραντες
χίλιες στιγμές και αιωνιότητα, χίλιες στιγμές και θάνατος.
Κι ήτανε δύσκολη εποχή, κανένας δεν την άκουγε,
κάτι «παιδιά» μονάχα ρίχναν τα βράδια στις ταβέρνες
να προφθάσουν το κακό και τον εμφύλιο, λέει,
μα όσοι γνώριζαν από τέτοια
βλέπαν την ενοχή που ενέδρευε,
ώσπου κάποια βραδιά σε είδαμε ξανά
σε ένα βουβό παλάτι μόνη
«έι... τι κάνεις;» φωνάξαμε και, Θε μου,
το σώμα μας και το δικό σου σώμα
εκμαγείο γύψινο φθαρμένο απ’ τη βροχή και από τα χρονιά
σαν φρουραρχείο, γκρεμισμένο φρουραρχείο,
«θα ’ρθουν κάποια νυχτιά αυτοί που τους ξεχάσαμε,
σου είπαμε,
ανύπαρκτο το πρόσωπο τους
και το κρανίο τους γεμάτο σαύρες και γυμνό
θα κατέβουν βήμα το βήμα μόνοι
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
πάνω απ9 τα σπίτια και τους τάφους
θ’ ανακαλύψουν μια χαρά για τη ζωή
μια πίκρα από αγάπη για μας και για τους πεθαμένους»,
κι ύστερα πάλι χάθηκες.

— Ανοίξτε το φως, ανοίξτε τα παράθυρα.

Αλήθεια, τι ντροπή
να πεθαίνουμε στα άσπρα μας σεντόνια
ενώ όλοι οι φίλοι μας σκοτώθηκαν στο πεζοδρόμιο.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Ζ ι γ κ ο υ ά λ α - Α θ ή ν α


Ακόμα φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα το βράδυ.
Κι αν καμιά φορά ανέμελος πετάγομαι στο δρόμο,
ένα χέρι είναι, όπως και τότε, που πισθάγκωνα με δένει,
ενώ ξοπίσω μου αόρατοι φυλάγαν να μ’ αρπάξουν
νομάτοι τρεις χιλιάδες, μαγκουροφόροι, τέως χίτες,
κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας.

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εδώ αφήσαν τη ζωή τους
«λεβέντες» αγαπητικοί και φουστανελοφόροι,
ενώ σε παρακείμενα νυχτόβια μπαράκια πεντέμισι και κάτι
εραστές της αειπάρθενης Γκόλφως
τσοπαναραίοι με κοστούμι κι αόρατη αγκλίτσα
κατέθεταν το στερνό δάκρυ τους
στη μεγάλη ιστορία του τόπου.

Τη μάνα μου τη λέγαν Αγλαΐτσα,
ίδιο το όνομα της Καραγκιόζαινας,
ενώ τα κολλητήρια, που είχε το μάτι τους θολώσει
για ψωμί και για παπούτσι,
πήραν τους δρόμους σβάρνα, αδέσποτα, για γόπες. 

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη.

Εκείνοι που παίρνουν βιαστικοί
το τελευταίο τραίνο της νύχτας σου
έχουν μια θλίψη στα μάτια.
Κάνουν Πρωτοχρονιά στους δρόμους,
αυτοί κι ο εαυτός τους, κι ο νέος χρόνος τους βρίσκει
με τράκα ένα τσιγάρο από τον άγνωστο διαβάτη.

Γι’ αυτό και συ, αγάπη μου, μην ησυχάζεις στην ιδέα
πως δεν θα με ξαναβρείς μπροστά σου πια ποτέ.

Πέντε δρόμοι είν’ η Αθήνα
και εδώ κλειστήκαμ’ όλοι, κάθε καρυδιάς καρύδι,
κι εκείνο κει το πούστικο τ’ απωθημένο
που δεν λέει ποτέ να βγει,
καθώς έγραφε κι ο φίλος Ταβάνης.

Θα συναντηθούμε, αγάπη μου,
εκεί που δεν θα το περιμένεις,
ενώ εσύ θα ’χεις «αρνηθεί» μόλις πριν από λιγάκι
και το τελευταίο παιδικό σου απόγευμα,
κι εγώ μονάχος θα γυρνώ
έχοντας ξεράσει — άδειος — στο Βοτανικό ή στη Βάθη
μαζί με το ούζο στον υπόνομο
και το τελευταίο πελοποννησιακό μου όνειρο,
έχοντας ξεράσει, τελείως, ακόμα και σένα.

