Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

Σούρουπο

Σούρουπο, σε γονυκλισία τα χρώματα
και πώς πεθαίνεις χωρίς το πράσινο εκ γενετής
Τα μάτια σου με τον κίτρινο λίβα,
καμένη σοδειά τα χρόνια που έζησα.
Ας φεύγει ο μικρός σκαντζόχοιρος, δε γλιτώνει
τ' αγκάθια μεγαλώνουν ανάποδα.
Ήμερο βράδυ
βελάζει σαν το χαμένο πρόβατο,
ζυγώνει στην πόλη κι αλλάζει προβιά,
σκύλος ή γάτα,
με την τρίχα ορθή
κάτω από τόσους τροχούς.
Τί γυρεύεις εδώ ψυχή τραυλή,
μακριά από τα βοσκοτόπια της πατρίδας.
Οι φίλοι πέφτουν από ψηλά μπαλκόνια
στο άσπρο μπαμπάκι που τους καταπίνει.

Μαύρα Λιθάρια-Βήματα Πίσω
Μιχάλης Γκανάς

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Εσύ δεν θα πεθάνεις

— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.
— Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
— Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
— Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
— Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
— Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
— Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
— Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
— Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
— Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
— Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
— Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;
Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.

Από τη συλλογή Παραλογή (1993)
Μιχάλης Γκανάς

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Το σώμα σου κι εγώ

Έχουμε πολύ ταξιδέψει
το σώμα σου κι εγώ
έχουμε φανταστεί
όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
μπορούν να φανταστούν.
Το σώμα μου κι εγώ
έχουμε ονειρευτεί το σώμα σου σε στάσεις
που ποτέ σου δε φαντάστηκες.
Δεν έχεις θέση τώρα
τι ζητάς
ανάμεσα σ’ εμένα και το σώμα σου.

Γιάννης Βαρβέρης

Η αλληγορία του κώνωπος

Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή;
Αυτό το κοινότοπο μου ‘ρθε τώρα που είμαστε εδώ
ξαπλωμένος εγώ και ζαλισμένο
γύρω γύρω στο πορτατίφ
ένα κουνούπι.
Πανεύκολο να το σκοτώσω.
Όμως αν η ψυχή του με κυνηγάει αιώνια
ζητώντας εκδίκηση;
Ενώ μια στάλα αίμα και λίγη φαγούρα
τί ψυχή έχουν;
Αυτά σκεφτόταν ένας ο οποίος θα μπορούσε να είναι δολοφόνος
αλλά δεν ήταν. Μόνο έγραψε και δημοσίευσε αυτήν την αλληγορία
για να μη νομίζουν όσοι του γλίτωσαν πως γλίτωσαν για άλλους λόγους
απ΄ αυτούς που γλίτωσαν.
Εκτός αλληγορίας
έλιωσε το κουνούπι
κι έσβησε το φως.

Γιάννης Βαρβέρης

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

23 Κόκκινα φώτα

23 κόκκινα φῶτα οἱ βραδινοὶ στόχοι μου,
στόχοι τοῦ νοῦ καὶ στόχοι τοῦ ὅπλου.
Χαϊδεύω τὸ σκύλο, ρίχνω μία πέτρα, γεμίζω τὸ ὅπλο.
Σημαδεύω τὸ φεγγάρι, πέφτει τὸ φεγγάρι
καὶ τότε λέω τό ῾ριξα ῾γώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.

Γύρω γύρω ὅλοι, δεμένοι μὲ σοῦστες,
φεύγουν ταξίδια, πᾶνε γιὰ μπάνιο
κι ἐγὼ στὴ μέση στημένος
ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες,
στὴ μέση ἀρχηγός, ἐγώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.
Μὲ μάτια ποὺ καῖνε ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες.

Ὁ ἥλιος βαράει κι ἡ ὥρα δὲν περνάει,
κι ἐγώ, στὴ μέση στημένος,
ἐλέγχω τὸ δρόμο, ἐλέγχω τὶς πίστες,
ἐγώ, ὁ τρελὸς ὁ μανιακός.
Τὸ κίτρινο αὐτοκίνητο μὲ θλίβει ἀφάνταστα
γιατὶ δὲν μπορῶ ποτὲ νὰ τὸ ἐλέγξω.

Πάντα τὸ ξεχνάω καὶ πάντα, πάντα περνάει
νὰ μοῦ φέρει τὴ θλίψη
καὶ τότε κλαίω, καὶ κλαίω πάντα,
ἐγώ, ὁ τρελός, μοναχός.

Αργύρης Μπακιρτζής

Αποστολή διασώσεως


[Ενότητα Ημερολόγιο 4]

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον που κάνει το σταυρό του, παίρνει τη θεία μετάληψη και περιμένει ένα καράβι, ένα γιατρό, ένα χέρι να του κλείσει τα μάτια.

Τα σήματα μας ξεσήκωσαν από τον ύπνο, από τον απογευματινό μας καφέ, από το σώμα της γυναίκας μας. Τα χέρια χούφτωναν το τιμόνι. Τα μάτια επαγρυπνούν. Όλα τίθενται εν επιφυλακή.

Πρέπει να πλεύσουμε στη νύχτα και να διασώσουμε κάποιον, κάποιον –ίσως τον εαυτό μας– που κινδυνεύει, ανάμεσα σ’ αγγίγματα φτηνά, αισθήματα ξεπερασμένα, κύκλους ομόκεντρους, ένα δεσμώτη των μορφών, των διαγραμμάτων που δεν μπορεί ν’ αυτοσχεδιάσει πια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ημερολόγιο (1971)
Τάσος Κόρφης

Σουγιάς



Τα μάτια σου ανοίγαν τα πλευρά μου
όπως ένας σουγιάς ανοίγει μια παλιά κονσέρβα
και χύνεται το σαπισμένο υλικό της.

Τίτος Πατρίκιος