Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Ο τελευταίος ερωτικός



Κάθε σταγόνα από σένα
το τέλος του έρωτα
ό,τι έχασα στη ζωή
το ξαναχάνω στα μάτια σου
το φως έγινε τρυπάνι
μες το παράλογο σχήμα
μιας άπιαστης επαφής
όταν στα πόδια χύνεται
το κύμα
το αιώνιο πέλαγος
του ζώου - θανάτου.
Δεν υπάρχει λόγος να ζούμε
τα κόκαλα θα σπάσουν
σαν καλοκαιρινά καλάμια
κι ο μαγνήτης θα γίνει πίσσα
στα λαμπερά να ρίχνει μαύρο.
Το σώμα σου - η Πύλη
έκλεισε, έφραξε
απ' τον πολύ πόνο
κι εγώ καμένος ερημότοπος
τσουρουφλισμένη επιφάνεια
δεν υπάρχω
ενώ διπλασιάζονται οι μέρες
του φορτίου
η άμμος ξύνει
όλο ξύνει την πληγή.
Η καταστροφή είναι π' αρνιέμαι
να καταστραφώ
να σπάσει το πιθάρι
να χυθούν τα μέσα
έξω εκεί
όπου συναντιέται ολόστητος
ο βράχος.
Μες το δωμάτιο
φάνηκαν ξαφνικά τα όριά μου
τα νύχια μου σπασμένα
η σπλήνα μου βαριά τραυματισμένη
κι ο ποταμός που λάτρεψα
σ' άλλη κοίτη κυλάει.
Όλο κι αλλού σκάει
το ρόδι
οι χυμοί που προχωρούσαν
τη ζωή
αλλού λιμνάζουν
απ' την αφθονία στη στέρηση
πετάω, τρομαγμένη νυχτερίδα
η νεότητα
σκοτάδι τα φτερά της.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Καντιανή μεθοδολογία



Ο τρίτος νόμος του Καντ λέει ότι πρέπει να είμαστε μαζί. Το σκουπιδιάρικο περνάει και καλείται να μαζέψει πέντε μεσήλικες κυρίες που χορεύουν ποντιακά στην Ίωνος Δραγούμη. Ο κυρ Μιχάλης ντουμανιάζει και σκέφτεται τις πουτάνες που σκότωσε με το πριόνι για τα ξύλα της σόμπας. Ένα περιπολικό λέει το ανάποδο σ’ αγαπώ στις τσιγγάνες και μετά το βλέπουμε να καίγεται. Είναι το πιο ωραίο εύφλεκτο υλικό κι όλοι το ξέρουμε. Οι ματάδες κάνουν τσεκ ιν στο άι φον και μία τύπισσα με στραφταλιζέ γατάκι μαλώνει με τον φόρμες για τον φαλλοκρατισμό του και του λέει παιδί μου δεν αλλάζεις σε κάνανε φαλοκράτη εσένα. Το πρώτο έργο του δεύτερου μέρους συμφωνική ορχήστρα του Ντεμπισί. Μπροστά στο Κίνισι Παλλάς περνάνε οι Πακιστανοί με κλειστά μάτια και οι τρύπιοι μιλάνε για τις ενέργειες και τα τσάκρα. Το σούρουπο το κρεβάτι του ψιλικατζή γίνεται ανοιχτό στα κόκαλα του Μαζόχ με μια μυρωδιά από φασολάκια της γειτόνισσας από τον φωταγωγό. Σάρκα του πατρός και της μητρός ιλί ιλί λαμά σαβαχθανί. Επόμενη στάση δημοτικό πολυϊατρείο και βαρέθηκα αυτό το λεωφορείο. Πνίγομαι. Ο ανάπηρος είναι ενενήντα τοις εκατό, άλλωστε όλες δεν είμαστε ένα ποσοστό και μία μουσουλμάνα θα μου δώσει τα λεφτά για το εισιτήριο του λεωφορείο. Το μισό σκοτάδι του κόσμου έρχεται από την ύπαρξη του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Ο τρίτος νόμος του Καντ λέει ότι πρέπει να είμαστε μαζί.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Η σύντροφός μου



