Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Beata Beatrix


Είδα τη Βεατρίκη μου στο δρόμο, κι ευθύς ο δρόμος έγινε δρόμος ονείρου.
Αντιπαρήλθα πλάι της, σα διαβάτης, και όλη η ψυχή μου άνθισε ως σε άνοιξη.
Χαθήκαμε κι’ οι δυο στην κίνηση της πόλης, αλλά πλουτίσαν οι ανάμνησές μας
με την εικόνα του άλλου ζωντανή, και συντροφιά τα δυο του μάτια φωτοβόλα.
Στο πλάι μου, Φύλακες Άγγελοι, αιωρούμενα τα βλέμματα της αγάπης.
Άστρα εξαιρετικά στ΄ολόμαυρο Στερέωμα του γύρω μου κενού, έρημου χώρου.
Μας εδάμασε και τους δυο το μυστήριο που καλύπτει την ψυχή του πλησίον.
Μας έφερε αντιμέτωπους, στο χάος του εγκόσμιου βίου, πρόσωπο προς πρόσωπο.
Η κοινότατη γένηκε με μιας ζωή, για μας, θαύμα ονείρου.
Και τέφρα πολλή συγκάλυψε την πριν ανόητη φωτοχυσία.
Με μεγαλοπρέπειαν ανάτειλε για μας ο φλογερός ο Ήλιος των Μεσονυχτίων,
που συγκρατεί στην αγκαλιά του όλα τα πλήθη των Αστερισμών του Στερεώματος,
και ουδέποτε αναζήτησε τον όλεθρό τους στη γαλανή εξαφάνιση.
Μας εσυγκάλυψαν με μιας τα πυκνά νυχτερινά σύννεφα.
Επερπατήσαμε νυχτερινά σε δασώδη βουνά, σε συννεφιές μουντές, σαν θεοί·
χανόνταν οι συνομιλίες μας σε αιώνιες εκτάσεις,
κινούσαμε το ενδιαφέρον όλης της πλάσης, αγαπημένοι καθώς διαβαίναμε.
Σκοπός κανένας ή επιθυμία δε μας οδηγούσε σ’ αυτούς τους περιπάτους.
Ήταν η ξενοιασιά κι’ η αμεριμνησία των σκοτεινών κόσμων.
Η ευτυχία του μυστηρίου, που κρατώντας μας απ’ το χέρι, μας οδηγούσε.
Δε μας ετάρασσε η συνάντηση των ρυακιών, των πουλιών τα πετάγματα,
ούτε το φύσημα των ανέμων, ούτε ο θόλος της υγρασίας.
Όλα ήταν γοητεία, και δώρα ουράνια, και ανάπαυση παρά πολλή.
Αλλά ήρθε ο Χρόνος να σημάνει, ο γήινος, με τους μεταλλικούς τους ήχους,
που, αυτοί, περνούνε αλάθητα, σα σφαίρες, τα διαστήματα
και φθάνουν ως εμάς. Ήρθαν τα ρόδινα σύννεφα της Αυγής.
Ήρθεν ο Ήλιος. Να βγαίνει από τη θάλασσα και να φωτίζει.
Ήρθεν η Μέρα. Και η σφραγίδα των πλανήσεών μας.
Και οι δρόμοι να πληθαίνουνε από κίνηση, περίσκεψη πολλή, ασχολίες εγκόσμιες.
Μόνος προς την Ανάμνηση ανυψώνω τώρα τα χέρια ικετευτικά,
να μου χαρίζει κάποτε με όλη τη δύναμη τις στιγμές των ονείρων,
τώρα, που εφυγαδεύθηκαν, ίσως για πάντα, οι τέτοιες απέραντες νύχτες.
Τ.Κ. Παπατσώνης

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Η ζωή είναι σουγιάδες

Η ζωή μας είναι σουγιαδιές
σε βρώμικα αδιέξοδα
σάπια δόντια ξεθωριασμένα συνθήματα
μπάσσο βεστιάριο
μυρουδιές από κάτουρα αντισηπτικά
και χαλασμένα σπέρματα. Ξεσκισμένες αφίσσες.
Πάνω-κάτω. Πάνω-κάτω, η Πατησίων.
Η ζωή μας είναι η Πατησίων.

(Το ROL που δε ρυπαίνει τη θάλασσα
κι ο Μητροπάνος μπήκε στη ζωή μας
μας τον έφαγε η Δεξαμενή κι αυτόν
σαν τις ψηλόκωλες.)

Εμείς εκεί.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα-μοναξιά-απελπισία. Κι ανάποδα.
Εντάξει. Δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας. Και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι
άσκοπα λαχανητά
σε κανονισμένες απεργίες
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι’ αυτό σου λέω.
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε
να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε.
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε.
Μη. Βρέχει. Δόσμου τσιγάρο.

Κατερίνα Γώγου

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Μυθιστόρημα(απόσπασμα)

[ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ]

Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
όταν χαμηλώνουν τ' άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου
όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων

Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού
            θα με παρασύρουν;
Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;
Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι
δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,
βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των
            πεθαμένων
κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.


Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητούς
και μια δική του δικαιοσύνη

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ' τον κύκλο και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μία παράξενη ησυχία.


Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας
που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε, μα παραπέρα
και πίσω η μνήμη σαν το άσπρο πανί μια νύχτα σε μια μάντρα
που είδαμε οράματα παράξενα, περισσότερο κι από σένα,
να περνούν και να χάνουνται μέσα στο ακίνητο φύλλωμα
            μιας πιπεριάς

γιατί γνωρίσαμε τόσο πολύ τούτη τη μοίρα μας
στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι
            χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα ήταν ίσως
            το δικό μας σπίτι
προσπαθώντας να θυμηθούμε χρονολογίες και ηρωικές
            πράξεις
θα μπορέσουμε;

γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε
και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες όπως λέγαν,
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα,
βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα,
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;


Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.


Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ' ασφοδίλια,
ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.

Γιώργος Σεφέρης

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Η άκρη

Η λησμοσύνη απλώθηκε στην αμμουδιά
Κι όλα τα ψάρια θάρθουν να χαιδέψουν
Τα ολόξανθα μαλλιά της και το στήθος
Μέσ' στον γαλάζιο ψίθυρο των ντροπαλών κυμάτων.
Και να που σπάζουν τώρα τ'αντιστύλια
Κι ανθούνε στις μαντήλιες τα φιλιά
Που δίνουν μέσ' στο σκότος στα κορίτσια
Οι ταυρομάχοι με τις κίτρινες χλαμύδες.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Κλασικό διάζωμα σε ένα Γκαράζ

Περπατούσα μέσα στην πόλη πέρασα πρεσβείες στο χρώμα της όμπρας
και παλάτια που είχαν σειρές από πεύκα
χοντρά φοινικόδεντρα δίπλα σε μπαλκόνια
η ζέστη κάτι
που μπορούσες στ’ αλήθεια να αγγίξεις
τα χαμίνια με πανούργα
εγκληματικά πρόσωπα
πίσω από αμερικανούς ναύτες
- με τη θύμηση του νερβάλ rend-moi le pausilippe
et la mer d’ Italie & ζώντας
πάνω στο λόφο του ποζίλιπο κάτω
από κάποιου γκάνγκστερ την αίθουσα χορού
ανάμεσα σε καρδερίνες
στον κόλπο της νάπολης
σ’ ένα πέτρινο εξοχικό
πάνω από πορώδη σπήλαια που το χειμώνα μέσα τους
χτυπούσε η θάλασσα γλυκέ ζεράρ
εκατό χρόνια
έχουν αυξήσει την ερήμωση
ο πύργος είναι πράγματι πεσμένος και ο ήλιος σκοτείνιασε
ξεπερνώντας την απελπισία το μεγάφωνο πνίγει
καρδερίνες βράχους σπήλαια
τα πάντα στα χέρια των κακοποιών
παρόλα αυτά πέρασα τον καιρό μου κάνοντας όνειρα μες από τούτη
την φανταστική καταστροφή
περπατώντας σε ανήμερα σοκάκια φίσκα στην μπουγάδα
με κίτρινες κολοκύθες στα παράθυρα και
γκρεμισμένες λιθοδομές πολέμων
ανθρώπινη διαφθορά
τόση πολλή και ανέλπιστη που γελάω
μέχρι που άξαφνα ανάμεσα στις λαδωμένες και λιγδιασμένες πατσαβούρες
και τους τροχούς και τα αξόνια ενός γκαράζ
είδα τις γλυπτές γυμνές φιγούρες ενός
κλασικού διαζώματος
εκεί πάνω από τα διαλυμένα
εξαρτήματα των αυτοκινήτων!
τέλειο! και πόσο παράξενο! το γκαράζ!
να καταπίνει τη σαρκοφάγο!
ήρεμα τον μηχανικό να ψεκάζει
το χρώμα σ’ έναν προφυλακτήρα
μια ο λάπηθος & μια ο κένταυρος τον παρατηρούσαν!
ροή
αλόγιστης σάρκας!
ντόμπροι μηροί! μάτια
της αφροδίτης!
της μεσογείου ο μύθος
βρισκόταν σ’ εκείνο το γκαράζ
εκεί που μελαψοί γεροδεμένοι
νέοι δεν έβλεπαν τίποτα ασυνήθιστο
στο έργο τους
ανάμεσα σε ήρωες νεκρούς και θεούς
τον ερμή όμως είδα μες στο ουράνιο τόξο
του σκούρου λαδιού πάνω στο πάτωμα
να καθρεφτίζεται
και τα άγρια μαλλιά της σίβυλλας
καθώς τα λόγια της κόχλαξαν
παράφρονα και πνίγηκαν
κάτω απ’ της μηχανής το μουγκρητό.

(Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς-Προδημοσίευση από τα "Ποιήματα", Ηριδανός 2009)
Harold Norse

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Μακ ο μαχαιροβγάλτης


Όπου πέφτουν καρχαρίες
βγαίνει αίμα στον αφρό.
Ο Μακήθ βγαίνει στο Σόχο
μ’ άσπρο γάντι καθαρό.

Πυρκαγιά προχθές στο Σόχο
εκαήκαν δυο παιδιά.
ο Μακήθ να μη το μάθει
έχει ευαίσθητη καρδιά.

Bertolt Brecht

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα

Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τἄ ῾βλεπαν κι αὐτοὶ γελοῦσαν

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
Πάνω νερὰ
Νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
Στὰ τυφλά, πεισματάρης
Καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
Σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο
Ἄφησε κι ἂς γελοῦν
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
Στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
Στ᾿  ὀρφανισμένο του ὁ πάρο
Ἄφησέ τους

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
Ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.

Γιῶργος Σεφέρης