Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Κάτω από τον ουρανό

Μες στο δωμάτιο
μια βροχή από κάτουρο
πετούν αγνές κοπέλες με φτερά
ψοφίμια με ροζ στην καρδιά τους ουρανό
κι άνθρωποι μ’ ουρανό γεμάτο σάπιο αίμα
κρέμονται κι ανεμίζουν τ’ άσπρα πόδια τους
από τα μάτια τους βγαίνουνε μαχαίρια
τεράστιες μαύρες ανεμώνες φυτρώνουνε
                                                στο στήθος τους
καθώς πετάνε σφάζουν κι αγκαλιάζονται
οι αγνές κοπέλες τα ψοφίμια οι σάπιοι
                                                άνθρωποι
κάτω από έναν κατουρημένο ουρανό

Από τη συλλογή "Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο" (1958)
Μίλτος Σαχτούρης

Ξένε

με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ’ άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου;
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις εν’ άστρο κόκκινο μες στο κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χάθηκαν
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χάθηκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μες στην καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλί
αν τ’ αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν
Από τη συλλογή "Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο" (1958)
Μίλτος Σαχτούρης

Γράμματα στη Génica Athanasiou

Γράμματα στη Génica Athanasiou

Κι αν ποτέ η ζωή μας χώριζε, οι ψυχές μας θα
μπορούσαν να επουλωθούν με τον καιρό, αλλά
θα έμεναν κατώτερες.

τη θαμπή απόχρωση του δέρματός σου και τα λαμπερά
σου μάτια, σαν ένα νερό μέσα από φρέσκα φύλλα.

Η ζωή μου όλη είναι κόλαση, εάν δε μου γράφεις. Θέλεις
να έχεις ελέυθερη τη ζωή σου, θα την έχεις, μα δεν θα
σου φέρει ευτυχία το να την αρχίσεις με τη ρημαγμένη
ζωή ενός ανθρώπου στο κατώφλι σου. κι αυτός να είμαι εγώ.

Έξω από σένα δεν θα υπάρχει πια ολοκλήρωση για μένα
σε τίποτα μέσα σ'αυτή τη ζωή που αποτραβιέται άλλωστε από μένα κάθε μέρα, κεραυνοβόλα, μες στους
πόνους μιας παράλογης γέννας. Αποτρόπαιος τοκετός
φαντασμάτων.

Το χρόνο που περνούν οι άλλοι για να ζήσουν, εγώ
τον περνώ για ν΄ απογοητεύομαι.

Και σε λατρεύω. Έχω χαραγμένο το βλέμμα σου μες
στο μυαλό μου, πιο βαθύ κι από μαχαιριά.

Πρέπει να μου βρεις ηρωίνη με κάθε τρόπο και πρέπει
να σκοτωθείς να μου την φέρεις εδώ.-Να που
βρίσκονται τα πράγματα-

(Μετ. Ελένη Μαχαίρα)
Antonin Artaud

I

Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή
κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,
πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,
και αν τώρα πέθαινα,
κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,
όπως όταν κοιμάμαι.
Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.
Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

Ίσως αυτός να είν’  ο λόγος
που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο
είναι σαν να τον σώζεις.

Από την ποιητική συλλογή «Κατακόρυφη ποίηση» του Roberto Juarroz σε μετάφραση του Αργύρη Χιόνη (Εκδόσεις Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1997)

Roberto Juarroz

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Τα χέρια μου αν μπορούσαν να μαδήσουν


Τ’ όνομά σου προφέρω
μες στις σκοτεινές νύχτες,
σαν έρχονται τ’ αστέρια
να πιούνε στο φεγγάρι
και τα κλαδιά κοιμούνται
των κούφιων φυλλωμάτων.
Νιώθω, μ’ έχει κοιλώσει
η μουσική και το πάθος.
Ρολόι τρελό, που ψάλλει
ώρες νεκρές, αρχαίες.
Τ’ όνομά σου προφέρω
τη σκοτεινή τούτη νύχτα
και μου ηχεί τ’ όνομά σου
μακρινό όσο ποτέ.
Μακρινότερο απ’ όλα
τ’ άστρα και θρηνώδες
κι από βροχή γαλήνια.
Θα σε θέλω, όπως τότε,
καμιά φορά; Ποιο λάθος
έχει η καρδιά μου κάνει;
Αν διαλύεται η καταχνιά,
άραγε, ποιο άλλο πάθος
με περιμένει; Θα ‘ναι
ήρεμο κι αγνό, τάχα;
Αχ, αν τα δάχτυλά μου
μπορούσαν να μαδήσουν
ετούτο το φεγγάρι!
Federico Garcia Lorca

