Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας



Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομήλι στὸν καλύτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βράδια νὰ γυρέψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος
κι ὅπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ εὐωδιάζουν τὰ σπλάγχνα κι ἁρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αἴσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ἕνα τίποτα ἕνα χορτάρι φέρνοντας ὅλη τὴν εἰρήνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα ἡ μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπόδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀέρα
ψηλὰ στὸ δέντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιόμενο πέρα στὴ δύση.
Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.

Νίκος Καρούζος

Ρωγμές


Πάλι στοὺς δρόμους ὁποὺ ζήσαμε τὴν προσωπίδα
κόκκινη μὲ σταλαγματιὲς χρυσοῦ
τέτοια περιπέτεια τέτοια ὡραία ἐλπίδα
μέσ᾿ στὶς συνέχειες τῶν ὀνείρων ἔχω τὸν ἀμνὸ
δὲν πιστεύω στὰ ποτάμια ὁλοένα τρέχουν
δὲν πιστεύω στὰ φύλλα ὁλοένα πέφτουν
εἶναι θεία ἔνδον αἰθάλη π᾿ ἀλλάζει τὶς ὁράσεις
κι ὁ θάνατος βαθαίνει τὴν τέφρα.

Νίκος Καρούζος

Αἴφνης



Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.

Νίκος Καρούζος

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Άτιτλο


Όταν δεν ξέρω, δεν ξέρω,
χωρίς εσένα, χωρίς εσένα, χωρίς Εσύ,
έρχονται τότε όλοι αυτοί,
οι
αυτοαποκεφαλισμένοι, που
ισόβια ανεγκέφαλοι τη φυλή
των Χωρίς - Εσύ
υμνούσαν:
Αshrej,
μια λέξη δίχως νόημα,
μεταθηβετιανή,
της Εβραίας
Αθηνάς
Παλλάδας
στις κρανοφόρες
ωοθήκες πιτσιλισμένη ,
κι όταν αυτός ,
αυτός,
έμβρυο,
δενδεν των Καρπαθίων αρπίζει,
τότε στο κοπανέλι
δαντέλα πλέκει
η Αλλεμάντα
το αθάνατο
τραγούδι
που ξερνοβολά.

Paul Celan


* από το Poiein.gr: Σχόλια
1. [Αshrej ] , Εβραϊκά : ‘’σωτηρία ‘’. Λέξη με την οποία ξεκινούν πολλοί βιβλικοί ψαλμοί . Η γερμανική εκδοχή ‘’ Heil ‘’ απευθύνονταν στον Χίτλερ.
2. [των Καρπαθίων ]. Η Μπουκοβίνα , ιδιαίτερη πατρίδα του Celan στο βορειοανατολικό άκρο των Καρπαθίων , έπαψε να υπάρχει μετά την μετεγκατάσταση του γερμανικού και την θανάτωση του εβραϊκού πληθυσμού της.
3. [Αλλεμάντα ] . Γαλλικά : η Γερμανίδα ( Αllemande ).
4. Ο Celan δεν έχει σε όλο του το έργο αποκαλέσει ονομαστικά την Γερμανία ή τους κατοίκους της , εκτός από δυο φορές ΄ η μια από αυτές είναι στη “Φούγκα του Θανάτου' ο στίχος ' ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία “.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Ιντερμέδιο

«Μη με ρωτάτε τίποτα. Είδα τα πράγματα
όταν ζητάνε πλησμονή να βρίσκουν το κενό τους»

