Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Επί των ποταμών Βαβυλώνος


Πτήση Αεροφλότ, Βουδαπέστη-Αθήνα.
Τουπόλιεβ εκατόν τριάντα τέσσαρα.
Αν το ελαφρό χαμόγελο έπαυε να ανθίζει
στης αεροσυνοδού μας τα γαλάζια μάτια,
ίσως το ιπτάμενο τούτο πλοίο νάχε βουλιάξει
στο βυθό της ατέρμονης μεγάλης νύχτας,
κάτω από το βάρος της δικής μου νοσταλγίας.
Είναι βαρύς του νόστου ο πόνος. Πιο βαρύς
κι από τον όγκο ενός πύργου που σωριάζεται.
Βαρύτερος ακόμα κι απ’ το χωρισμό,
που αφανίζει κι αυτού του νόστου την ελπίδα.
Πως ν’ αντέξεις μπορείς σε τέτοιο βάρος,
όταν, μετέωρος στο πυκνό τούτο σκοτάδι,
ούτε καν τον παλμό της γης υποψιάζεσαι,
που σε κύματα σεισμικά κάτω σου τρέμει;
Αλλά να, ξάφνου, στη φορά του έμφορτου βέλους,
μεσ’ απ’ το θολωμένο τούτο φινιστρίνι,
αποκαλύπτεται χλωμό το ελληνικό φεγγάρι,
καθώς από τα μαύρα σύννεφα αναδύεται.
Κι ακούεται η βραχνή φωνή του μεγαφώνου:
«Περνούμε πάνω απ’ τη Θεσσαλονίκη».
Ο παλμός της καρδιάς σταματά. Τα μάτια κλείνουν.
Το πνεύμα από του νόστου το άλγος κατακλύζεται.
Κι όταν τα βλέφαρα ανασύρονται απ’ το βλέμμα,
στην ανταύγεια του τρομαγμένου φεγγαριού,
ακίνητο της πολιτείας το σώμα φαίνεται,
με τα εγκελάδια τραύματά του, δίχως
ούτε ένα φως να υπόσχεται κάποιαν ελπίδα.
Είναι λοιπόν, νεκρή η Θεσσαλονίκη;
Έκλεισε ο μέγας τάφος, δίχως το δικό μου σώμα,
κρατώντας μέσα του μονάχα, από τη μνήμη
της μακρινής μου νιότης, μιαν υδρία δακρύων
κι αίμα πηχτό ανεπούλωτων τραυμάτων;
Τη νύχτα εκείνη του πικρού μου νόστου
πολύ έκλαψα για σένα, ώ Πόλη λατρεμμένη,
Μητέρα, πληγωμένη ακόμα κάποτε
κι από τα χέρια των ίδιων των παιδιών σου.
Λατρεμμένη Πόλη; Μ’ άλλοτε τάχα εγώ δεν ήμουν,
που σ’ είχα ονοματίσει πόλη μισεμένη,
όταν σε κύματα οργής κι απελπισίας
παγιδευμένος, χτυπιόμουν στους στενούς σου δρόμους;
Μήπως εγώ δεν ήμουνα, που είχα ποθήσει,
πριν δραπετεύσω από την κολασμένη φυλακή μου,
γύρους να κάνω επάνω σου, μ’ ένα πετούμενο,
για να σε περιλούσω με τα εκκρίματά μου;
Πώς ήταν τότε δυνατό, στην ταραγμένη
Συνείδηση των είκοσί μου χρόνων,
να δεχθώ της απλής σοφίας το μέγα δίδαγμα,
πώς απ’ της νιότης τον πόνο γεννιέται η αφροσύνη;
Η μεταμέλεια τώρα, η τύψη κι η συγνώμη
Πλέκουν σκληρό στεφάνι στη λευκή μου κόμη.
Των γερατιών τα δάκρυα είναι πιο βαριά
κι απ’ τις πεσμένες επάλξεις του Λευκού σου Πύργου.
Βαρύτερα κι απ’ τα ψηφιά της Πλατυτέρας,
καθώς κυλούν ξεκολλημένα από την κόγχη
του ραγισμένου ναού της του Θεού Σοφίας.
Τώρα πια πώς μπορώ να τραγουδήσω
τη ρημαγμένη αγαπημένη Πόλη,
από την άφιλη κι αλλότρια τούτη γή;
Στον Τάμεση εμπιστεύομαι το μήνυμα μου:
Εάν επιλάθωμαί σου, ώ Θεσσαλονίκη,
η αρά επιπέσοι των προγόνων μου επ’ εμέ.
Άλλαλος είη η γλώσσα μου, εάν μή σου μνησθώ.