Ματωμένος Γάμος

Είμ' ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι, είμ' ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά,
και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής.
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται; Ποιανού το κλάμα γροικιέται μες στο χέρσο κάμπο;

Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει μες στον ανταριασμένο αγέρα,
που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.
Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.
Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι!

Αχ, πως κρυώνω! Οι στάχτες μου – μέταλλα κοιμισμένα –
ψάχνουν σε κάμπους και βουνά της φλόγας την κορφή να βρούνε.
Όμως το χιόνι με κουβαλάει στις χαλαζένιες πλάτες του,
και με βυθίζει όλο παγωνιά στα χαλκοπράσινα βαλτονέρια.

Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα,
και τ` άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ίσκιο δε θα `βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα!
Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή!

Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου.
Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!
(Στα κλαδιά.)
Ίσκιους δε θέλω. Οι αχτίδες μου πρέπει να μπουν, και μέσα

στα κατασκότεινα κλαριά το φως μου πρέπει να κυλήσει,
για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,
και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ' τα πέλματα του αγέρα.
Ποιος κρύβεται; Να βγει έξω είπα!

Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Θε να τα αστράψω τα άλογο με διαμαντένιο πυρετό.
...
Ο αγέρας γίνεται κοφτερός σα δίκοπο μαχαίρι.

(μετάφραση: Νίκος Γκάτσος)
Federico Garcia Lorca

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Του έρωτος τα αρώματα


Αν υπάρχει μια ηδονή
είναι να κάνεις έρωτα
το κορμί τυλιγμένο με σπάγκους
τα μάτια κλειστά από λάμες ξυραφιών
Εκείνη προχωράει σαν λαμπτήρας
Το βλέμμα του αυτού την προσπερνά και
προετοιμάζει το πεδίο
Οι μύγες εκπνέουν σαν ωραία εσπέρα
Μια τράπεζα βαράει φαλιμέντο
προκαλώντας πόλεμο με νύχια και με δόντια
Τα χέρια της αναποδογυρίζουν την ομελέτα
τ' ουρανού
την απέλπιδα κεραυνοβολώντας πτήση των
γκιόνηδων
και κατεβάζουνε κάποιον θεό απ' το βάθρο που
κούρνιαζε
προχωράει η πολυαγαπημένη με στήθη λεμόνια
Τα πόδια της πλανώνται στις στέγες
Τι τρελό όχημα αυτοκίνητο
σκαρφαλώνει στο βάθος του στήθους της
Στρίβει ξεμπουκάρει και βουτά
σαν θαλάσσιο τέρας μέγα μέγιστο τεράστιο
Είναι η στιγμή που έχουν διαλέξει τα φυτά
να βγουν απ' την τροχιά του ήλιου
Ανεβαίνουν σαν επευφημία
Τα νιώθεις τα νιώθεις
τώρα που η δροσούλα
ποτίζει τα κόκαλα και τα μαλλιά σου
Και ούτε καν αισθάνεσαι ότι το μαγικό τούτο φυτό
δίνει στα μάτια σου βλέμμα χεριού
που αιμορραγεί που αγαλλιάται
Ξέρω ότι ο ήλιος το μακρινό εκείνο σκουπίδι
εκρήγνυται σαν ώριμος καρπός
όποτε κυλάνε τα νεφρά σου εφαπτόμενα
στην καταιγίδα που τόσο μα τόσο πολύ ποθείς
Μα τι τις νοιάζει τις συγκεχυμένες απαρχές μας
η υπόγεια ολίσθηση των εντελώς ακαταλήπτων
μας υπάρξεων
ότ' είναι μεσημέρι
Benjamin Péret