Federico Garcia Lorca

Εραστές δολοφονημένοι από μία πέρδικα

(απόσπασμα)
Αφιέρωμα στον Γκύ ντε Μωπασάν

 – Ήταν πολύ απλό. Αγαπιούνταν πάνω από όλα τα
μουσεία.
Χέρι δεξί,
με χέρι αριστερό.
Χέρι αριστερό,
με χέρι δεξί.
Πόδι δεξιό,
με πόδι δεξιό.
Πόδι αριστερό,
με σύννεφο.
Κόμη,
με πατούσα του ποδιού.
Πατούσα του ποδιού
με μάγουλο αριστερό.
Ω αριστερό μάγουλο! Ω βορειοδυτικό από κα-
ραβάκια και μυρμήγκια από υδράργυρο! Δώσε μου το
μαντίλι, Γενοβέφα, θα κλάψω… Θα κλάψω μέχρι που
από τα μάτια μου να βγει ένα πλήθος από αμάραντα…
Ξαπλώναν.
Δεν υπήρχε θέαμα άλλο πιο τρυφερό…
Με ακούσατε;
Ξαπλώναν!
Μηρός αριστερός
με μπράτσο αριστερό.
Μάτια κλειστά,
με νύχια ανοιχτά.
Μέση, με αυχένα,
και με ακτή.
Και τα τέσσερα αυτάκια ήταν τέσσερις αγγέλοι
στο καλυβάκι του χιονιού. Θέλονταν. Αγαπιούνταν.
Παρά το Νόμο της βαρύτητος. Η διαφορά που υπάρχει
ανάμεσα σε ένα αγκάθι από ρόδο και μια Star είναι πα-
νεύκολη.
Όταν το ανακάλυψαν αυτό, έφυγαν στην εξοχή.
Αγαπιούνταν.
Θεέ μου! Αγαπιούνταν μπροστά στα μάτια των
χημικών.
Πλάτη, με χώμα,
χώμα με γλυκάνισο.
Σελήνη, με ώμο κοιμισμένο.
Και οι μέσες τους διασταυρώνονταν με ένα θό-
ρυβο από γυαλιά.
Είδα εγώ να τρέμουν τα μαγουλά τους όταν οι
καθηγητές του Πανεπιστημίου τους έφερναν χολή και
ξύδι σ’ ένα μικρούλικο σφουγγάρι. Πολλές φορές έπρεπε
να τρομάξουν τα σκυλιά που στέναζαν στους λευκότα-
τους κισσούς του στρώματος. Αλλά εκείνοι αγαπιούνταν.

Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα,
ή,
ένας άντρας
κι ένα κομματάκι γης,
ένας ελέφαντας
κι ένα μωρό,
ένα μωρό κι ένα βούρλο.
Ήταν δυο νεαροί λιπόθυμοι
κι ένα πόδι από νίκελ.
Ήταν οι βαρκάρηδες!
Ναι.
Ήταν οι τρομεροί βαρκάρηδες του Γουαδιάνα
που τσακίζουν με τα κουπιά τους όλα τα ρόδα του κό-
σμου.
Ο γερο-ναυτικός έφτυσε το ταμπάκο από το
στόμα του κι έβαλε μεγάλες φωνές για να τρομάξει τους
γλάρους. Μα ήταν πια υπερβολικά αργά.
Όταν οι γυναίκες πενθούσες έφτασαν στο σπίτι
του Κυβερνήτη αυτός έτρωγε ήσυχα πράσινα μύγδαλα
και κρύα ψάρια σ’ ένα εκλεκτό πιάτο από χρυσό. Ήταν
προτιμότερο να μην έχουν μιλήσει μαζί του.
Στις νήσους των Αζορών.
Σχεδόν δεν μπορώ να κλάψω.
Έριξα δυο τηλεγραφήματα, αλλά δυστυχώς
ήδη ήταν αργά.
Πολύ αργά.
Μονάχα ξέρω να σας πω πως δυο παιδιά που
περνούσαν στην άκρη του δάσους, είδαν μια πέρδικα
που της έσταζε μια κλωστούλα αίμα από το ράμφος.
Αυτή είναι η αιτία, αγαπητέ μου καπετάνιε, της
παράξενης μελαγχολίας μου.


 (Ποιήματα σε Πρόζα,μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2015)
Federico Garcia Lorca

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Ερωτικό


Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνια μάτια σου.
Εκεί απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
η μοναξιά μου, πέρα δώθε στον αέρα
υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.
Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
και σκάνε στην ποδιά του φάρου.
Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον.
μες απ' το βλέμμα σου
ώρες ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.
Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνια μάτια σου.
Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που λάμπουν εκεί απάνω
όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ' αγαπάω.
Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
και τσαλαπατάει τα στάχια τα γαλαζιανά στον κάμπο.

Pablo Neruda