Αγγλία, Σεπτέμβριος 1978
Γιώργος Βαφόπουλος

Συμφωνία σε κόκκινο και σε λευκό

Δος μου λοιπόν τα μάτια των ευτυχισμένων ποιητών,
που το προνόμιον έχουνε να βλέπουν
μόνο λευκές χιονιού νιφάδες, λευκά πέταλα
λουλουδιών, λευκούς καταρράκτες και λευκά σεντόνια.

Δος μου τα χέρια των λεπτών αυτών πριγκήπων,
που κατέχουν την τέχνη να μαδούνε τα λευκά
πούπουλα απ’ τις φτερούγες των αγγέλων σου,
για να καλύψουν τούτο το ακαλαίσθητο
κόκκινο τέλμα, που ενοχλεί την όρασή τους.

Δος μου και την ευαίσθητη λευκή ακοή τους,
που συλλαμβάνει μόνο τους ψιθύρους των φτερών,
γιατί ο παράξενος ορυμαγδός της ερπυστρίας
έξω από το ακουστικό πεδίο τους καλπάζει.

Κι ακόμα δός μου τα εράσμια λευκά τους χείλη,
που ενώ δεν αποστέργουν να φιλούν και χείλη κόκκινα,
ψιθυρίζουν λευκούς μονάχα λουλουδένιους στίχους,
ντυμένους σε λευκές συννέφων μουσελίνες.

29-45. Τα επιλεγόμενα, 1977. 26
Γιώργος Βαφόπουλος

Γεύση θανάτου

Να μελετάς το θάνατο μες στα βιβλία,
είναι μια άσκηση σπουδής σε σεμινάριο.
Να μετράς τα χτυπήματά του στους κροτάφους των ανθρώπων,
άλλο δεν κάνεις παρά μια πράξη αριθμητικής.

Ο θάνατος δεν υπάρχει μήτε στους πολέμους,
μήτε στο δηλητήριο, μήτε στα στιλέτα.
Μήτε στους βραδινούς θαλάμους των νοσοκομείων.
Υπάρχει μες στην αναμμένη θρυαλλίδα,
που στα δικά σου μονάχα μυστικά κανάλια,
μ’ αργό βήμα προχωρεί, απ’ την πρώτη εκείνη μέρα.

Αν να αισθανθείς μπορέσεις τούτο το περπάτημα,
θα ’χεις τη χάρη της μόνης γεύσης του θανάτου.
Αλλά την έκρηξη δε θα την αισθανθείς.

1-12. Επιθανάτια και σάτιρες, 1966. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Η΄. Η Γενιά του 1930 και ο Σεφέρης. «Δωδώνη», χ.χ. 45.
Γιώργος Βαφόπουλος

Το δάπεδο


Άσπρα και μαύρα πλακάκια,
σ΄εναλλασσόμενη τάξη,
την επαφή των βημάτων μου δέχονται.
Στο διορισμένο μου δάπεδο τούτο
παίζω σαν ένα παιδί,
προσπαθώντας μονάχα
στις λευκές να πατώ επιφάνειες.
Δύσκολη άσκηση, ακροβασία περίτεχνη.
Κάποτε χάνω του σώματος
την ισορροπία.
Κάποτε χάνω του πνεύματος τον υπολογισμό.
Και μπερδεύεται τότε
των βημάτων μου η τάξη.
Και πλανημένο το πέλμα μου,
παραπατάει στα μαύρα πλακάκια.
Πρέπει πάλι ν' αρχίσω
απ' την αρχή το παιχνίδι.
Πρέπει ν' ασκήσω το πνεύμα μου
στην τέλεια ακροβασία.
Όμως αρχίζοντας πάλι και πάλι,
το αποσταμένο μου πνεύμα
περιδινείται σε ιλίγγου στροβίλισμα.
Και του δαπέδου ο ακίνητος δίσκος
περιστρέφεται μ' ένταση.
Και των χρωμάτων συγχέεται
η εναλλασσόμενη τάξη.
Των αισθήσεων σύγχυση.
Κι όπως ένα παιδί,
που του χαλούν το παιχνίδι,
κι όπως ένα παιδί,
που η υπομονή του εξαντλείται,
τρέχω με πείσμα,
τσαλαπατώντας
του δαπέδου την τάξη.
Με το πέλμα σκουπίζω
τις γραμμές που χωρίζουν
τα λευκά και τα μαύρα πλακάκια.
Και ξαπλώνομαι χάμου,
με βουρκωμένο το πνεύμα μου,
και ραντίζω με δάκρυα
τη συντριμμένη μου πίστη.
Πόσο με κούρασε η επίμονη άσκηση.
Όμως τώρα πια βλέπω
φανερά τι σημαίνει
του δαπέδου το γύρισμα.
Τώρα βλέπω το νόημα
της συνουσίας των χρωμάτων.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951)
Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Η ζέστη των βράχων