Οι κλειστές μπλούζες
είναι για να κρύβουν τις σκοτεινές αραχνιασμένες τρύπες
που άφησαν οι αόρατες σφαίρες μες στα σπλάχνα μας
στα παιδικά μας χρόνια.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

Εσωτερικές ειδήσεις


Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το Νότο
να ξέρω από πού φυσάει
ούτε τη Δύση σαν θεία να με νουθετήσει
τα ‘χω χαμένα και στροβιλίζομαι σαν σβούρα
μες το κενό και τη θολούρα σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα τον τρόπο
να πω το ναι να προχωρήσω
γιατί το όχι έχει μακρύτερη απόχη
και παραπαίω ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο
με ένα ίσως επενδύω

Σ’ αυτό τον τόπο πιάνεις πιο εύκολα το λόττο
από τη σκέψη του πλησίον
γιατί ο άλλος έγινε πρόσφατα μεγάλος
και δεν ακούει παρά μονάχα ό,τι θέλει
μ’ όλα τα δάχτυλα στο μέλι
σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το στόχο
να πιάσω κέντρο επιτέλους
γιατί το κέντρο δεν είναι ακίνητο σαν δέντρο
μετακινείται αλλάζει θέση κάθε λίγο
και προσπαθώ να τ’ αποφύγω

Σ’ αυτό τον τόπο που όλα γίνονται με κόπο
και πάντα κάποιος άλλος φταίει
έχω προσέξει όσοι ξυπνάν από τις έξι δεν έχουν λόγο
μόνο αυτιά να μας ακούνε και χέρια να χειροκροτούνε
σ’ αυτό τον τόπο μα κάποτε θα βαρεθούνε
και θα μας γράψουν στα παλιά τους
εκτός κι αν έχουν λερωμένη με κάποιο τρόπο τη φωλιά τους
με κάποιο τρόπο σ’ αυτό τον τόπο

Μιχάλης Γκανάς

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

XXIV


Η αγάπη αρχίζει μετά τον νεκρό αρχίζει μετά το τέλος
σαν κάποιος δρόμος σκοτεινός από στάχτη που λησμονιέται

— γιατί έφυγες; γιατί μπήκες μόνος στη νύχτα;
— το φιλί δεν ήταν φιλί η αγάπη δεν ήταν αγάπη

κακές συνήθειες των ανθρώπων την ηλικία η μοίρα μετρά και ο άλλος
από τα έγκατα τύμπανα της πέτρας λημέρια
κι η γραμμή των χειλιών δείχνει κάτω γιατί δεν έχει ο κόσμος ουρανό

κατάρα ερημιά

σκαλί το σκαλί η σκιά κατεβαίνει όνειρα θαρρώ
ωραία μου κρίνα μυρώδη κρίνα αγαπημένων στην πλαγιά
χάδι λαϊκό θωπεύει σας και την καρδιά σπάζει
τρομαγμένο ζώο ταράζει σας εισβάλλοντας στο σκιερό δάσος
κι από τα δέντρα του μαστού τώρα βυζαίνει

νύχτα και νύχτα μαύρο βουβάλι προχωρεί στάχυα
θροΐζοντας και σιωπή ωραίο μου κρίνο παιδί λευκό
ρίξε την πέτρα μην τάχα ξυπνήσει μην τάχα εγερθεί.

Από τη συλλογή Τα ισόβια ποιήματα (1977)
Μάρκος Μέσκος

Μουσική

Εις την γλυκιά της νύκτας ήσυχη ερημία,
ενώ λαμποκοπούν τ’ αστέρια μαγεμένα,
τ’ αέρι παίρνει απ’ τους ανθούς την ευωδία
και τα νερά κρυφομιλούν ερωτεμένα.

Τότ’ αγκαλιάζω αν αγροικώ την αρμονία
όπου τ’ αηδόνια χύνουν, στα κλαριά κρυμμένα,
ή κι αν ερωτική μου ψάλλει μελωδία
μέσα εις βαρκούλ’ αηδονολάλητη παρθένα.

Κι ευτύχημ’ άλλ’ ο νους μου δεν επιθυμάει
παρ’ όλην την ζωήν μου να την ναναρίζει
τέτοι’ αρμονία που τα πάθη όλα νικάει.

Εις την ψυχήν η Μουσική φτερά χαρίζει,
ώστ’ ημπορεί μακράν του κόσμου να πετάει
κι εις ύψη αιθέρι’ από ηδονή να λαχταρίζει.

Λορέντζος Μαβίλης

Το πιο βασανισμένο αμφίβιο


Το πιο βασανισμένο αμφίβιο
είναι το κύμα
της ακτής.

Γιάννης Βαρβέρης, Ζώα στα σύννεφα

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Οίκτος


Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης
όλο χειρονομίες και ψιθύρους

Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους
που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι
μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει
μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα

Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο
που πλέκει στίχους όλο απελπισία
γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει

Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο
που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

Νίκος-ΑλέξηςΑσλάνογλου