Υπάρχει αυτή η τεράστια γυναίκα
(Ω, Θε μου είναι όμορφη)
αυτή η τεράστια γυναίκα
που παρ' όλο που είναι όλες οι γυναίκες μαζί,
έχει ένα πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα.
Αυτή η τεράστια γυναίκα
που καμιά φορά έρχεται σε μένα
πολύ νωρίς το πρωί
και μου μαδάει το δέρμα!
«Κυλιόμαστε γύρω στον παράδεισο»
αρκετά μίλια πάνω από τα πεύκα
και δεν υπάρχει χώρος ανάμεσά μας,
αλλά δεν είμαστε Ένα
ή τίποτα τέτοιο.
Είμαστε δυο τεράστιοι άνθρωποι,
δυο αχανή κορμιά
τρυφερότητας και χαράς
με όλες τις απολαύσεις που έχουμε νιώσει
και μεγεθύνει
για να ταιριάξουν με το σχήμα μας.
Όποτε συμβαίνει αυτό
είμαι συνήθως έτοιμος να συγχωρήσω οποιονδήποτε
δεν με αγαπάει αρκετά
συμπεριλαμβανομένου και εσένα, Σαχάρα,
ειδικά εσένα.

Leonard Cohen

Ενοχλημένος αυτό το πρωινό



Ω, ναι. Αυτό.
Γι' αυτό ήμουν τόσο ενοχλημένος
αυτό το πρωινό:
η επιθυμία μου ξαναγύρισε
και σε θέλω πάλι.
Τα πήγαινα μια χαρά,
ήμουν πάνω απ' όλα.
Τα αγόρια και τα κορίτσια ήταν όμορφα
και εγώ ήμουν ένας γέρος που τους αγαπούσε όλους.
Και τώρα σε θέλω πάλι,
θέλω την αποκλειστική προσοχή σου,
το εσώρουχο σου που κυλιέται κάτω
με βιασύνη
κι ακόμα κρέμεται από το ένα πόδι,
και τίποτα στο μυαλό μου
από το να είμαι μέσα,
στο μόνο μέρος που δεν υπάρχει
ούτε μέσα,
ούτε έξω.

Leonard Cohen

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει


Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει
στο βαθυπράσινο το λόφο πάνω,
έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου
πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.
Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν
μετά τι τους απομένει;
Έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,
γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.
Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες
χωρίς φεγγάρι ή άστρο
έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε
αν φύγει ο ένας μας μακριά.

Leonard Cohen

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Αν ήσουν η νύχτα



Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες μυστικές, να ιδείς
κάτι σκιές θα μπορούσες, που σαλεύουν μες στα πάρκα.
Δεν είναι άνθρωποι, που στον παρόν τους κινούνται ή στο μέλλον τους.
Είναι τ’ αγάλματα, που από το παρελθόν τους αναδύονται
και στο μέλλον τους μέσα περπατούν συλλογισμένα.
Θυμούνται, αναρριγούνε και τον εαυτό τους ερωτεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που έμειναν έξω απ’ το χρόνο,
στα μεγάλα παράθυρα των πινακοθηκών θα μπορούσες
να διακρίνεις κάτι σκιές, που ασάλευτες βαριά ανασαίνουν.
Δεν είναι άνθρωποι, που μες στο χρόνο ταξιδεύουν.
Είναι τα παλιά πορτραίτα, που σταμάτησαν στο παρελθόν.
Κλείνουν τα μάτια και τον πρώτον εαυτό τους ονειρεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν έχουνε περάσει,
θα μπορούσες απ’ τα παράθυρα των ωδείων ν’ ακούσεις
κάτι βαθείς ήχους από ξεμακρυσμένες συμφωνίες.
Δεν είναι όργανα, που ανθρώπων χέρια τα κινούνε.
Είναι οι ξεχασμένες παρτιτούρες πάνω στ’ αναλόγια,
που εντός τους γρηγορεί το πνεύμα της μεγάλης μουσικής.
Καθώς αναπολούν, κραδαίνονται οι χορδές των πενταγράμμων τους.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν ξαναγυρίζουν,
μέσ’ απ’ των βιβλιοθηκών τα παράθυρα θα μπορούσες
ν’ ακούσεις κάτι βαθειές μελωδικές απαγγελίες.
Δεν είναι ανθρώπων φωνές, που αναδιπλώνονται στο χρόνο.
Είναι τα σκονισμένα των μεγάλων ποιητών βιβλία,
που απ’ την αρχή κατοικεί μέσα τους ο ακέριος Λόγος.