Κράτησέ με σφιχτά η γη γυρνάει γρήγορα, αλλάζει
τα δάκρυά μας παγώνουν και πέφτουν χαλάζι
δώσε μου ένα φιλί, αυτή η εποχή με τρομάζει
ορχήστρα από κοκάλινα όργανα μοιάζει

Θυμάμαι έβλεπα τα όνειρα,
ο κόσμος σχέδια στα σύννεφα που περνούσαν
Είχαν τα χέρια ανοιχτά μια αγκαλιά
γι’ αυτούς που αγαπούσαν
Οι φάλαινες του ουρανού με γέλιο
από δέντρο σε δέντρο πηδούσαν
και μες το μπλε ωκεανό
χιλιάδες πουλιά κελαηδούσαν

Φόβισε με ξανά να συνηθίσω ν’ ακούω τις εκρήξεις
η ζωή δεν έχει πια εκπλήξεις
σφύρα μου ένα σκοπό πιο γελαστό την καρδιά μου ν’ ανοίξεις
ο γείτονάς μου πέθανε από τύψεις

Θυμάμαι η έρημος ήτανε δάσος γεμάτο από θράσος και λύκους σοφούς
οι καρδιές μας γεμίσανε πάθος, δεν έβρισκαν λάθος μονάχα κουφούς
την τελευταία φορά που σε είδα κοιμόσουν στις πέτρες μαζί μ’ ερπετά
μου `πες "ωραία η ζέστη των βράχων",
σου είπα "το κρύο θα έρθει μετά"

Θυμάμαι έβλεπα τα όνειρα, ο κόσμος
σχέδια στα σύννεφα που περνούσαν
είχαν τα χέρια ανοιχτά μια αγκαλιά
γι’ αυτούς που αγαπούσαν

Θάνος Ανεστόπουλος

Ἡ οὐλή

Τελευταία άρχισαν όλοι νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.
«Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.
«Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).
Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.
«Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.
Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.
Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ

Μικρές αλήθειες


Να ξημερώνει μέσα σου η ζωή μου,
να `χουν τα μάτια σου αλάτι απ’ τα παλιά.
Να ξεφυσάει μέσα μου η πνοή σου
να `χουν τα χέρια μου γεμίσει με πουλιά.
Αλίμονο δε βρέχει στην αυλή μου,
δεν έχει ο ήλιος σου τη θέρμη απ’ τα παλιά.
Ας ήτανε να πλάγιαζα μαζί σου
να `τανε η πρώτη και μαζί στερνή φορά.
Γιατί να χάνομαι για πάντα στη φωνή σου,
να κλείνουν οι πληγές μου μόνο με φιλιά;
Δε θα δειπνήσω πια με τη φωνή σου,
δε θα ζητήσω βάλσαμο απ’ τα παλιά.
Θα μπω σ’ ένα πλοίο και θα ρωτήσω
στον άλλο κόσμο αν μοιράζουνε φιλιά.
Αλίμονο δε βρέχει στην αυλή σου,
δεν έχει ο ήλιος σου τη θέρμη απ’ τα παλιά.
Ας ήτανε να πλάγιαζα μαζί σου
να `τανε η πρώτη και μαζί στερνή φορά.
Γιατί να χάνομαι για πάντα στη φωνή σου
να κλείνουν οι πληγές μου μόνο με φιλιά;
Έχει γεμίσει το μπουκάλι μου μ’ αλήθειες
μα η καρδιά σου είναι ένα ψέμα απ’ το βορρά.
Ας είν’ τα χέρια σου, τα μάτια και η πνοή σου
να μ’ αγκαλιάζουν αιώνια ψεύτικα,
να με κοιτάζουνε φευγαλέα ερωτικά,
να ξεφυσάει η πνοή σου απ’ το βορρά.

Θάνος Ανεστόπουλος