Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Του έρωτος τα αρώματα


Αν υπάρχει μια ηδονή
είναι να κάνεις έρωτα
το κορμί τυλιγμένο με σπάγκους
τα μάτια κλειστά από λάμες ξυραφιών
Εκείνη προχωράει σαν λαμπτήρας
Το βλέμμα του αυτού την προσπερνά και
προετοιμάζει το πεδίο
Οι μύγες εκπνέουν σαν ωραία εσπέρα
Μια τράπεζα βαράει φαλιμέντο
προκαλώντας πόλεμο με νύχια και με δόντια
Τα χέρια της αναποδογυρίζουν την ομελέτα
τ' ουρανού
την απέλπιδα κεραυνοβολώντας πτήση των
γκιόνηδων
και κατεβάζουνε κάποιον θεό απ' το βάθρο που
κούρνιαζε
προχωράει η πολυαγαπημένη με στήθη λεμόνια
Τα πόδια της πλανώνται στις στέγες
Τι τρελό όχημα αυτοκίνητο
σκαρφαλώνει στο βάθος του στήθους της
Στρίβει ξεμπουκάρει και βουτά
σαν θαλάσσιο τέρας μέγα μέγιστο τεράστιο
Είναι η στιγμή που έχουν διαλέξει τα φυτά
να βγουν απ' την τροχιά του ήλιου
Ανεβαίνουν σαν επευφημία
Τα νιώθεις τα νιώθεις
τώρα που η δροσούλα
ποτίζει τα κόκαλα και τα μαλλιά σου
Και ούτε καν αισθάνεσαι ότι το μαγικό τούτο φυτό
δίνει στα μάτια σου βλέμμα χεριού
που αιμορραγεί που αγαλλιάται
Ξέρω ότι ο ήλιος το μακρινό εκείνο σκουπίδι
εκρήγνυται σαν ώριμος καρπός
όποτε κυλάνε τα νεφρά σου εφαπτόμενα
στην καταιγίδα που τόσο μα τόσο πολύ ποθείς
Μα τι τις νοιάζει τις συγκεχυμένες απαρχές μας
η υπόγεια ολίσθηση των εντελώς ακαταλήπτων
μας υπάρξεων
ότ' είναι μεσημέρι
Benjamin Péret

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των

Στης ηδονής το σπίτι όταν μπήκα,
δεν έμεινα στην αίθουσαν όπου γιορτάζουν
με κάποια τάξιν αναγνωρισμένοι έρωτες.
Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.
Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
που το ’χουν για ντροπή και να τες ονομάσουν.
Μα όχι ντροπή για μένα — γιατί τότε
τι ποιητής και τι τεχνίτης θα ’μουν;
Καλύτερα ν’ ασκήτευα. Θα ’ταν πιο σύμφωνο,
πολύ πιο σύμφωνο με την ποίησί μου·
παρά μες στην κοινότοπην αίθουσα να χαρώ.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
Κ.Π. Καβάφης

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Πάνω σε μια χειμωνιάτικη αχτίνα Δ'

Είπες εδώ και χρόνια:
«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

Γιώργος Σεφέρης

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Αἴφνης

Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.
Νίκος Καρούζος

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Ολονυχτία


Δε με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δυό φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Δεν αγαπώ τους ανθρώπους


Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που κλάνουν
Ιδίως όσους κλάνουν διανοητικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που ζέχνουνε το σκόρδο
Τους βυρσοδέψες και τους μοναχούς
Τα φράγκα τα σκατά την προθυμία
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους που παραπατούν κοιτώντας τις γυναίκες
Κάπως υπερβολικά επιδεικτικά
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Που υποκρίνονται πως νομοθετούν και κανονίζουν τη ζωή μου
Το χρόνο μου τα γούστα μου τα εκφραστικά μου λάθη
Που ενώ δεν τολμούν να κοροϊδέψουν την ακατάσχετη φλυαρία
Ενός κυρίου του κόσμου με ευγένεια
Βρίσκουν κακή ακόμα και την πιο ταπεινή
Από τις σκέψεις μου
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους σας λέω
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Γιατί είν’ ανυπόφορα περιορισμένοι και χαζοί
Γιατί γευματίζουν και δειπνούν σε προκαθορισμένες ώρες
Από τους γονείς τους γιατί πηγαίνουν στο θέατρο στο σχολείο
Στην επιθεώρηση της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Γιατί παντρεύονται ταξιδεύουν για το μήνα του μέλιτος
Σπέρνουν νόμιμα παιδιά
Που θα καταχωρηθούν στο ληξιαρχείο την ορισμένη μέρα
Θα γίνουν στρατιώτες πουτάνες κατά παραγγελία
Δημόσιοι υπάλληλοι
Συνοδοί της ανάγκης στα πιο διαφορετικά σαλέ
Γιατί μόλις τελειώσουν όλα αυτά τα ξαναρχίζουν
Γιατί απ’ όλα τ’ ανεγκέφαλα αισθήματα
Το αίσθημα της οικογένειας δεν είναι μονάχα
Το πιο διαδεδομένο μα και το πιο
Αηδιαστικό και μπορώ να σε γαμώ μπορώ να σε χτυπώ
Και παρόλ’ αυτά να είναι τόσο ευγενικό εμπρός παιδιά
Δεν πα να λένε έπειτα
Σκαρώνουν πνευματώδη λόγια και φάρσες
Μαθαίνουν πότε χρειάζεται το παραμύθι πότε το κομπλιμέντο
Διότι όλοι αυτοί οι κουραμπιέδες
Όταν μου τη βιδώνει να μην κάνω τίποτα με τον τρόπο τους
Επιχειρηματολογούν κι εκπλήσσονται
Επειδή τους ξερνάω κατάμουτρα
Επειδή σηκώνω τους ώμους αδιάφορα
Μπροστά στους βόες των γυναικών τους
Στα στεφάνια των κανακάρηδων τους
Στα διαμερίσματα της μπάκας τους
Επειδή εγώ δεν τα ‘χω καλά με το δήμαρχο ούτε με την πατρίδα
Επειδή εγώ δεν κρύβω τον τρόμο που μου προκαλούν
Επειδή
Δεν αγαπώ τους ανθρώπους
Μετάφραση: Ζ. Δ. Αϊναλής
Από τη συλλογή "Η αέναη κίνηση(1)" (1925)
Louis Aragon

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Όσο μπορείς


Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
(Από τα «Αναγνωρισμένα Ποιήματα», 1897)
Κ.Π. Καβάφης