Αν ήσουν η νύχτα, σε ώρες, που όλες ίδιες είναι,
θα μπορούσες να ιδείς κι’ αγάλματα που δεν κινούνται∙
πορτραίτα που δεν ανασαίνουν∙ παρτιτούρες
βουβές και βιβλία απ’ την αρχή τους κοιμισμένα.

Είναι γιατί το μάρμαρο κ’  οι μπογιές δεν έχουν κίνηση.
Γιατί το χαρτί κ’ η μελάνη δεν μπορούν να τραγουδήσουν.

Γιώργος Βαφόπουλος

.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Η παρουσία


Μαρία Νεφέλη : Περπατώ μες στ” αγκάθια μες στα σκοτεινά σ” αυτά που  “ναι να γίνουν και στ” αλλοτινά κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.
Αντιφωνητής: Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό. Ν” ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα. Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ” αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι αλλού — που μόνο αυτή τ” ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι- χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.
Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. «Ολη την ώρα μου “λεγε «θυμάσαι;» Τί να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα. Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα — πώς να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα — κει πού δεν το περίμενα καθόλου. «Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι ολα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν —ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά, φαίνεται,το παράκανα. Επειδή —δεν ξέρω— κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι υστέρα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι υστέρα ο χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει…
Α. «Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν μητροπολιτάδες;» —έτσι μου “λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε απ’τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.
Μ.Ν. «Έβλεπα τα μάτια του. «“Εβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες. Α. «“Εβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα. «Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Μ.Ν. Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. Κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα. Κοιταζόμασταν μεσ” απ’την πέτρα.
Α. Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Μ.Ν. Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.
Α. «Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Δε θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ — δεν είσαι άξια!
Μ.Ν. «Ω, αν μ” αφήνανε, αν μ’αφήνανε.
Α. Ποιος να σ’αφήσει;
Μ.Ν. Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.
Α. Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα κόβεται άπ’τη σκιά του κι αλλού περπατά.
Μ.Ν. Είναι τα λόγια τον άσπρα κι είναι ανείπωτα κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα…
Α. Μα” χε πάρει ολο το πάνω μέρος απ’την πέτρα. Και μαζί μ” αυτήν και τ” όνομα της.
Μ.Ν. ΑΡΙΜΝΑ… σαν να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέσα στο φως… αριμνα εφηελ…
Α.«Έλειπε.» Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου.
Μ.Ν. αριμνα ΕΦΗΕΛ… εκεί, πάνω σ’αυτό το ΕΛ, η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.
Α. Στ” όνειρο της φαίνεται θα το “χε δει κι αυτό για να το θυμάται.
Μ.Ν. Στ” όνειρο μου, ναι. Σ” έναν ύπνο μεγάλο που θα “ρθει κάποτε όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά, θα περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιταλιάνικες. Από παντού θ” ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.
Α. «Ενα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τότε ψηλά, μια δω, μια κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι ασημένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φανούν οι δρόμοι πιο στενοί, πιο ίσιοι απ” ο,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με τις κάτασπρες αντένες για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα γύρο κι οί χαρταετοί — ξυστά θα περνάμε από δίπλα τους.»Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές επάνω της θ” αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς.
Μ.Ν. «Εχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαιμονικά του κόσμου τούτον. «Εχω πει στην αγάπη «γιατί» και την έχω κυλήσει στο πάτωμα. «Έγιναν οι πόλεμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ούτ’ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματα μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;»Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ’αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα Ιερά, όπως οι κηπουροί στην Όλλανδία τις τουλίπες. Και σ” αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσακι από κολύμπι…Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές —παρασταθείτε μου!
Α. «Εχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα δαιμονικά του κόσμου τ’ανεξόρκιστα κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!
Μ.Ν.  Κι απ” τίς φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!

Οδυσσέας Ελύτης